Να ποια είναι η σημαντικότερη αξία για τη LIBE
Η πολιτική βούληση για υπερίσχυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και όχι της λιτότητας, ως αξία και ως ιδεολογία, είναι η πιο αναγκαία αλλαγή που πρέπει να επιδιώξουμε, εν μέσω οικονομικής κρίσης
Η πιο σημαντική πρόταση για αλλαγή, σε αυτήν την περίοδο οικονομικής κρίσης στην Κύπρο, είναι η πολιτική θέληση για υπερίσχυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και όχι της λιτότητας, ως αξία και ως ιδεολογία, αναφέρει η έκθεση για την Κύπρο, της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (LIBE), που έγινε αντικείμενο συζήτησης στην προχθεσινή συνεδρία της κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθώς διαπιστώνει σωρεία παραβιάσεων θεμελιωδών δικαιωμάτων στον τόπο μας, το τελευταίο διάστημα, σε τομείς όπως η εκπαίδευση, η υγεία, η δικαιοσύνη και η ελευθερία της έκφρασης, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης.
«Μια ενδεχόμενη αποτυχία σε αυτό, σημαίνει ότι οι δημοκρατικές αξίες, για τις οποίες πολέμησαν οι προηγούμενες γενιές, θα εξαφανιστούν, όταν τελικά βγούμε από την οικονομική κρίση», επισημαίνει η συγγραφέας της μελέτης Κορίνα Δημητρίου, νομικός εμπειρογνώμονας και ερευνήτρια. Όπως αναφέραμε σε ρεπορτάζ στη χθεσινή έκδοση της «Σ», οι εκπρόσωποι αρμόδιων Υπουργείων και άλλων κρατικών υπηρεσιών, που κλήθηκαν προχθές στη Βουλή να συζητήσουν την έκθεση (η οποία είναι γραμμένη στα αγγλικά και δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά), παρουσιάστηκαν σοκαρισμένοι και αρνητικοί απέναντι σε πολλά ευρήματά της και μίλησαν για «αυθαίρετα συμπεράσματα», «υπερβολές» και «λανθασμένα στοιχεία». Κληθείσα από τη «Σ» να σχολιάσει τις αντιδράσεις των κυβερνητικών εκπροσώπων, η Κορίνα Δημητρίου παρατήρησε ότι «στην Κύπρο, πολλοί δεν είναι συνηθισμένοι να βλέπουν εκθέσεις εμπειρογνωμόνων και να τις συζητούν. Θεωρούν ότι οι πάντες έχουν στόχο να τους εκθέσουν…».
Ένα μέτρο και όχι μια ιδεολογία
«Η οικονομική κρίση οδήγησε σε οπισθοδρόμηση τον πυρήνα των δικαιωμάτων, ως προς την αντίληψη της κοινωνικής δικαιοσύνης», αναφέρει στην επίμαχη έκθεσή της η Κορίνα Δημητρίου και συνεχίζει, καταθέτοντας προτάσεις για βελτίωση του σεβασμού θεμελιωδών δικαιωμάτων, σε περίοδο οικονομικής κρίσης: «Εισηγήσεις που αφορούν κενά και αδυναμίες, θα αποκτήσουν νόημα και χρησιμότητα, αν η λιτότητα ιδωθεί ως ένα μέτρο και όχι ως μια ιδεολογία, και αν υπάρχει πολιτική θέληση για σεβασμό των δικαιωμάτων, ως θεμελιώδους προτεραιότητας. Πολλές εισηγήσεις μπορούν να γίνουν για βελτίωση της προστασίας των δικαιωμάτων, που εξετάστηκαν σε αυτήν την έκθεση: μηχανισμοί εξασφάλισης ίσης πρόσβασης στην εκπαίδευση, δωρεάν μεταφορά στο σχολείο για όλους τους μαθητές και συμπερίληψη της παρουσίασης των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο σχολικό πρόγραμμα.
