Το τιτάνιο κατόρθωμα της πρώιμης τυπογραφίας

Έξι χρόνια μετά, οι πλατφόρμες ηλεκτρονικής ανάγνωσης δεν έχουν αποκλείσει το έντυπο βιβλίο παγκοσμίως, απλώς συνυπάρχουν και αναπτύσσονται παράλληλα με αυτό

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ, οι ημερήσιες και περιοδικές εκδόσεις και αργότερα τα ηλεκτρονικά μέσα, έφεραν το φως της γνώσης και αποτέλεσαν τα μέσα, αν δεν δρομολόγησαν συχνά, για δραστικές εξελίξεις και κινήματα αλλαγών


Ο γνωστός λογοτέχνης Πέτρος Μάρκαρης (1937), που είχε διατελέσει Πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ, 2008-2009), έγραφε το 2009, σε παλαιότερο αφιέρωμα της «Καθημερινής» για την εν δυνάμει απειλή της ηλεκτρονικής ανάγνωσης εναντίον του έντυπου βιβλίου και της παραδοσιακής αναγνωστικής πρακτικής: «Το βιβλίο δεν είναι μόνο μέσο ψυχαγωγίας ούτε μόνο μέσο στοχασμού και γνώσης. Ένα βιβλίο είναι και αισθητικό προϊόν. Κάθε βιβλίο διαφέρει από το άλλο ως προς το χαρτί, τη σελιδοποίηση, το μελάνι, το εξώφυλλο.

Κάθε βιβλίο μυρίζει διαφορετικά. Όπως δεν υπάρχουν δύο όμοιοι άνθρωποι, έτσι δεν υπάρχουν και δύο όμοια βιβλία» (βλ. Ελευθερία Αλαβάνου και Κώστας Δεληγιάννης, «Από τον Γουτεμβέργιο στο e-book: Εκδότες, συγγραφείς και αναγνώστες υποδέχονται το ηλεκτρονικό βιβλίο», «Κ» «Καθημερινής», 15.11.2009, τεύχος 337). Πράγματι, έξι χρόνια μετά, οι πλατφόρμες ηλεκτρονικής ανάγνωσης δεν έχουν αποκλείσει το έντυπο βιβλίο παγκοσμίως, απλώς συνυπάρχουν και αναπτύσσονται παράλληλα με αυτό.

Προσωπικά, παρά την πολύχρονη ενασχόλησή μου με την αλυσίδα παραγωγής και διανομής του βιβλίου, σε επίπεδο έρευνας και συγγραφής σχετικής διδακτορικής διατριβής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθήνας, με επιβλέποντα Καθηγητή τον γνωστό για την πλούσια βιβλιοπαραγωγή, αρθρογραφία και πολιτιστική δράση Νίκο Μπακουνάκη, μόλις τον περασμένο Οκτώβριο είδα με τα μάτια μου (και όχι στη βιβλιογραφία) το τιτάνιο κατόρθωμα της πρώιμης τυπογραφίας, σε μία επίσκεψη στο μουσείο Plantin-Moretus στην Αμβέρσα (Βέλγιο), που έχει αναγνωρισθεί ως πολιτιστικό μνημείο από την UNESCO.

Πριν από 440 έτη το σημερινό μουσείο ξεκίνησε τη ζωή του ως ακμαίος εκδοτικός οίκος, που συγκέντρωνε σε λαβυρινθώδεις πτέρυγες, ορόφους, μικρά και μεγάλα δώματα, αποθήκες και εσωτερικές αυλές όλο το θαυμαστό πρωτεϊκό έργο παραγωγής και διακίνησης έντυπων βιβλίων, για τη μετάδοση και την εξάπλωση της γνώσης στην κεντρική Ευρώπη.

