Μια σημαντική έρευνα με την άμεση εμπλοκή των μαθητών του Δημοτικού Σχολείου Αγλαντζιάς Α΄-Αγίου Γεωργίου
Η συμμετοχή των παιδιών στον σχεδιασμό και στην υλοποίηση της έρευνας υπήρξε ανεκτίμητης παιδαγωγικής και μαθησιακής αξίας
Το σχολείο θεωρεί ότι θα έπρεπε να αξιοποιηθούν τα αποτελέσματα της έρευνας, κάνοντας παρέμβαση με σκοπό να βοηθηθούν τα παιδιά, προς την κατεύθυνση της πρόληψης και της αντιμετώπισης του σχολικού εκφοβισμού
Με αφορμή τον στόχο που είχε θέσει η σχολική μονάδα για τη βελτίωση του κλίματος της τάξης και των σχέσεων των παιδιών, οι μαθητές της Στ’ τάξης του Δημοτικού Σχολείου Αγλαντζιάς Α΄-Αγίου Γεωργίου διεξήγαγαν έρευνα εντός του σχολείου, με θέμα το σχολικό εκφοβισμό, όπως αυτός εμφανίζεται στα σχολεία. Η έρευνα, που έγινε υπό την καθοδήγηση της εκπαιδευτικού της τάξης, με την επίβλεψη της Διεύθυνσης του σχολείου, πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο 2015 και παρουσιάστηκε στις 15 Μαΐου 2015.
Σε αυτήν τη σημαντική, με την άμεση εμπλοκή των ίδιων των παιδιών, έρευνα, συμμετείχαν όλοι οι μαθητές του σχολείου, οι οποίοι συμπλήρωσαν ερωτηματολόγιο με 20 ερωτήσεις, οι οποίες ετοιμάστηκαν από τα ίδια τα παιδιά. Χρησιμοποιήθηκαν ανώνυμα ερωτηματολόγια, για να προστατευτούν οι απόψεις του κάθε παιδιού. Στη συνέχεια, έγινε συγκέντρωση και επεξεργασία των δεδομένων των ερωτηματολογίων και εξαγωγή των αποτελεσμάτων από τα ίδια τα παιδιά και φυσικά με την καθοδήγηση της εκπαιδευτικού.
Περιστασιακά, τα περισσότερα
Μέσα από τις απαντήσεις που πήραμε», αναφέρεται από την εκπαιδευτικό, «δεν μπορούμε να δηλώσουμε με βεβαιότητα ότι όλα τα περιστατικά που δηλώνουν τα παιδιά ανήκουν στην κατηγορία «σχολικός εκφοβισμός», καθώς αυτά δεν εμφανίζονται κατ’ επανάληψιν και συστηματικά, όπως ορίζεται στη βιβλιογραφία. Τα περισσότερα περιστατικά του σχολείου φαίνεται να εμφανίζονται περιστασιακά.
Τα αποτελέσματα της έρευνας αποδείχθηκαν πολύ διαφωτιστικά, γιατί έδωσαν μια καθαρή εικόνα για το πώς σκέφτονται και πώς συμπεριφέρονται τα παιδιά του σχολείου. Οι μορφές παρενόχλησης που έχουν καταγραφεί είναι κοροϊδία σε σχέση με την εμφάνιση, την καταγωγή, τη συμπεριφορά και τον χαρακτήρα των παιδιών. Έχει καταγραφεί ακόμα ότι κάποια παιδιά καταφεύγουν στην κοροϊδία, έστω και αν τα ίδια ενοχλούνται, όταν οι άλλοι τους συμπεριφέρονται με αυτόν τον τρόπο.
Ένα μεγάλο ποσοστό παιδιών δήλωσαν ότι αντιμετωπίζουν τα περιστατικά ενημερώνοντας το εκπαιδευτικό προσωπικό, γονείς και φίλους, και όταν συμβαίνουν αυτά τα περιστατικά αισθάνονται κυρίως θυμό, φόβο και άγχος. Επίσης, δήλωσαν ότι γνωρίζουν το πλαίσιο στο οποίο γίνεται ο σχολικός εκφοβισμός και συνήθως ενημερώνουν το εκπαιδευτικό προσωπικό. Κάποια παιδιά δηλώνουν ότι παίρνουν το μέρος του θύματος κι ένα ποσοστό, ότι παρακολουθούν και δεν κάνουν τίποτα.
