Πώς οι αποικιοκράτες προσπαθούσαν να κάμψουν το ηθικό των Ελλήνων της Κύπρου
Αναποτελεσματικές αποδείχθηκαν πολλές από τις μεθόδους που χρησιμοποίησαν οι Βρετανοί κατά του λαού, αφού όχι απλώς δεν έστρεφαν τον κόσμο υπέρ τους, αλλά ενδυνάμωναν την υποστήριξη προς την ΕΟΚΑ
Κατά καιρούς, ανεξάρτητοι στρατιωτικοί ιστορικοί στις μελέτες τους καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η Κύπρος αποτελεί μοντέλο παραδείγματος προς αποφυγήν, αναφορικά με τις αντεπαναστατικές μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν για την καταστολή αντάρτικου κινήματος
Αναποτελεσματικές αποδείχτηκαν αρκετές από τις μεθόδους που χρησιμοποίησαν οι Βρετανοί αποικιοκράτες στην Κύπρο, στην προσπάθειά τους να καταστείλουν τον Αγώνα της ΕΟΚΑ. Όπως εξηγεί στη «Σημερινή» ο ιστορικός Ανδρέας Κάρυος, ο σημαντικότερος λόγος αποτυχίας των Βρετανών στην Κύπρο ήταν η διαρκής έλλειψη επαρκών πληροφοριών, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για καταστολή. Αυτό οφειλόταν στην απόσταση που δημιουργήθηκε μεταξύ της βρετανικής διοίκησης με τις πλατιές μάζες, στην οποία συνεισέφεραν δυο παράγοντες. Πρώτον η αγάπη και η υποστήριξη των Ελλήνων της Κύπρου για την ΕΟΚΑ και δεύτερον κάποιες ατυχείς αποφάσεις τους, που ώθησαν τον κόσμο να απομακρυνθεί ακόμη περισσότερο.
Ο Δρ Κάρυος, ο οποίος είναι συνεργάτης στο πρόγραμμα «Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό» του Ανοικτού Πανεπιστήμιου Κύπρου, τονίζει ότι λόγω του μεγάλου ερείσματος που απολάμβανε η ΕΟΚΑ ανάμεσα στον πληθυσμό, ούτε καθαρά τεχνικής υφής μέσα ούτε μέσα συλλογικής τιμωρίας κατόρθωσαν να φέρουν για τους Βρετανούς το επιθυμητό αποτέλεσμα. «Κατά καιρούς, ανεξάρτητοι στρατιωτικοί ιστορικοί στις μελέτες τους καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η Κύπρος αποτελεί μοντέλο παραδείγματος προς αποφυγήν, αναφορικά με τις αντεπαναστατικές μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν για την καταστολή αντάρτικου κινήματος», προσθέτει.
Αλλού δούλεψαν
Οι μέθοδοι που αφορούσαν τις λαϊκές μάζες δεν εφαρμόστηκαν μόνο στην Κύπρο. Υπάρχει ανάλογη εμπειρία στην Κένυα, στην περιοχή της Παλαιστίνης, στη Μαλαισία κ.α., αναφέρει ο Δρ Κάρυος. Αυτές οι συλλογικές τιμωρίες αφορούσαν την επιβολή κατ’ οίκον περιορισμού (curfew), το κλείσιμο καταστημάτων, μαζικές ποινές φυσικής τιμωρίας, κυρίως όσον αφορά τους νέους, και συλλογικά πρόστιμα. Αυτές οι μέθοδοι σε κάποιες άλλες χώρες ήταν αποτελεσματικές.
Θα πρέπει, βέβαια, να σημειωθεί ότι σε άλλες περιοχές εφαρμόζονταν και πιο σκληρά μέτρα συλλογικής τιμωρίας, που στην Κύπρο δεν εφαρμόστηκαν. Για παράδειγμα έκαιγαν ολόκληρα χωριά σε περιοχές εκτός Ευρώπης. Στην Κύπρο, όμως, εύκολα θα μπορούσαν Ευρωπαίοι δημοσιογράφοι να καταγράψουν τις άσχημες συνθήκες, γι’ αυτό και αποφεύγονταν τέτοιου είδους μέτρα και προτιμούσαν τις μεθόδους που αναφέρονται πιο πάνω.
