Διαφέρει η έρευνα του Εισαγγελέα από εκείνην της Κεφαλαιαγοράς
Το Κακουργιοδικείο απέρριψε τα αιτήματα και των 6 κατηγορουμένων στην υπόθεση της Τράπεζα Κύπρου για απαλλαγή ή αναστολή ή διακοπή της δίκης
Το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας απέρριψε χθες τις προδικαστικές ενστάσεις περί κατάχρησης διαδικασίας, που υπέβαλαν οι συνήγοροι υπεράσπισης πέντε κατηγορουμένων στην υπόθεση της Τράπεζας Κύπρου, ενώ απέρριψε και το αίτημα του κατηγορούμενου Ανδρέα Αρτέμη για απαλλαγή από τη διαδικασία. Τα τέσσερα ανώτατα πρώην στελέχη της Τράπεζας Κύπρου και η Τράπεζα Κύπρου ως νομικό πρόσωπο είχαν ζητήσει αναστολή ή και διακοπή της υπόθεσης, επειδή εκκρεμούν στο Ανώτατο Δικαστήριο προσφυγές τους εναντίον της απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, που τους επέβαλε διοικητικά πρόστιμα.
Διαφορετική η έρευνα της Κεφαλαιαγοράς
Στην πολυσέλιδή τους απόφαση, η ανάγνωση της οποίας διήρκεσε περίπου δυόμισι ώρες, τα μέλη του Κακουργιοδικείου (Πρόεδρος Λένα Δημητριάδου-Ανδρέου, Χαράλαμπος Χαραλάμπους και Μαρίνα Παπαδοπούλου) σημειώνουν, μεταξύ άλλων, ότι δεν θεωρούν τη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ως ποινική, αλλά ακόμα και αν αυτή θεωρηθεί ως ποινική, δεν συμφωνούν ότι αφορά τα ίδια ή παρόμοια γεγονότα, τα ίδια ή διαφορετικά αδικήματα για τα οποία θα μπορούσαν να καταδικαστούν οι κατηγορούμενοι κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.
Σημειώνουν, επίσης, ότι δεν συμφωνούν ότι δεν μπορεί να παρασχεθεί στους κατηγορουμένους μια δίκαιη δίκη ή ότι η συνέχιση της υπόθεσης ενδέχεται να προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό των κατηγορουμένων ή να θέσει οποιαδήποτε σκιά στην υπόληψη της δικαιοσύνης στον τόπο μας. «Αντιθέτως η απεμπόληση εξουσίας των δικαστηρίων ενδεχομένως να έθετε αυτά σε ανυποληψία στη συνείδηση ενός αντικειμενικού παρατηρητή», τονίζουν. Αναφέρουν, επίσης, ότι δεν συμφωνούν ότι η προώθηση της παρούσας υπόθεσης είναι καταπιεστική ή άδικη για τους κατηγορουμένους και ότι υπό αυτήν την έννοια δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα κατάχρησης. «Ως εκ τούτου, η σχετική εισήγηση απορρίπτεται».
«Ευρύτερη η έρευνα του Εισαγγελέα»
Το δικαστήριο έκρινε «συνολικά και με βάση τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου, ότι είναι προφανές πως ο Γενικός Εισαγγελέας σε καμιά περίπτωση δεν περιορίστηκε στα γεγονότα της 14ης Ιουνίου και 15ης Ιουνίου», που απασχόλησαν την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. «Έχοντας εξετάσει το συγκεντρωθέν μαρτυρικό υλικό, κατέληξε στα πλαίσια των εξουσιών που κατέχει ότι εδικαιολογείτο η δίωξη για τα έξι επίδικα αδικήματα, τα οποία από πλευράς γεγονότων καλύπτουν ευρύτερο χρονικό διάστημα, καθώς και περισσότερες ενέργειες ή παραλείψεις.
Η ίδια η Επιτροπή δεν μπορούσε ούτως η άλλως να ασχοληθεί με αμιγώς ποινικά αδικήματα (π.χ. συνωμοσία) και έστρεψε την προσοχή της στο κατά πόσον ενέργειες σε άλλο χρόνο δυνατό να αποκάλυπταν εκ πρώτης όψεως ενδεχόμενες παραβάσεις (π.χ. παροχή πληροφοριών στη Γ.Σ. ημερομηνίας 19.06.12), πράγμα που έπραξε καθηκόντως ο Γενικός Εισαγγελέας».
Δεν απαλλάχθηκε ο Αρτέμη
Το Κακουργιοδικείο απέρριψε αίτημα του κατηγορούμενου Ανδρέα Αρτέμη, ο οποίος είχε ζητήσει απαλλαγή του από τη διαδικασία στη βάση της αρχής «autrefois acquit» και με δεδομένο ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τον είχε απαλλάξει από την επιβολή διοικητικών προστίμων.
Η υπόθεση ορίστηκε να συνεχιστεί στις 18 Μαΐου 2015, στις 9:00 π.μ., με τοποθέτηση του συνήγορου υπεράσπισης του Ανδρέα Ηλιάδη, Ευστάθιου Ευσταθίου, ο οποίος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο, αφού μελετήσει τη χθεσινή απόφαση, να καταθέσει ένσταση επί του κατηγορητηρίου που αντιμετωπίζει ο πελάτης του. Εξάλλου οι συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορουμένων 2, 3 και 5, Δημήτρης Αραούζος και Κρις Τριανταφυλλίδης, ζήτησαν τουλάχιστον δύο εβδομάδες χρόνο για να μελετήσουν την απόφαση και να εξετάσουν το ενδεχόμενο να υποβάλουν εισήγηση προς το Κακουργιοδικείο για παραπομπή στο Ανώτατο Δικαστήριο για γνωμάτευση, νομικού ερωτήματος με βάση το άρθρο 148 του Κεφαλαίου 155 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου.
Πέραν της εταιρείας, κατηγορούμενοι στην υπόθεση είναι οι πρώην Πρόεδροι του Διοικητικού Συμβουλίου της τράπεζας Θεόδωρος Αριστοδήμου και Αντρέας Αρτέμη, οι πρώην διευθύνοντες σύμβουλοι Ανδρέας Ηλιάδης και Γιάννης Κυπρή και ο πρώην αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας και υπεύθυνος για τα υποκαταστήματα στην Ελλάδα Γιάννης Πεχλιβανίδης. Όλοι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τις κατηγορίες της συνωμοσίας προς καταδολίευση και της χειραγώγησης της αγοράς αναφορικά με «τη μη ενημέρωση του κοινού ότι οι κεφαλαιουχικές ανάγκες της 1ης κατηγορούμενης (η τράπεζα) είχαν αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με το ποσόν των €200 εκατομμυρίων που είχε ανακοινωθεί στις 10 Μαΐου του 2012».