Φαίνεται, επίσης, ότι κάποια παιδιά ενοχλούν ή ενοχλούνται, λόγω του χαρακτήρα και της συμπεριφοράς των συμμαθητών τους, γεγονός που φανερώνει ότι κάποια παιδιά δυσκολεύονται να αποδεχθούν το διαφορετικό. Τέλος, πολλά παιδιά δήλωσαν ότι συμπαθούν παιδιά, φιλικά προς τα ίδια, που τους συμπεριφέρονται καλά και τα αγαπούν και φυσικά δεν συμπαθούν παιδιά τα οποία δεν τους συμπεριφέρονται ευγενικά, τα κοροϊδεύουν και τα ενοχλούν.
Το σημαντικότερο είναι ότι τα περισσότερα παιδιά δήλωσαν ότι μπορεί ν’ αλλάξει αυτή η κατάσταση και έκαναν εισηγήσεις για ενημέρωση των γονιών, διάλογο και συζήτηση, και καθορισμό παιδιών-παιδονόμων, που θα δρουν υποβοηθητικά στα περιστατικά.
Υλικό για σκέψη και για δράση
Το σχολείο θεωρεί ότι θα έπρεπε να αξιοποιηθούν τα αποτελέσματα της έρευνας, κάνοντας παρέμβαση με σκοπό να βοηθηθούν τα παιδιά, προς την κατεύθυνση της πρόληψης και της αντιμετώπισης του σχολικού εκφοβισμού. Οι μαθητές οι οποίοι διεξήγαγαν την έρευνα, κάνοντας μια δεύτερη ανάγνωση των αποτελεσμάτων, προσπάθησαν να δώσουν τις δικές τους ερμηνείες, αλλά και να προτείνουν τρόπους, με τους οποίους μπορούν να δράσουν.
Η εμπλοκή των μαθητών στον σχεδιασμό και στην υλοποίηση της έρευνας υπήρξε ανεκτίμητης παιδαγωγικής και μαθησιακής αξίας. Οι μαθητές είχαν την ευκαιρία να μελετήσουν σε βάθος ένα θέμα και να ακολουθήσουν τα στάδια διεξαγωγής της επιστημονικής έρευνας, πάντοτε στο μέτρο του δυνατού και του εφικτού για την ηλικία τους. Επιπρόσθετα, τροφοδότησαν όλους μας με υλικό για σκέψη και προβληματισμό, αλλά και για δράση.
Περισσότερα, όσα μας ενώνουν
Η έρευνα αποτέλεσε την έναρξη ενός κύκλου δραστηριοτήτων σε όλες τις τάξεις του σχολείου, ώστε να συζητηθεί το θέμα του σχολικού εκφοβισμού, να γίνει επεξεργασία σεναρίων εκφοβισμού, να δοθεί χώρος και χρόνος στα παιδιά να εκφράσουν αυτά που βιώνουν και νιώθουν. Αναγνώρισαν ότι δεν γνωρίζουν αρκετά καλά ο ένας τον άλλον και μέσα από διάφορες δραστηριότητες, προσπάθησαν να προβάλουν και να παρουσιάσουν τον εαυτό τους.
Επεξεργάστηκαν παραμύθια για τη διαφορετικότητα, κατέγραψαν αυτά που τους πληγώνουν και πώς θα ήθελαν να τα αντικαταστήσουν. Ενεπλάκησαν σε δραστηριότητες θεατρικού παιχνιδιού, ώστε να βιώσουν την ενσυναίσθηση και να δυναμώσουν τον εαυτό τους. Προωθώντας την ιδέα της ομαδικότητας και της συλλογικότητας, διαπίστωσαν την ύπαρξη ενός κοινού στόχου, της ανάγκης να ζουν σε ένα αρμονικό και ήρεμο περιβάλλον, και να αναγνωρίσουν ότι τα πράγματα που μας ενώνουν είναι πολύ περισσότερα από αυτά που μας χωρίζουν.
Η έκπληξη για τις απαντήσεις
Μέσα από την επεξεργασία των ερωτηματολογίων, τα παιδιά προβληματίστηκαν πολύ γι’ αυτά που διάβασαν και με μεγάλη έκπληξη συνειδητοποίησαν ότι συχνά συγκρούονται και δημιουργούνται εντάσεις και αντιπαραθέσεις, γιατί ο καθένας είναι διαφορετικός. Συζήτησαν και κατέληξαν ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν μεταξύ τους διαφορετικό ύψος, βάρος, πρόσωπο, μαλλιά, μάτια, χείλη, δόντια, συνήθειες, χαρακτήρα. Πόσο πραγματικά, όμως, γνωρίζουμε ο ένας τον άλλον;
Αν και μετράνε οι περισσότεροι, ήδη, 6 χρόνια μαζί στη σχολική ζωή, συνειδητοποίησαν ότι υπάρχουν πολλά που δεν γνωρίζουν ο ένας για τον άλλον. Επεξεργάστηκαν τα ακόλουθα μηνύματα: «Πρέπει να ξέρεις ότι δεν φταις εσύ!». «Μη νιώθεις ενοχές». «Έτσι, θα μάθεις να δείχνεις ανοχή και ανεκτικότητα στη συμπεριφορά του άλλου». «Μάθε ότι οι άνθρωποι γύρω σου πονούν με κάθε σου αρνητικό σχόλιο, όπως κι εσύ πονάς, όταν σου συμπεριφέρονται έτσι.