Τα πρόστιμα
Σύμφωνα με τον Ανδρέα Κάρυο, τον Νοέμβριο του 1955, λίγους μήνες μετά την έναρξη του Αγώνα, ανακοινώθηκε ότι ήταν στη δικαιοδοσία του Κυβερνήτη να μπορεί να επιβάλλει συλλογικές τιμωρίες. Όσον αφορά τα πρόστιμα, είχαμε την πρώτη περίπτωση στις 6 Δεκεμβρίου του 1955 στο Λευκόνοικο. Επιβλήθηκε πρόστιμο 2.000 λιρών, το οποίο για εκείνη την περίοδο ήταν πολύ μεγάλο, αν λάβουμε υπ' όψιν ότι τα μεροκάματα κυμαίνονταν μεταξύ δυο σελινιών και μισής λίρας για τους πολύ προνομιούχους.
Αφορμή ήταν το γεγονός πως κάποιοι έκαψαν το ταχυδρομείο. Υπάρχουν, μάλιστα, και κάποιες φωτογραφίες στα βρετανικά αρχεία, που δείχνουν το ταχυδρομείο Λευκονοίκου με αναγεγραμμένο ένα τεράστιο σύνθημα της ΕΟΚΑ. «Σε μια προσπάθεια να αντιστρέψει την όποια ψυχολογία υπήρχε για ένθερμη υποστήριξη της ΕΟΚΑ, ή έστω την ανοχή που επιδείκνυαν έναντι της ΕΟΚΑ, ο Κυβερνήτης αποφάσισε να επιβάλει το συλλογικό πρόστιμο», σημειώνει.
Συνολικά, είχαμε 17 περιπτώσεις επιβολής συλλογικών προστίμων. Τα μεγαλύτερα ήταν στην Αμμόχωστο (40 χιλιάδες λίρες) και στη Λεμεσό (35 χιλιάδες λίρες), τον Ιούλιο του 1956, που κορυφώθηκε η πρακτική. Τα ποσά αυτά ήταν τεράστια για την εποχή. «Οι κάτοικοι της Κύπρου, όμως, δεν θεωρούσαν ως φταίχτη για τα συλλογικά πρόστιμα την ίδια την ΕΟΚΑ. Αντιθέτως, βλέπουμε να καταγράφονται συμπεριφορές οι οποίες εξέπληξαν τους Βρετανούς», εξηγεί ο ιστορικός. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Φρέναρος, όπου επιβλήθηκε ένα συλλογικό πρόστιμο, το οποίο ανακλήθηκε την επόμενη ημέρα.
«Εκείνη την ημέρα καταρρίφθηκε ένας μύθος για τους Βρετανούς. Πίστευαν ότι δεν λάμβαναν πληροφορίες για τη δράση της ΕΟΚΑ, επειδή οι κάτοικοι φοβόντουσαν την ΕΟΚΑ», εξηγεί. Όταν επέβαλαν το συλλογικό πρόστιμο στο Φρέναρος, έθεσαν αμέσως το χωριό σε curfew, για να τους υποχρεώσουν και πρακτικά να ξεκινήσουν την καταβολή του προστίμου.
Οι κάτοικοι ήταν μαζεμένοι σε μια συγκεκριμένη περιοχή του χωριού, υπό την επίβλεψη των Βρετανών, οι οποίοι τους έδωσαν ένα φάκελο που περιείχε χαρτί και μολύβι, ούτως ώστε, αν ήθελε κάποιος να αποκαλύψει πληροφορίες, να μπορεί να το πράξει ανώνυμα. Δεν μάζεψαν ούτε μία πληροφορία. «Η εντύπωση που είχαν, ότι ο κόσμος δεν μιλά γιατί φοβάται την ΕΟΚΑ, καταρρίφθηκε αυτόματα, γιατί κατάλαβαν πολύ απλά ότι ο κόσμος υποστήριζε την ΕΟΚΑ», τονίζει ο Δρ Κάρυος.
Αντίθετα αποτελέσματα
Η πρακτική αυτή συνεχίστηκε για ένα χρόνο, μέχρι τις 30 Νοεμβρίου του 1956, που επιβλήθηκε το τελευταίο συλλογικό πρόστιμο, στην κοινότητα Παναγιάς. Σύμφωνα με τον ιστορικό, από το καλοκαίρι του 1956 οι Βρετανοί αντιλήφθηκαν πως το μέτρο ήταν αναποτελεσματικό. «Η πίεση που νόμιζαν ότι θα μπορούσαν να ασκήσουν στους κατοίκους της Κύπρου για να τους πάρουν με το μέρος τους δεν είχε αντίκρισμα. Αντίθετα, ο κόσμος ήταν περισσότερο δυσαρεστημένος με τις ενέργειες της βρετανικής διοίκησης και παραπονιόταν πιο πολύ.
