Για ατύχημα με αυτοκίνητο όταν ήταν 16 ετών
Η εφεσείουσα, η οποία ως ανήλικη δεν είχε άδεια, τράκαρε το αυτοκίνητο του πάτερα της και τραυμάτισε τη συνομήλικη συνοδηγό της, που κινήθηκε νομικά και κέρδισε πρωτόδικα αποζημιώσεις χιλιάδων ευρώ


Η δικαστική «μάχη» μεταξύ δύο πρώην συμμαθητριών και φιλενάδων, που άρχισε όταν ήταν 16 ετών, ολοκληρώθηκε μετά από σχεδόν μια δεκαετία, την περασμένη Παρασκευή, ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υπέρ της εφεσείουσας. Οι δυο πρώην συμμαθήτριες εκπροσωπήθηκαν στο πρωτοδικείο και εφετείο από τους γονείς τους. Βάσει των γεγονότων που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο, το βράδυ της 18.6.05, η εφεσίβλητη διανυκτέρευσε στο σπίτι της εφεσείουσας. Ξύπνησαν γύρω στο μεσημέρι της επομένης και εκμεταλλευόμενες την απουσία των γονιών της εφεσείουσας από το σπίτι, αποφάσισαν να πάρουν το αυτοκίνητο του πατέρα της εφεσείουσας για να πάνε βόλτα. Η εφεσείουσα ως ανήλικη δεν ήταν κάτοχος άδειας οδηγού και δεν καλυπτόταν από ασφάλεια.

Συγκρούστηκαν με όχημα
Κατευθύνθηκαν στο Ζακάκι, απ' όπου παρέλαβαν ακόμη δύο ανήλικες φίλες τους και ακολούθως στα Πάνω Πολεμίδια, και ενώ η εφεσείουσα οδηγούσε το αυτοκίνητο στον δρόμο, ανέπτυξε ταχύτητα και, προφανώς λόγω απειρίας, συγκρούστηκε με σταθμευμένο όχημα, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό της εφεσίβλητης. Αυτή ήγειρε εναντίον της φίλης της αγωγή για αποζημιώσεις, επιρρίπτοντάς της την πλήρη ευθύνη για το δυστύχημα. Η αγωγή είχε επιτυχή κατάληξη, αφού το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε τις δύο υπερασπίσεις της εφεσείουσας, ότι δηλαδή υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ετύγχανε εφαρμογής το δόγμα volenti non fit injuria (εκούσια συμμετοχή ατόμου δεν συνιστά ευθύνη άλλου) και ότι η αξίωση της εφεσίβλητης ήταν ενάντια στη δημόσια τάξη. Της επιδίκασε γενικές και ειδικές αποζημιώσεις ύψους €34.516,29.

Τρεις οι λόγοι της έφεσης
Η εφεσείουσα αποτάθηκε στο Ανώτατο, θεωρώντας λανθασμένη την πρωτόδικη απόφαση για τρεις λόγους που δεν αφορούν το ύψος των επιδικασθέντων αποζημιώσεων. Ισχυρίστηκε συναφώς ότι το πρωτόδικο δικαστήριο αξιολόγησε λανθασμένα τη μαρτυρία της εφεσίβλητης και της μητέρας της, αφού δεν έλαβε υπ' όψιν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η εφεσίβλητη γνώριζε ότι η εφεσείουσα κατείχε και οδηγούσε το αυτοκίνητο παράνομα, χωρίς να είναι κάτοχος άδειας οδηγού και χωρίς να καλύπτεται από ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Θεωρεί, κατά δεύτερο λόγο, πως εσφαλμένα αποφάσισε το δικαστήριο ότι το θέμα της αξίωσης της εφεσίβλητης σε αποζημιώσεις εναντίον της εφεσείουσας, βάσει του νόμου, ήταν άσχετο με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Επίσης, η υπεράσπιση θεωρεί ότι εσφαλμένα το δικαστήριο αποφάσισε ότι η εφεσείουσα παρέβη το καθήκον επιμέλειας έναντι της εφεσίβλητης και/ή ότι ήταν αμελής και/ή ότι όφειλε να την αποζημιώσει.

Το σκεπτικό Ανωτάτου
Το Ανώτατο αποδέχθηκε τη θέση της εφεσείουσας, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο «περιορίστηκε μόνο σε εύρημα ότι η εφεσίβλητη γνώριζε ότι η εφεσείουσα δεν ήταν κάτοχος άδειας οδηγού και δεν είχε ασφαλιστική κάλυψη και δεν συμπλήρωσε το εύρημά του με το γεγονός ότι η εφεσίβλητη γνώριζε ότι η εφεσείουσα είχε πάρει και οδηγήσει το αυτοκίνητο παράνομα, ενάντια στη ρητή απαγόρευση των γονιών της». Το Ανώτατο έκρινε ότι το ορωτόδικο δικαστήριο θα έπρεπε να λάβει υπ' όψιν πως η εφεσίβλητη επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο γνωρίζοντας ότι η εφεσείουσα το είχε πάρει παράνομα και χωρίς τη συγκατάθεση των γονιών της. Καταλήγοντας, αποφάνθηκε ότι η εφεσίβλητη «δεν είχε δικαίωμα αξίωσης για αποζημιώσεις, καθότι το δυστύχημα ήταν απόρροια κολάσιμης πράξης στην οποία συνέπραξε και η ίδια». Ως εκ τούτου, το Ανώτατο ομόφωνα έκρινε ως πετυχημένη την έφεση, παραμερίζοντας την πρωτόδικη απόφαση και κατ' επέκτασιν ακυρώνοντας την αποζημίωση που κέρδισε η εφεσίβλητη.