Η πρόσφατη χρέωση υπηρεσιών υγείας, ανεξαρτήτως εισοδήματος, θα πρέπει να επανεξεταστεί, λαμβάνοντας υπ' όψιν τις ειδικές συνθήκες των ευάλωτων ομάδων. Το πάγωμα των θέσεων στον δημόσιο τομέα και η ιδιωτικοποίηση κρατικών οργανισμών πρέπει να επανεξεταστούν, από την άποψη των εργασιακών δικαιωμάτων: τα επιδόματα των υπηρεσιών κοινωνικής ευημερίας, που καταργήθηκαν μετά το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, πρέπει να επανέλθουν για τους ηλικιωμένους, τους άπορους και τα άτομα με αναπηρίες. Ο κοινωνικός αντίκτυπος της απώλειας στέγης, που θα είναι αποτέλεσμα της εφαρμογής των εκποιήσεων κατοικιών από τις τράπεζες, πρέπει να αντιμετωπισθεί με ιδιαίτερη προσοχή.
Το θέμα της κακής αστυνομικής διαχείρισης των μεταναστών και αιτητών ασύλου, που διαμαρτύρονται εναντίον μέτρων που επηρεάζουν τις ανάγκες τους, πρέπει να τύχει χειρισμού. Η νομική αρωγή πρέπει να είναι διαθέσιμη ως δικαίωμα και όχι ως επιλεκτική χορηγία από τα δικαστήρια, για όλα τα πρόσωπα, τα θεμελιώδη δικαιώματα των οποίων παραβιάστηκαν, ανεξαρτήτως εισοδήματος. Οι μηχανισμοί παρακολούθησης ζητημάτων που αφορούν τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως οι κοινωνικοί εταίροι, πρέπει να ενισχυθούν, για να μπορέσουν να επιφέρουν την αλλαγή, μέσω της παραχώρησης επαρκών πόρων και της ενδυνάμωσης του μηνύματός τους».
Πνεύμα υπεράσπισης δικαιωμάτων
Αναφέρει, μεταξύ άλλων, η έκθεση LIBE, ως γενικές εισηγήσεις της για την Κύπρο: «Παρά τις περικοπές στους προϋπολογισμούς όλων των τομέων που εξετάστηκαν, μπορεί κάποιος ν’ αναγνωρίσει πεδία, όπου μπορούν να γίνουν βελτιώσεις. Σημαντικότερη απ’ όλες είναι η ανάγκη ανάπτυξης ενός πνεύματος υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ως πρωταρχικής αξίας, παρόλο το κλίμα λιτότητας. Αν αυτό το πνεύμα αρχίσει να διαπερνά ολόκληρο το φάσμα των υπηρεσιών και σχέσεων, θα μπορούσε να σημάνει την έξοδο από την κρίση. Προκειμένου να υπερασπίσουμε ανθρώπινα δικαιώματα, χρειάζεται να προτείνουμε ως πυρήνα του θέματος μιαν αντίληψη, που τον τελευταίο καιρό οπισθοδρόμησε, αφομοιωμένη σε εκφράσεις όπως “κοινωνική προστασία” και “δίκτυ ασφαλείας”.
Σε ό,τι αφορά τη νεότερη γενιά, μέτρα εγρήγορσης, όπως και το περιεχόμενο της σχολικής διδασκαλίας, πρέπει να προσαρμοστούν στις νέες πραγματικότητες που αντιμετωπίζει η Κύπρος, προσφέροντας κατάλληλες εξηγήσεις για τους λόγους της κρίσης που επηρεάζει τα παιδιά και τους νέους, και υποδεικνύοντας τη σημασία ενός αξιακού συστήματος δημοκρατίας και σεβασμού για τη διαφορετικότητα, σε μια δύσκολη περίοδο όπως η παρούσα».
Το στερεότυπο του μη προνομιούχου
Κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά σε επιμέρους προβλήματα, η έκθεση LIBE περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τις εξής εισηγήσεις: «Σε σχέση με το δικαίωμα στην εκπαίδευση, πρέπει να παρέχεται δωρεάν μεταφορά στο σχολείο, σε όσους τη χρειάζονται, ανεξάρτητα από το εισόδημα της οικογένειας. Στον ευαίσθητο τομέα της εκπαίδευσης, ένα μέτρο που θα αφορά μόνο τα παιδιά με προβλήματα, θα γίνει αναπόφευκτα μη δημοφιλές, καθώς κανένα παιδί δεν θα θέλει να έχει σχέση με το στερεότυπο του μη προνομιούχου. Αυτό ήδη έγινε εμφανές, με την εφαρμογή του “δωρεάν προγεύματος”, για παιδιά από άπορες οικογένειες, που έδειξαν ότι θα προτιμούσαν να μείνουν χωρίς πρόγευμα, παρά να παίρνουν το πρόγευμα των φτωχών.