Και οι ίδιοι οι έπαρχοι άρχισαν να γράφουν αναφορές, ότι τα μηνύματα που έπαιρναν ήταν ότι τα συλλογικά πρόστιμα έκαναν περισσότερο κακό παρά καλό. Ούτε στον τομέα της ψυχολογίας μετέστρεψαν τους Κυπρίους εναντίον της ΕΟΚΑ και υπέρ των Βρετανών, ούτε ήταν αποτελεσματικά στην κατεύθυνση της συλλογής πληροφοριών», σημειώνει.
Από την έρευνα του Δρος Κάρυου, προκύπτει επίσης ότι αναγκάστηκαν να ανακαλέσουν το μέτρο, λόγω της προσπάθειάς τους να πραγματοποιήσουν κάποιες χειρονομίες «καλής θελήσεως», ώστε να πείσουν τον κόσμο της Κύπρου να αποδεχθεί μια πολιτική λύση, με συντήρηση του βρετανικού αποικιακού καθεστώτος, με κάποιες παραχωρήσεις αυτοκυβέρνησης.
Ένας τρίτος παράγοντας, που ενδεχομένως να επηρέασε την απόφαση των Βρετανών να ανακαλέσουν κάποιες από τις συλλογικές τιμωρίες, ήταν οι καταγγελίες σχετικά με κακομεταχείριση του ελληνικού πληθυσμού στο νησί, που οδήγησε στην αποστολή μιας επιτροπής διερεύνησης τυχόν καταπάτησης δικαιωμάτων στην Κύπρο. «Αυτό σίγουρα είχε αρχίσει να δημιουργεί πίεση. Από την έρευνά μου, όμως, δεν έχω καταλήξει αν έπαιξε κάποιο ρόλο το εν λόγω γεγονός», σημειώνει.
Διαίρει και βασίλευε
Η αναποτελεσματικότητα των βρετανικών αντεπαναστατικών μέτρων τούς οδήγησε να υπερβάλλουν κάποιες φορές στην εφαρμογή τους. Για παράδειγμα, στην Αμμόχωστο, τον Σεπτέμβριο του 1958, είχαμε εκτεταμένους ξυλοδαρμούς πολιτών μετά από τον φόνο μιας Βρετανίδας, ως αντίποινα, και μάλιστα υπήρξαν και νεκροί λόγω της κακομεταχείρισης. Την ίδια χρονιά, μέσα σε 48 ώρες, καταγράφηκαν 2.000 συλλήψεις.
«Η φυσική πάλη εξελισσόταν συνεχώς, ήταν σε ισχύ μέχρι το τέλος του Αγώνα», επισημαίνει ο Ανδρέας Κάρυος. Τα curfew, το κλείσιμο καταστημάτων και οι περιορισμοί όσον αφορά την κίνηση στους δρόμους, έμειναν σε ισχύ καθ’ όλην τη διάρκεια του Αγώνα, διότι θεωρούσαν ότι αυτά τα μέτρα ήταν επιχειρησιακής αξίας. Δεν ήταν η ψυχολογία ο πρώτος στόχος. Τα χρησιμοποιούσαν κυρίως για να καταφέρουν να εντοπίσουν ένοπλα στελέχη της ΕΟΚΑ, εξηγεί.
Σε ό,τι αφορά την τακτική του διαίρει και βασίλευε, ο ιστορικός αναφέρει πως στα βρετανικά έγγραφα βλέπουμε την τάση να χρησιμοποιείται η τ/κ μειονότητα ως αντίβαρο της ε/κ πλειοψηφίας. «Οι ίδιοι οι Βρετανοί έκαναν τη δήλωση για διπλή αυτοδιάθεση το 1956. Τον πρώτο χρόνο της δράσης της ΕΟΚΑ, οι Τ/κ και οι Τούρκοι δεν ζητούσαν διχοτόμηση», σημειώνει. Εκτός, όμως, από πολιτικούς λόγους, η Βρετανία αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τους Τ/κ και για πρακτικούς λόγους. Για να καταστείλει την ΕΟΚΑ είχε ανάγκη να αυξήσει τον αριθμό της αστυνομικής δύναμης.
Όμως δεν είχαν εμπιστοσύνη στους Ε/κ και η μόνη άλλη επιλογή που είχαν ήταν να στραφούν στους Τ/κ, αναφέρει. Χωρίς ιδιαίτερα προσόντα και εκπαίδευση, βλέπουμε ανθρώπους με χαμηλό υπόβαθρο να στρατολογούνται μαζικά και να χρησιμοποιούνται εναντίον της ΕΟΚΑ. «Αυτό αύξησε τα παράπονα των Ε/κ, λόγω της συμπεριφοράς των Τ/κ κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων έρευνας και αναπόφευκτα επήλθε και η διάσταση», προσθέτει ο Ανδρέας Κάρυος.




