Θέμα συζήτησης στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
«Άτομα με σοβαρές ψυχικές διαταραχές, που έχουν διαπράξει κακούργημα, χρειάζεται να βρίσκονται στο ψυχιατρείο και όχι στις Κεντρικές Φυλακές»
Θέμα κρατουμένων στις Κεντρικές Φυλακές, που πάσχουν από σοβαρές ψυχικές διαταραχές, έθεσε χθες στη συνεδρία της κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο κλινικός ψυχολόγος, Γιώργος Μαυρολέφτερος, μιλώντας από τη θέση του ως Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Αποφυλάκισης Επ’ Αδεία, στη διάρκεια της συζήτησης για τη λειτουργία του Συμβουλίου. «Το βλέπουμε κλινικά και ως επαγγελματίες ψυχικής υγείας και τώρα ως μέλη του Συμβουλίου Αποφυλάκισης Επ’ Αδεία», είπε, «ότι άτομα που έχουν διάγνωση, ή ιστορικό σοβαρής ψυχικής διαταραχής, καταλήγουν στις Κεντρικές Φυλακές, καταδικασμένοι για διάπραξη κάποιου κακουργήματος. Γιατί να βρίσκονται στις Κεντρικές Φυλακές και όχι σε ειδικό θάλαμο στο ψυχιατρείο; Είναι θλιβερό και γι’ αυτό, έχει ευθύνη το κράτος».
Σε ειδικό θάλαμο στο ψυχιατρείο
Παίρνοντας τον λόγο η ψυχίατρος των φυλακών, Δρ Αγάθη Βαλανίδου, επιβεβαίωσε τα λεχθέντα από τον κ. Μαυρολέφτερο, παρατηρώντας ότι «έχουμε, παγκύπρια, μόνο ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο. Στο παρόν στάδιο, έχει δημιουργηθεί η Πτέρυγα 10 στις Κεντρικές Φυλακές, η οποία είναι Πτέρυγα κράτησης, αλλά φιλοξενεί κυρίως άτομα με σοβαρές ψυχικές διαταραχές, που μπορούν να παραμείνουν για ένα χρονικό διάστημα, πριν παρουσιάσουν μια συμπτωματολογία, που να χρήζει υποχρεωτικής νοσηλείας».
Ανταπαντώντας ο κ. Μαυρολέφτερος είπε: «Το θέμα είναι να έχουμε forensic unit μέσα σε ψυχιατρικό ίδρυμα, ή ψυχιατρικό θάλαμο μέσα στις Κεντρικές Φυλακές; Τα άτομα με σοβαρές ψυχικές διαταραχές, που έχουν διαπράξει κακούργημα, χρειάζεται να βρίσκονται στο ψυχιατρείο, σε ειδικό θάλαμο, με υποστήριξη ασφάλειας και όχι στις Κεντρικές Φυλακές, σε ένα περιβάλλον όπως των Κεντρικών Φυλακών».
Σε παρέμβασή της στη συζήτηση, η βουλευτής ΔΗΣΥ, Στέλλα Κυριακίδου, κλινική παιδοψυχολόγος, συμφώνησε, από τη μια, με τον κ. Μαυρολέφτερο, ότι «θα έπρεπε να έχουμε στο πλαίσιο ενός θεραπευτικού κέντρου ψυχικής υγείας, έναν χώρο που να μπορεί να βοηθήσει τέτοια άτομα». Από την άλλη, όμως, διαφώνησε, γιατί όπως είπε, «θεωρεί ακατάλληλο αυτήν τη στιγμή το ψυχιατρείο, για τέτοιο εγχείρημα». Σχολίασε ότι «το νοσοκομείο Αθαλάσσας παραμένει το ίδιο από το 1964, δεν έχουν προχωρήσει σε αλλαγή των υποδομών του διαχρονικά και θεωρώ ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο αυτήν τη στιγμή να γίνει κάτι τέτοιο».
Αφού μίλησε για αναγκαιότητα ριζικής αλλαγής ολόκληρου του ψυχιατρικού νοσοκομείου, πρόσθεσε: «Δεν μπορούμε να κάνουμε έναν θάλαμο μόνο για τους φυλακισμένους, γιατί αυτήν τη στιγμή τα πράγματα είναι εξαιρετικά δύσκολα στο νοσοκομείο Αθαλάσσας, για όλους τους ασθενείς. Πρέπει να δούμε συνολικά το θέμα και χαίρομαι που το βάζετε, γιατί είναι θέμα ανοιχτό, στην Επιτροπή Υγείας της Βουλής».
