Σύμφωνα με εκτιμήσεις του διευθυντή του ΚΕΝΘΕΑ
Πιο σοβαρό, το εύρημα ότι ένας στους τρεις ερωτηθέντες δήλωσαν ότι έκαναν έστω και μια φορά χρήση παράνομων ουσιών
Το εύρημα, ότι ένας στους τρεις ερωτηθέντες δήλωσαν ότι έκαναν έστω και μια φορά χρήση παράνομων ουσιών, με το ένα τέταρτο από αυτούς να είναι νέοι 18-24 ετών, είναι το πιο σοβαρό στην έρευνα του Πανεπιστημίου Λευκωσίας και της εταιρείας IMR, για λογαριασμό της Αστυνομίας, που παρουσιάστηκε προχθές, εκτιμά ο επιστημονικός διευθυντής του ΚΕΝΘΕΑ (Κέντρου Ενημέρωσης για τα Ναρκωτικά και Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων), νευρολόγος-ψυχίατρος Δρ Κυριάκος Βερεσιές.
«Πρώτη φορά έχει διαπιστωθεί επιστημονικά τόσο μεγάλος αριθμός κι αυτό είναι ένα στοιχείο ακόμα πιο ανησυχητικό, αν ληφθεί υπ' όψιν ότι πολλοί περιστασιακοί χρήστες θα περάσουν κάποια μέρα στην καθημερινή χρήση, στην κατάχρηση και στην εξάρτηση, όπως δείχνουν συγκεκριμένες έρευνες στις ΗΠΑ», επεσήμανε ο Δρ Βερεσιές, ο οποίος παρευρέθηκε στην προχθεσινή παρουσίαση της έρευνας, στη Λευκωσία, που αφορά τις παραβατικές τάσεις των νέων για τα ναρκωτικά, το αλκοόλ, το κάπνισμα και τον τζόγο. «Ανησυχητικά είναι και τα υψηλά ποσοστά κατάχρησης του αλκοόλ ανάμεσα στους νέους και στις γυναίκες και τα ακόμα πιο υψηλά ποσοστά καπνιστών», σημείωσε.
Επιστημονικά και πειστικά στοιχεία
Υπενθυμίζουμε ότι η έρευνα έγινε τον Νοέμβριο 2014, με δείγμα χιλίων ατόμων 15-30 ετών. Σε ερώτηση, κατά πόσο έχουν παρατηρήσει αύξηση στη χρήση ναρκωτικών από νέους, το 86% απάντησαν θετικά, ενώ ένας στους δύο απάντησαν θετικά και στην ερώτηση αν γνωρίζουν άτομα από το περιβάλλον τους που κάνουν χρήση ναρκωτικών. «Αυτό σημαίνει ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού επικοινωνεί, ή συναντάται καθημερινά με ανθρώπους που κάνουν κατάχρηση ουσιών, επιπρόσθετα στο εύρημα ότι το ένα τρίτο των ατόμων που έλαβαν μέρος δήλωσαν ότι έχουν εύκολη πρόσβαση σε ουσίες και επιπρόσθετα στη δήλωση του 85% των συμμετεχόντων, ότι καταναλώνουν αλκοόλ», σχολίασε ο Δρ Βερεσιές και πρόσθεσε:
«Η έρευνα αυτή, που έγινε κατόπιν εισήγησης της Αστυνομίας, συνιστά μια πολύ θετική εξέλιξη, από την άποψη ότι με βάση επιστημονικά δεδομένα και τα πειστικά πλέον στοιχεία, θα μπορούν να εφαρμόζονται πιο αποτελεσματικά προγράμματα πρόληψης και καταστολής. Είναι σημαντικό, γιατί για πρώτη φορά η Αστυνομία, σε συνεργασία με ένα ακαδημαϊκό κέντρο όπως το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, κάνει έρευνα για να έχει στη διάθεσή της κάποια τεκμήρια από την κυπριακή πραγματικότητα. Αυτό ανοίγει νέους δρόμους, καθώς υπάρχει πλέον επιστημονική τεκμηρίωση της κατάστασης για την παραβατικότητα γύρω από το θέμα της χρήσης ουσιών».