Αν δεν εισπνεύσεις τη μυρωδιά του παλαιού χαρτιού και μελανιού, αν δεν αγγίξεις τις πρώτες δυσκίνητες τυπογραφικές πρέσες του 15ου έως του 17ου αιώνα, αν δεν χαϊδέψεις τα φθαρμένα τραπεζάκια επιμελητών και διορθωτών για να τους φανταστείς να δουλεύουν ατέλειωτες ώρες, με το χαμηλό φως λαμπών όταν έπεφτε η νύχτα, αν δεν εισχωρήσεις στα καλυμμένα με ταπετσαρίες δώματα συγκεντρώσεων, όπου εκτυλίσσονταν οι ιδεολογικές ζυμώσεις της εποχής, αν δεν αντικρίσεις ένα από τα ελάχιστα διασωθέντα αντίτυπα της Βίβλου του Γουτεμβέργιου (c.1455), αν δεν διαβείς τις επιβλητικές εντοιχισμένες ξύλινες βιβλιοθήκες με συλλογές μέχρι και 30.000 βιβλίων, είναι δύσκολο να κατανοήσεις «απτά» πώς ξεκίνησε το θαύμα της τυπογραφίας.

Ένα εργαστήρι εκείνης της εποχής, ένας βιβλιοφιλικός παράδεισος σήμερα. Δεκάδες άνθρωποι, από τους εκάστοτε διευθυντές του οίκου και τους Ευρωπαίους «πανεπιστήμονες» διανοούμενους της εποχής, μέχρι τους στοιχειοθέτες, τους τυπογράφους, τους διορθωτές, τους επιμελητές, τους λογιστές, τους αποθηκάριους, τους βοηθούς τεχνίτες και τους εμπόρους λιανικής διάθεσης, εργάζονταν νυχθημερόν σε σκοτεινές αίθουσες για το βιβλίο. Σκοτεινή και απρόσιτη παρέμενε ώς τότε η γνώση για ευρεία κοινωνικά στρώματα στην Ευρώπη, στα οποία κυριαρχούσε ο αναλφαβητισμός.

Το βιβλίο, κατόπιν οι ημερήσιες και περιοδικές εκδόσεις και αργότερα τα ηλεκτρονικά μέσα έφεραν το φως της γνώσης και αποτέλεσαν τα μέσα, αν δεν δρομολόγησαν συχνά, για δραστικές εξελίξεις και κινήματα αλλαγών. Η εφεύρεση του Γερμανού σιδηρουργού και χρυσοχόου Γουτεμβέργιου (Johannes Gensfleisch zur Laden zum Gutenberg, c. 1398-1468) που αφορά την τυπογραφική μέθοδο στο σύνολό της -χυτά στοιχεία, στοιχειοθεσία, χειροκίνητο πιεστήριο και τυπογραφική μελάνη- άνοιξε τον δρόμο για τη διάδοση της γνώσης και κατέστησε το έντυπο βιβλίο το μέσο διάδοσης πνευματικών κινημάτων όπως της Αναγέννησης, της Μεταρρύθμισης και του Διαφωτισμού, αλλά και της Γαλλικής Επανάστασης και άλλων πολιτικοκοινωνικών επαναστάσεων αφύπνισης και εκδημοκρατισμού.

Το βιβλίο αποτελεί το πρώτο Μέσο Μαζικής Ενημέρωσης, καθώς η γουτεμβέργια εφεύρεση επέτρεψε την εκμηχανισμένη, μαζική βιομηχανική παραγωγή και ταχεία διακίνησή του με ραγδαίους αναπτυσσόμενους ρυθμούς, σε κανάλια και δίκτυα της γνώσης που διέτρεχαν αρχικά την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη και κατόπιν όλη την ήπειρο και τον κόσμο.

