Στην Κύπρο, ο Διευθυντής Σύνταξης, Γιάννης Σμυρλάκης
Πώς οι δημοσιογράφοι πέτυχαν με σκληρές προσωπικές θυσίες την κυκλοφοριακή της καθιέρωση και την οικονομική της επιβίωση


Την πραγματοποίηση του ονείρου μιας ομάδας δημοσιογράφων, να δημιουργήσουν τη δική τους εφημερίδα στην Αθήνα της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, και μάλιστα να πετύχουν με σκληρές προσωπικές θυσίες την ποιοτική και κυκλοφοριακή της καθιέρωση και την οικονομική της επιβίωση, περιέγραψε την περασμένη Τρίτη (19 Μαΐου 2015) ο Διευθυντής Σύνταξης της «Εφημερίδας των Συντακτών» και Πρόεδρος του Συνεταιρισμού των Εργαζομένων, στον οποίο ανήκει η εφημερίδα, Γιάννης Σμυρλάκης.

Μιλούσε σε εκδήλωση στη Δημοσιογραφική Εστία στη Λευκωσία, που οργάνωσε η Ένωση Συντακτών Κύπρου, όπου παρέστησαν, δυστυχώς, πολύ μικρός αριθμός δημοσιογράφων, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι συνταξιούχοι. Παρευρέθη ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος, Νίκος Χριστοδουλίδης. Ακολούθησε ανοικτή συζήτηση για όλα τα θέματα που αφορούν τον Τύπο, τη δημοσιογραφία και εμάς τους ίδιους τους δημοσιογράφους, στην Κύπρο και στην Ελλάδα.

Και, όμως, η «αποκοτιά» πέτυχε
«Η Εφημερίδα των Συντακτών» κυκλοφόρησε στις 5 Νοεμβρίου 2012 και συγκροτήθηκε κυρίως από πρώην εργαζομένους στην «Ελευθεροτυπία» και την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» που είχαν κλείσει -δημοσιογράφους, τεχνικούς και διοικητικούς- αλλά και από πρώην εργαζόμενους σε άλλα ΜΜΕ. «Είμαστε, ως εφημερίδα, ανάμεσα σε αυτές που θεωρούνται σοβαρές και σε αυτές που θεωρούνται λαϊκές», είπε ο Γιάννης Σμυρλάκης. Η εφημερίδα δεν είχε τη στήριξη οποιουδήποτε πολιτικού ή οικονομικού φορέα, δεν έχει ιδιοκτήτη-εκδότη και δεν είναι τμήμα ενός συγκροτήματος, ή ομίλου μέσων ενημέρωσης. Είναι απογευματινή και κυκλοφορεί καθημερινά, εκτός Κυριακής.

«Θέλουμε να προσφέρουμε καθημερινή ενημέρωση και όχι να πάμε στη λογική της αγοράς της Κυριακής, της τελευταίας δεκαετίας, δηλαδή να δίνουμε στους αναγνώστες, πέντε dvd, τέσσερις τραγουδιστές και έναν ταχυδακτυλουργό να καταπίνει φωτιές, για να μας αγοράζουν, χωρίς να κοιτάζουν είτε το πρωτοσέλιδο είτε το περιεχόμενο», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Γιάννης Σμυρλάκης. Επίσης, μεταξύ άλλων, ο κ. Σμυρλάκης είπε: «Για μας, αυτή είναι μια ιδιαίτερα συγκινητική στιγμή, γιατί κανείς δεν πίστευε ότι θα προχωρήσει αυτή η προσπάθεια που κάνουμε, αυτή η αποκοτιά θα έλεγα. Όταν η “Ελευθεροτυπία” έβαλε λουκέτο, φτιάχτηκε ένας πυρήνας ανθρώπων που θεώρησαν ότι αυτή είναι η ευκαιρία, μαζί με απολυμένους από άλλες εφημερίδες και ΜΜΕ.