Θεραπεία, αντί της φυλάκισης
«Πολύ θετική» χαρακτήρισε ο επιστημονικός διευθυντής του ΚΕΝΘΕΑ την ανακοίνωση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, ότι θα δημιουργηθεί διεπιστημονικό κέντρο ερευνών, «γιατί έτσι μπαίνουμε σε υψηλά επίπεδα αξιολόγησης της πραγματικότητας και λήψης μέτρων, βασισμένων σε επιστημονικά αποδεδειγμένα δεδομένα». Πρόσθεσε ότι «είναι επίσης θετική η αναφορά του Υπουργού και εμείς ως ΚΕΝΘΕΑ την επικροτούμε, ότι ετοιμάστηκε το νομοσχέδιο που εκκρεμεί στη Νομική Υπηρεσία, με το οποίο ο χρήστης δεν θα αντιμετωπίζεται και στιγματίζεται πλέον ως κοινός εγκληματίας, αλλά ως άτομο που έχει ανάγκη βοήθειας και στήριξης από την πολιτεία, και αντί του εγκλεισμού στη φυλακή να μπορεί, στο πλαίσιο της νομικής δικαιοσύνης, να πετύχει την απεξάρτησή του από τα ναρκωτικά».
Ο Δρ Βερεσιές σημείωσε ότι «υπάρχει χαμηλή πληροφόρηση στην κοινωνία, για τα θεραπευτικά κέντρα και τις δυνατότητες για θεραπεία του εξαρτημένου ατόμου. Έκανα παρέμβαση στην προχθεσινή παρουσίαση της έρευνας, λέγοντας ότι αν δεν προχωρήσουμε στη θεραπεία και στη δυνατότητα θεραπείας, αντί φυλάκισης, τότε θα πρέπει σε κάθε πόλη να κτίσουμε και μια φυλακή με τα ποσοστά χρηστών που έχουμε. Και εμείς και η Αστυνομία πρέπει να προσπαθήσουμε να γίνει πιο γνωστό στον κόσμο, ότι υπάρχουν θεραπευτικά προγράμματα και ότι ο καθένας μπορεί να πάρει βοήθεια αν τη ζητήσει».
Κοινό στοιχείο μορφών παραβατικότητας
Ο Πρόεδρος του Δ.Σ. του Πανεπιστημίου Λευκωσίας Νίκος Περιστιάνης, στον χαιρετισμό του κατά την παρουσίαση της έρευνας, ανέλυσε κοινωνιολογικά το θέμα της παραβατικότητας, μέσα από μορφές της, όπως η χρήση παράνομων ουσιών-ναρκωτικών, η κατάχρηση αλκοόλ και οι τροχαίες παραβάσεις. Είπε ότι έχουν κοινό στοιχείο τους την παραβίαση αρχών, αξιών και νόμων μιας κοινωνίας, που στην ακραία μορφή της εκδηλώνεται ως εγκληματικότητα.
Πρόσθεσε ότι υπάρχουν πολλές θεωρίες στο ερώτημα, «γιατί γίνονται οι παραβάσεις» και αναφέρθηκε σε βιολογικές, που αφορούν το DNA του ατόμου και τα χαρακτηριστικά των γονιών του και σε ψυχολογικές, σχετικές με την ανάπτυξη του «υπερεγώ» και την καταπίεση των επιθετικών ενστίκτων. Έκανε επίσης αναφορά στις κοινωνικο-ψυχολογικές θεωρίες, όπως τον χαμηλό αυτοέλεγχο και τις επιρροές της οικογένειας (αξίες του πατέρα), αλλά και τις κοινωνιολογικές, φέροντας ως παράδειγμα τις παραβιάσεις που δοκιμάζουν τα «αξιολογικά όρια» μιας ομάδας/κοινότητας.
Η πρόληψη, καθήκον της κοινωνίας
Ανέφερε ότι αυτές οι παραβιάσεις μπορεί να οδηγήσουν είτε σε συσπείρωση των νομιμοφρόνων και ενίσχυση των επικρατουσών αξιών, είτε σε κοινωνική αλλαγή (εάν «πείσουν» οι παραβάτες). Έφερε ως παράδειγμα την πρόσφατη νομιμοποίηση της χρήσης κάνναβης, σε κάποιες πολιτείες των ΗΠΑ. Αναφερόμενος στο έργο της Αστυνομίας, επεσήμανε ότι είναι δύσκολο αυτό να εξαρτάται από τις εκάστοτε επικρατούσες θεωρίες, παρά το ότι οφείλει να μαθαίνει από αυτές και τόνισε ότι η επικέντρωση στον έλεγχο, δηλαδή στους μηχανισμούς παρεμπόδισης/πρόληψης και τιμωρίας, είναι μέρος της αστυνομικής αποστολής.