Ολοκλήρωση με υπευθυνότητα
Να σημειώσουμε ότι το κυριότερο θέμα συζήτησης στη χθεσινή συνεδρία της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής (για τέταρτη φορά μέσα σε δύο χρόνια), ήταν η ενημέρωση για την πορεία των εργασιών του Συμβουλίου Αποφυλάκισης Επ’ Αδεία, που παρέχει τη δυνατότητα περιοδικής επανεξέτασης της μακροχρόνιας κράτησης των καταδίκων και ιδιαίτερα των ισοβιτών. (Σύμφωνα με τον Περί Φυλακών Νόμο, κρατούμενος που έχει εκτίσει τη μισή ποινή του, που πρέπει να υπερβαίνει τα δυο χρόνια, ή κρατούμενος που καταδικάστηκε σε ισόβια και εξέτισε τουλάχιστον δώδεκα χρόνια της ποινής, έχει το δικαίωμα να υποβάλει γραπτό αίτημα στο Συμβούλιο, για την υπό όρους αποφυλάκισή του, επ’ αδεία).
Παρούσα στη συνεδρία ήταν και η Ηλιάνα Νικολάου, τέως Επίτροπος Διοικήσεως, τώρα επικεφαλής της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για τον Εκσυγχρονισμό του Σωφρονιστικού Συστήματος, που διόρισε το Υπουργικό Συμβούλιο, με εισήγηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Ανέφερε ότι «η Επιτροπή έχει ολοκληρώσει την εργασία της, κατ’ αρχήν, με παρέμβαση σε όλα τα επίπεδα», διευκρινίζοντας ότι «το θέμα της λειτουργίας του Συμβουλίου Αποφυλάκισης Επ’ Αδεία, το αντιμετωπίσαμε σε γενικότερο πλαίσιο, αφού δεν είχαμε ειδική εντολή γι’ αυτό». Απαντώντας σε παρατηρήσεις βουλευτών, ότι η εθελοντική βάση της σύστασης και λειτουργίας της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων δεν είναι επαρκής, η Ηλιάνα Νικολάου τόνισε ότι η Επιτροπή «ολοκλήρωσε την αποστολή της και έκανε υπεύθυνη δουλειά».
Ρυθμός χελώνας και εκσυγχρονισμός
Διαπίστωση του Προέδρου της Επιτροπής, Σοφοκλή Φυττή, αλλά και των άλλων βουλευτών, όπως και των εκπροσώπων του ίδιου του Συμβουλίου Αποφυλάκισης και του Συνδέσμου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Φυλακισμένων, είναι ότι οι εκπρόσωποι των αρμόδιων κυβερνητικών υπηρεσιών και ιδιαίτερα του Υπουργείου Δικαιοσύνης προσήλθαν στη συνεδρία απροετοίμαστοι και χωρίς να έχουν κάτι καινούργιο να πουν, σε σχέση με αποφάσεις για βελτίωση του συστήματος λειτουργίας του δυσλειτουργικού Συμβουλίου Αποφυλάκισης. Ο Σοφοκλής Φυττής τόνισε ότι είναι άμεση προτεραιότητα, η τροποποίηση από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, του Άρθρου 14 που αφορά το Συμβούλιο Αποφυλάκισης Επ’ Αδεία, αφού υπάρχουν σοβαρά προβλήματα και καθυστερήσεις στο σύστημα αποφυλάκισης.
Η βουλευτής του ΑΚΕΛ Σκεύη Κουκουμά σχολίασε ότι «από τη σημερινή συνεδρία διαφάνηκε ότι από πλευράς κυβέρνησης δεν έγινε σχεδόν τίποτε, πέρα από τον διορισμό μιας Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για εκσυγχρονισμό του σωφρονιστικού συστήματος γενικότερα, η οποία στελεχώνεται από εθελοντές. Εκτιμούμε την εμπειρογνωμοσύνη και το ενδιαφέρον τους, αλλά δεν θα ολοκληρωθεί η εργασία που απαιτείται, σωστά και έγκαιρα. Θεωρούμε ότι θα πρέπει η τροποποίηση του Άρθρου 14 του Νόμου περί Φυλακών να εξεταστεί ξεχωριστά και να ολοκληρωθεί το συντομότερο, έχοντας υπόψη ότι το ίδιο το Συμβούλιο Αποφυλάκισης Επ' Αδεία έχει καταθέσει εισηγήσεις και στην Επιτροπή μας και στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Η λειτουργία του Συμβουλίου γίνεται με ρυθμό χελώνας και πρέπει να προχωρήσουμε άμεσα στον εκσυγχρονισμό του. Είναι απαραίτητη η στελέχωση του Γραφείου του Συμβουλίου Αποφυλάκισης Επ’ Αδεία, με την απόσπαση κάποιου λειτουργού, για να προετοιμάζει τις συνεδρίες και να καταχωρεί τις αιτήσεις των φυλακισμένων προς εξέταση».