Ξεκινήσαμε τις διεργασίες κι αυτό δεν ήταν εύκολο ή απλό - άλλο να είσαι εργαζόμενος και άλλο να είσαι επιχειρηματίας και εκδότης. Ήμασταν 150 άνθρωποι, με 150 διαφορετικές απόψεις ο καθένας και ο καθένας ήθελε μια εφημερίδα, όπως τη φανταζόταν ο ίδιος. Αυτή η δυσκολία ήταν μεγαλύτερη και από την οικονομική, αφού δεν είχαμε φράγκο στην τσέπη, μια που οι περισσότεροι από εμάς ήταν απολυμένοι, ή απλήρωτοι από την εργασία τους, για πολύ καιρό».

Η αλαζονεία σε δεύτερο επίπεδο
«Σιγά σιγά μέσα από τις συζητήσεις», ανέφερε ο Γ. Σμυρλάκης, «πεισθήκαμε όλοι ότι πρέπει να ενώσουμε τις δυνάμεις μας. Και ότι πρέπει ο καθένας να βάλει σε πρώτο επίπεδο το συλλογικό πνεύμα και να αφήσει σε δεύτερο επίπεδο την αλαζονεία που έχει κατακτήσει, μέσα από τη δημοσιογραφία. Αυτό το αδιανόητο, των πρώτων μας συναντήσεων, κατακτήθηκε σιγά-σιγά και καταφέραμε να βρούμε έναν κοινό στόχο, για να υπάρξει μια βάση. Καταλήξαμε ότι πρέπει να φτιάξουμε έναν συνεταιρισμό, που να είναι ο ιδιοκτήτης-εκδότης, με τις αποφάσεις να λαμβάνονται πάντα από την πλειοψηφία. Τα στελέχη της Διεύθυνσης της εφημερίδας είναι αιρετοί, εκλεγμένοι από τη Γενική Συνέλευση, όπως και το Δ.Σ. του Συνεταιρισμού και στο τέλος της χρονιάς λογοδοτούμε και μας αποσύρουν ή όχι.

Οι επικεφαλής όλων των τμημάτων των συντακτών είναι επίσης εκλεγμένοι από τα τμήματά τους και κάνουν καθημερινή διαχείριση, με βασικό κανόνα, τους κανόνες της πλειοψηφίας. Δουλέψαμε για μήνες αμισθί, ενώ υπήρξε ένα συγκλονιστικό κίνημα συμπαράστασης από ανθρώπους εκτός Τύπου, που μας ήταν άγνωστοι και τους ήμασταν άγνωστοι και μας έφερναν ακόμα και γραφειακό εξοπλισμό. Ο μισθός, είναι για όλους -από τον Διευθυντή μέχρι την καθαρίστρια- ο ίδιος, με βάση τον κατώτατο μισθό του 2009 και την τελευταία συλλογική σύμβαση εργασίας που υπέγραψε τότε η ΕΣΗΕΑ, με τους εκδότες. Όλοι παίρνουμε τον κατώτατο μισθό».

«Χρωστάμε μόνο στους εαυτούς μας»
O Γιάννης Σμυρλάκης είπε ότι τη στιγμή της γέννησης της εφημερίδας «δεν υπήρχε κανένας χρηματοδότης, δεν υπήρχαν λεφτά και συμφωνήσαμε όλοι, ότι για να επιβιώσει, θα πρέπει να έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά - να είναι ανεξάρτητη και χωρίς εμπλοκή με οποιοδήποτε πολιτικό φορέα, πλουραλιστική, με όλες τις απόψεις, όπως εκφράζονται στην κοινωνία και αντι-μνημονιακή, αφού όλοι είμαστε θύματα των μνημονίων και της κρίσης. Τη συγκεκριμένη στιγμή, όλο το μιντιακό σύστημα στήριζε τα σκληρά μέτρα των κυβερνήσεων, αλλά εμείς είπαμε κάτι άλλο.

Οι μεγάλοι παραδοσιακοί εκδότες έβαζαν στοίχημα ότι, 15 ημέρες μετά την έκδοσή της, η εφημερίδα θα έκλεινε, όπως είχε συμβεί με άλλες εφημερίδες το ίδιο διάστημα. Όμως, εμείς συνεχίζουμε, διόμισι χρόνια μετά, και μάλιστα είμαστε η υγιέστερη επιχείρηση στον χώρο του Τύπου, χωρίς δάνεια και χωρίς να χρωστάμε στο δημόσιο, σε αντίθεση με τους μεγαλοεκδότες - χρωστάμε μόνο στους εαυτούς μας. Τον τελευταίο χρόνο υπάρχει σταθερή καταβολή του μισθού μας και είμαστε η μοναδική εφημερίδα, με σταθερή ανοδική τάση, τόσο κυκλοφοριακά, όσο και οικονομικά».