Το βιβλίο, το οποίο παράγεται σήμερα με ηλεκτρονικά μέσα, μετά την τυπογραφική πρέσα που λειτούργησε για έξι αιώνες, ενώ και το περιεχόμενο και η διακίνησή του πραγματοποιούνται παράλληλα ψηφιακά, παραμένει το κορυφαίο πολιτιστικό αγαθό, εργαλείο αφύπνισης και καλλιέργειας της κριτικής σκέψης. Ιδιαίτερα σε δύσκολες, μεταβατικές περιόδους, επιβιώνει και συχνά ανθεί. Συγγραφείς, μεταφραστές, εκδότες, βιβλιοπώλες και πιστοί βιβλιαναγνώστες επισημαίνουν σήμερα πως το βιβλίο αποτελεί το φθηνότερο πολιτιστικό αγαθό, συγκρινόμενο με άλλες πολιτιστικές βιομηχανίες (κινηματογράφος, θέατρο, μουσική κ.ά.).

Ο λογοτέχνης Αύγουστος Κορτώ -η «Κατερίνα» του οποίου «σπάει» ταμεία φέτος με την ερμηνεία της Λένας Παπαληγούρα- σημείωνε ήδη από το 2009, όταν ξέσπασε η συζήτηση στην Ελλάδα για τον κίνδυνο εξαφάνισης του έντυπου βιβλίου από το e-book, τα ακόλουθα: «Εσχάτως, πλήθος Κασσάνδρες έχουν αρχίσει να μοιρολογάνε το βιβλίο, με αφορμή τα ψηφιακά υποκατάστατα και τα κατεβάσματα απ’ το διαδίκτυο. Η άποψή μου: υστερίες.

Το βιβλίο δεν είναι ένα παρωχημένο format, όπως το βινύλιο, η κασέτα και η βιντεοκασέτα - καθώς, εξαιρουμένης της αναζήτησης συγκεκριμένων όρων (που και αυτή είναι εφικτή στα βιβλία με ευρετήριο), το παραδοσιακό, τρισδιάστατο, χάρτινο μέσο επ’ ουδενί δεν δυσχεραίνει την ανάγνωση… Τουτέστιν, ψυχραιμία, αδέλφια μου βιβλιοφάγοι. Το βιβλίο δεν πεθαίνει έτσι εύκολα» (Ελευθερία Αλαβάνου και Κώστας Δεληγιάννης, ό.π.).

Μακάρι να βγει αλήθεια, θα ήταν η ευχή, για το καλό των πιστών βιβλιόφιλων, που έχουν «κολλήσει» εδώ και δεκαετίες στην Ελλάδα σε ένα ποσοστό του 8%, σύμφωνα με έρευνες αναγνωστικότητας του ΕΚΕΒΙ. Προσωπικά, βέβαια, δεν αρνούμαι τη δύναμη της ψηφιοποίησης περιεχομένου και της άυλης διακίνησης της γνώσης, ιδιαίτερα για τη νεότερη γενιά, αν είναι έτσι να διατηρηθεί η αναγνωστική πρακτική και να καλλιεργηθεί η κριτική σκέψη.

Έχουμε ακόμη δρόμο…

Η ΕΛΛΑΔΑ και η Κύπρος δεν φημίζονταν ποτέ για τη διάδοση της αναγνωστικής συνήθειας σε ευρείς κύκλους, πράγμα που εξηγείται από τον φαύλο κύκλο στείρας εκμάθησης και διάδοσης της γνώσης στο σπίτι, το σχολείο, την κοινωνία και την εργασία. Ευκαιρία σήμερα, εν μέσω κρίσης, να προχωρήσουν επενδύσεις σε σύγχρονες δημόσιες βιβλιοθήκες σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα λειτουργίας, σε «ζωντανές» αναγνωστικές λέσχες και σε εκδοτικούς οίκους και βιβλιοπωλεία που θα λειτουργούν ταυτόχρονα ως «στέκια συνάντησης», δηλαδή πολιτιστικά κύτταρα για τη συνάντηση πολιτών και τη διακίνηση ιδεών, ώστε να καθιερωθούν στη συνείδηση ως τόποι δημοφιλούς πολιτιστικής δραστηριότητας.

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΛΑΜΠΡΟΥ
Σύμβουλος Τύπου & Επικοινωνίας Α΄,
Δρ σε θέματα Πολιτιστικής Πολιτικής, Διαχείρισης και Επικοινωνίας
[email protected]