«Όμως η πρόληψη είναι καθήκον ολόκληρης της κοινωνίας», ανέφερε, «γιατί τελικά είναι οι δεσμοί του ατόμου με την κοινωνία, που παρεμποδίζουν, προλαβαίνουν τις παραβατικές πράξεις. Όταν οι άνθρωποι έχουν αίσθηση της σύνδεσης, της αφοσίωσης, της προσήλωσης και της ενεργητικής εμπλοκής με άλλους νομιμόφρονες πολίτες, και έμαθαν να αποδέχονται και να πιστεύουν στην ανάγκη οικειοθελούς αποδοχής των νόμων, τότε υπάρχουν λιγότερες πιθανότητες παραβατικότητας».
Ο παραβάτης, ένας από εμάς
Έθεσε και το διαζευκτικό ερώτημα ο Νίκος Περιστιάνης: Αν, παρά τις προσπάθειες, οι παραβάσεις συνεχίζονται, τι πρέπει να κάνει η κοινωνία; «Η απάντηση άλλαξε διαχρονικά, αφού οι μορφές ελέγχου διαφοροποιήθηκαν. Τον Μεσαίωνα επιβάλλονταν στους παραβάτες σκληρές, σωματικές τιμωρίες. Στη μεταγενέστερη παραδοσιακή κοινωνία υπήρχε η δημόσια διαπόμπευση. Από τον 19ο αιώνα και εντεύθεν καθιερώθηκαν τα μεγάλα ιδρύματα ελέγχου, δηλαδή οι φυλακές και τα άσυλα, με τους παραβάτες να αντιμετωπίζονται από τους ειδικούς, δηλαδή τους φύλακες, ψυχολόγους/ψυχίατρους, εγκληματολόγους και θεραπευτές. Είναι προφανές ότι μέσα στους τελευταίους δύο αιώνες άλλαξε η οπτική αντιμετώπισης των παραβατών και από την ανταπόδοση, την εκδίκηση και την καθυπόταξή τους, η πολιτεία υιοθέτησε τη φιλοσοφία της διόρθωσης, της θεραπείας και της αναμόρφωσης.
Το πιο σύγχρονο στάδιο, της ίδιας φιλοσοφίας, περιλαμβάνει την επανένταξη στην κοινότητα, την απο-ιδρυματοποίηση και την αφαίρεση του στίγματος/ταμπέλας. «Υπάρχει σήμερα μια ακόμα μεγαλύτερη αποδοχή, αφού ο παραβάτης θεωρείται ένας από εμάς, δηλαδή “φυσιολογικός” άνθρωπος που έσφαλε, ή πήρε λάθος δρόμο, ή είναι άρρωστος, που χρειάζεται βοήθεια για να συνέλθει και να επανενταχθεί. Η έμφαση δίνεται πλέον στην πρόληψη των αρνητικών αποτελεσμάτων της μέθης (π.χ. να μην οδηγούν υπό την επήρεια αλκοόλ), μέσα από την εκπαίδευση στα σχολεία, τις διαφημίσεις κλπ».
Σύγχρονες μέθοδοι ενεργητικής μάθησης
Είπε, μεταξύ άλλων, στην παρουσίαση της έρευνας ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης Ιωνάς Νικολάου: «Το θέμα της νεανικής παραβατικότητας, με οποιαδήποτε μορφή και αν εμφανίζεται, είναι ένα πολυδιάστατο κοινωνικό φαινόμενο, στο οποίο εμπλέκονται συνολικά το οικογενειακό, το σχολικό και το κοινωνικό περιβάλλον, και απασχολεί ιδιαίτερα το Υπουργείο μας. Έτσι, βάσει του Προγράμματος Διακυβέρνησης, υλοποιούνται συγκεκριμένες πολιτικές με βασικούς πυλώνες που αφορούν την πρόληψη, την καταστολή, τη θεραπεία και την κοινωνική ένταξη των ατόμων με εξάρτηση. Συνεπώς, απευθυνόμαστε στοχευμένα στους νέους, σε ευάλωτες ομάδες και στους περιστασιακούς χρήστες, επικεντρώνοντας κυρίως στις αιτίες του προβλήματος, επιδιώκοντας την προαγωγή της γενικότερης ψυχοκοινωνικής υγείας των νέων, μέσω μιας αμιγούς εκπαιδευτικής διαδικασίας, βασισμένης σε σύγχρονες μεθόδους ενεργητικής μάθησης».