«Δεν πάει άλλο με εθελοντές»
Ο λειτουργός Φυλακών Ανδρέας Πηλαβάς ενημέρωσε τους βουλευτές ότι υπάρχουν τώρα αιτήσεις 24 κρατουμένων για αποφυλάκιση, ενώ επιφυλάσσεται η απόφαση σε δύο από αυτές (του Νικήτα Νικήτα και του Παναγιώτη Καυκαρή). Πρόσθεσε ότι ο πληθυσμός των Κεντρικών Φυλακών ανέρχεται σήμερα στους 580 κρατουμένους, άντρες και γυναίκες, υποδίκους και καταδίκους. Η Άννα Αντωνίου, Πρόεδρος του Συνδέσμου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Φυλακισμένων, σχολίασε σε δηλώσεις της ότι «δεν πάει άλλο, απλώς να κάνουμε συνεδριάσεις στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής, χωρίς να γίνεται συστηματική δουλειά από το Συμβούλιο Αποφυλάκισης Επ’ Αδεία, που δουλεύει μόνο μια φορά την εβδομάδα - ενώ χρειάζεται πενθήμερη εργασία.
Πόσους φυλακισμένους αποφυλάκισαν από τον καιρό που συστάθηκε το Συμβούλιο; Ελάχιστους. Έστω και αν τα μέλη του Συμβουλίου έχουν προσόντα και καλή διάθεση, δεν μπορούν να φέρουν αποτέλεσμα. Χρειάζεται προσωπικό από κρατικούς υπαλλήλους και όχι εθελοντές. Μια γυναίκα, μητέρα τεσσάρων παιδιών, μου τηλεφώνησε ότι θ’ αυτοκτονήσει, αν δεν εξεταστεί και εγκριθεί η αίτηση του συζύγου της γι’ αποφυλάκιση. Το Συμβούλιο δημιουργήθηκε για να δίνει μια δεύτερη ευκαιρία στους φυλακισμένους να βγουν από τη φυλακή, για να συντηρήσουν τα παιδιά τους».
Oργανωτική δομή και risk assessment
Γιώργος Μαυρολέφτερος, Αντιπρόεδρος Συμβουλίου Αποφυλάκισης Επ’ Αδεία: «Το θέμα της λειτουργίας του Συμβουλίου χάνεται μέσα στον Περί Φυλακών Νόμο. Το πρόβλημα διαιωνίζεται για χρόνια, ενώ μας καίει το ζήτημα της οργανωτικής δομής, που μεταφέραμε και στον Υπουργό Δικαιοσύνης, όταν τον συναντήσαμε στις 11 Μαϊου 2015. Αν δεν δημιουργηθεί οργανωτική δομή του Συμβουλίου, τα προβλήματα θα διογκώνονται. Η άποψή μας είναι ότι θα πρέπει να διοριστεί ένα άτομο πλήρους απασχόλησης, για να ξεκινήσει οργανώνοντας τα εγχειρίδια, για το πώς θα λειτουργούν οι επιτηρητές, για την επίλυση προβλημάτων και για διοικητικά ζητήματα. Η άποψη του Υπουργού ήταν ότι πρέπει να γίνει μίσθωση υπηρεσιών. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, δεν θα λειτουργήσει η λύση αυτή.
Χρειάζεται άτομο να αναλάβει τη διοίκηση του Συμβουλίου. Ένα άλλο πρόβλημα, είναι η αυξανόμενη πολυπλοκότητα των υποθέσεων, καθώς η απουσία οργανωτικής δομής εμποδίζει τη δημιουργία μηχανισμών αύξησης της απόδοσής μας. Μέσα σε αυτήν την οργανωτική δομή, χρειάζεται να στηθεί ένα σύστημα αξιολόγησης βαθμού επικινδυνότητας (risk assessment), που είναι πολυδιάστατο. Εμείς δεν έχουμε αυτήν τη δυνατότητα και αντιλαμβάνεστε ότι όταν υπάρχει έλλειψη μηχανισμού για το risk assessment τι μπορεί να προκύψει. Αυτό δεν είναι κάτι στατικό, υπάρχει μια δυναμική, οπότε πρέπει να υπάρχει συνεχής βελτίωση, με τη λήψη περισσότερων δεδομένων».