Στον τομέα της υγείας, είναι επιτακτική ανάγκη να παρέχεται δωρεάν νοσηλεία για σοβαρές και επείγουσες περιπτώσεις, και να δίνεται χωρίς όρους και προϋποθέσεις θεραπεία, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες απειλείται η ανθρώπινη ζωή. Δωρεάν πρόσβαση στην υγεία πρέπει να έχουν μακρόχρονα άνεργοι και άτομα που απασχολούνται σε αδήλωτη εργασία. Ανεξάρτητα από το εισόδημα, πρέπει να καταργηθούν όλα τα νοσήλια και τις λύσεις στα μακρόχρονα προβλήματα του τομέα της υγείας πρέπει να τις δώσει ένα περιεκτικό σύστημα υγείας. Σε ό,τι αφορά το δικαίωμα εργασίας, η ιδιωτικοποίηση κρατικών εταιρειών πρέπει να συζητηθεί, έχοντας υπ' όψιν τα συμφέροντα των εργαζομένων. Στο πεδίο των συντάξεων, χρειάζεται ολοκληρωμένη αναδιοργάνωση, ώστε να ικανοποιηθούν οι ανάγκες των συνταξιούχων γενικά και των πιο ευάλωτων από αυτούς ειδικότερα, όπως οι χαμηλοσυνταξιούχοι.
Για να επιτευχθεί αυτό, η παρούσα νομοθεσία για το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα πρέπει να αναθεωρηθεί μέσω διαβουλεύσεων με τους εκπροσώπους των συνταξιούχων, με την αφαίρεση προβληματικών προνοιών, όπως η απώλεια κοινωνικής σύνταξης, για εκείνους που δεν κατάφεραν να κάνουν σχετική αίτηση. Σε ό,τι αφορά τις εκποιήσεις κατοικιών από τράπεζες, η διαμάχη που θα ξεσπάσει θα είναι πέραν της οικονομικής, στην κοινωνική σφαίρα, λαμβανομένης υπ' όψιν της ευπάθειας και της ηλικίας των ατόμων που θα χάσουν το σπίτι τους και το πώς η απώλεια στέγης θα επηρεάσει το δικαίωμα των παιδιών για εκπαίδευση, υγεία και ασφάλεια, και το δικαίωμα πρόσβασης του ιδιοκτήτη του σπιτιού στην αγορά εργασίας, μεταξύ άλλων δικαιωμάτων».
Αστυνομική βία και Αρχή Ισότητας
Η έκθεση επισημαίνει ότι «το δικαίωμα στην έκφραση, μέσω διαδηλώσεων, δεν είναι πρόβλημα για τους Κυπρίους στην Κύπρο, όμως πρέπει να ληφθούν μέτρα για να αντιμετωπισθεί η αστυνομική βαρβαρότητα εναντίον μεταναστών και αιτητών ασύλου, που διαμαρτύρονται εναντίον μέτρων λιτότητας, που τους επηρεάζουν. Αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν εκπαίδευση και επιμόρφωση αξιωματικών της Αστυνομίας, αλλά και ένα αποτελεσματικό και ανεξάρτητο σύστημα αντιμετώπισης των αστυνομικών υπερβολών, της ατιμωρησίας και της μη ποινικής δίωξης». Η έκθεση κατονομάζει την Αρχή Ισότητας του Γραφείου της Επιτρόπου Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ως «τον μοναδικό οργανισμό που έχει την εμπειρογνωμοσύνη και την πολιτική θέληση να φέρει αλλαγές», και τονίζει ότι «η Αρχή πρέπει να ενισχυθεί, με επαρκή χρηματοδότηση και πόρους, ώστε να δρα ως φύλακας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Προσθέτει ότι «η εντολή του Γραφείου της Επιτρόπου πρέπει να επεκταθεί, ώστε να του επιτρέψει να δρα ως υπέρμαχος και υπερασπιστής των θυμάτων».