Άρα προσπάθησε να δείχνεις ανεκτικότητα και σεβασμό προς όλους τους ανθρώπους γύρω σου». «Ακόμη κι αν δεν είναι φίλοι σου ή αν δεν σου είναι συμπαθείς, οι λέξεις σου και οι πράξεις σου τους πληγώνουν». «Σπάσε τη σιωπή! Αν σου συμβαίνει κάτι τέτοιο, πρέπει να το πεις σε έναν ενήλικα (γονείς, δάσκαλο, διευθύντρια), ή σε κάποιους φίλους σου». «Μέσα από τη συζήτηση και τον διάλογο, μπορούμε να λύσουμε όποιες διαφορές έχουμε με άλλα παιδιά».
«Προστάτεψε τον εαυτό σου! Μην κυκλοφορείς μόνος ή μόνη. Καλύτερα να έχεις παρέα κάποιον φίλο ή φίλους σου». «Μην πηγαίνεις σε χώρους όπου δεν υπάρχουν ενήλικες να σε βοηθήσουν». «Δυνάμωσε τον εαυτό σου! Δώσε αξία σ' εσένα, μάζεψε δύναμη κι αυτοπεποίθηση, και τότε κανένας δεν θα μπορεί να σε απειλήσει».
Με αφετηρία τη Διακήρυξη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
Το ιστορικό της διεξαγωγής της έρευνας, σύμφωνα με το σχολείο, είναι: «Με αφετηρία τη μελέτη της Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που συνέταξε ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, οι μαθητές κατέληξαν στη διαπίστωση ότι κάποια ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι δεδομένα σε κάποιους πολιτισμούς, ενώ κάποια άλλα έρχονται ακόμη και σε αντίθεση με τα «πιστεύω» των ανθρώπων σε κάποιες κοινωνίες, προκαλώντας ασυμφωνία μεταξύ των ανθρώπων.
Μετά από εκτενή συζήτηση, για το πώς ορίζεται το ανθρώπινο δικαίωμα με αφορμή κάποια μεμονωμένα περιστατικά, τα οποία εντοπίζονται κατά καιρούς στα σχολεία, αποφασίστηκε να μελετηθεί το θέμα του σχολικού εκφοβισμού και να διερευνηθεί πώς αυτός εκδηλώνεται από τα παιδιά. Αρχικά, μελετήθηκε μέσα από διάφορα βιβλία και άρθρα το θέμα του σχολικού εκφοβισμού, τα χαρακτηριστικά του, οι μορφές με τις οποίες εκδηλώνεται, τα αίτια που τον προκαλούν, αλλά και τα συναισθήματα που βιώνουν τα άτομα που δέχονται εκφοβισμό.
Στη συνέχεια καταγράφηκαν οι ερωτήσεις που θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν και με την καθοδήγηση της εκπαιδευτικού ακολούθησε η διαδικασία διαμόρφωσης ενός ερωτηματολογίου, που να μπορεί να δίνει όσο το δυνατόν πιο αξιόπιστα αποτελέσματα, διασφαλίζοντας, παράλληλα, την ανωνυμία των συμμετεχόντων.
Τέλος, το ερωτηματολόγιο χορηγήθηκε στους μαθητές. Στη συνέχεια, ομαδοποιήθηκαν οι απαντήσεις των συμμετεχόντων και παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα σε γραφικές παραστάσεις, με τη βοήθεια του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Ακολούθησε παρουσίαση της έρευνας και στους γονείς. Το πρώτο βήμα έγινε από τα παιδιά και μάλιστα όσο πιο επιστημονικά μπορούσε. Το πρόβλημα σαφώς δεν λύνεται με τη διεξαγωγή μιας έρευνας, αλλά προϋποθέτει μια συλλογική προσπάθεια σχολείου, οικογένειας και κοινωνίας».