Η διαφήμιση απέναντι στη δεοντολογία
Νίκος Χριστοδουλίδης: «Πόσο μπορεί να είναι αντικειμενικές οι εφημερίδες, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης σαν τη σημερινή, όταν εξαρτώνται οικονομικά από τις διαφημίσεις ιδιωτικών οργανισμών, που εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα;».

Γιάννης Σμυρλάκης: «Αρκετά ιδιωτικά συγκροτήματα, που μας θεωρούν επικίνδυνους αντίπαλους, μας αποκαλούν κομματικό όργανο του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Αυτό που έγινε, είναι ότι υπήρχε ένα ρεύμα και εμείς πιστέψαμε ότι θα έπρεπε να μπούμε σε αυτό, για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε, χωρίς να έχουμε συναίσθηση, ότι το αρχικό ρεύμα 4% του ΣΥΡΙΖΑ, θα γινόταν τόσο τεράστιο. Ανακαλύψαμε ξανά την αρχή του ρεπορτάζ και ξαναπήγαμε στις βασικές αρχές της δεοντολογίας και του ρεπορτάζ. Κάναμε έρευνα αγοράς και ξέρουμε ποιο είναι το αναγνωστικό κοινό μας. Μεγάλο κομμάτι του αναγνωστικού κοινού μας, είναι όντως οι αριστερόστροφοι, 45-55 χρονών, με εισοδήματα άνω του μετρίου, με υψηλό πνευματικό επίπεδο. Στην αρχή δεν είχε διαφημίσεις η εφημερίδα… μετά άρχισαν οι εκβιασμοί και σήμερα διαπραγματευόμαστε επί ίσοις όροις. Π.χ. τον περασμένο μήνα, υπήρξε ένα τεράστιο πρόβλημα στις Σκουριές Χαλκιδικής, με μια μεγάλη επένδυση, εξόρυξης χρυσού.

Είμαστε η μοναδική εφημερίδα που σπάσαμε το τείχος της σιωπής, προβάλαμε τις κινητοποιήσεις των κατοίκων και ταχθήκαμε κατά της περιβαλλοντικής καταστροφής της περιοχής. Η εταιρεία που έκανε την επένδυση, μας έδωσε πλουσιοπάροχη διαφήμιση, πιστεύοντας ότι θα σιωπήσουμε. Δεν σιωπήσαμε και άρχισαν οι εκβιασμοί… είχαμε τεράστιο δίλημμα, κατά πόσον έπρεπε να πάρουμε διαφήμιση από αυτούς που καταγγέλλαμε ότι θα καταστρέψουν το περιβάλλον…

Δεν ξέρω αν είναι ηθικό ή σωστό, αλλά μας εξυπηρετούσε εκείνη τη στιγμή να πάρουμε τη διαφήμιση, χωρίς να αλλάζουμε γραμμή και συνεχίζοντας να στηρίζουμε τους κατοίκους και να καταγγέλλουμε την περιβαλλοντική καταστροφή. Λένε ότι τα παίρνουμε από τον ΣΥΡΙΖΑ. Κι όμως περισσότερα χρήματα παίρνουμε σε διαφήμιση, από μια τράπεζα που δεν είναι ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς φυσικά να αμβλύνεται η κριτική μας απέναντι σε αυτά που έκανε ο τραπεζίτης». Το βασικό μας σύνθημα, είναι ότι μοναδικοί εργοδότες μας είναι οι αναγνώστες μας. Ο στόχος, είναι να επιβιώσουμε κατ’ αρχήν κυκλοφοριακά και από αυτό ξεκινούμε και όντως δεν θέλουμε τη διαφήμιση. Όμως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική, αφού χρειαζόμαστε τη διαφήμιση»...