Όπως διαπίστωσε κοινοβουλευτική Επιτροπή
Ζητήθηκαν μέτρα για να ενημερώνονται τα θύματα ή μέλη της οικογένειάς τους, για το αίτημα αποφυλάκισης των θυτών
Στη σκιά της επιστολής της Σωτηρούλας Νεοφύτου, συζύγου του δολοφονηθέντος το 1995 Σωτήρη Νεοφύτου, προς την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής (ημ. 16 Μαρτίου 2015), με την οποία εκφράζει τη διαμαρτυρία της για την αποφυλάκιση του δράστη του εγκλήματος, μετά από απόφαση του Συμβουλίου Αποφυλάκισης Κρατουμένων Επ’ Αδεία, χωρίς να έχει ενημερωθεί η οικογένεια του θύματος, πραγματοποιήθηκε χθες η συνεδρία της Επιτροπής, με θέμα την πορεία των εργασιών του Συμβουλίου Αποφυλάκισης Επ’ Αδεία. Οι βουλευτές της Επιτροπής, αλλά και οι προσκεκλημένοι τους, ο Πρόεδρος και μέλη του Συμβουλίου και εκπρόσωποι των Φυλακών, του Υπουργείου Δικαιοσύνης και των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, επανέλαβαν γι' ακόμα μια φορά και παραδέχτηκαν ότι το Συμβούλιο λειτουργεί με ελλείψεις και χωρίς κανονισμούς.
«Το Συμβούλιο λειτουργεί με μαύρες τρύπες στο νομικό του πλαίσιο, που έχουν διαφανεί σε όλη τη “μεγαλοπρέπειά” τους, με τις πρώτες πέντε αποφυλακίσεις», είπε χαρακτηριστικά στη διάρκεια της συζήτησης η βουλευτής της ΕΔΕΚ Ρούλα Μαυρονικόλα. Η βουλευτής του ΑΚΕΛ Στέλλα Μισιαούλη τόνισε ότι το Συμβούλιο Αποφυλάκισης «δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί υπό τις συνθήκες που λειτουργεί σήμερα και αφορούν τον χώρο συνεδριών και την υποδομή, ενώ πρέπει να ληφθούν άμεσα μέτρα, ώστε να θεσπιστεί κανονισμός που να προβλέπει να παρευρίσκονται και ενημερώνονται τα θύματα ή μέλη της οικογένειάς τους, όταν πρόκειται να μελετηθεί από το Συμβούλιο αίτημα αποφυλάκισης του θύτη».
«Πρόβλημα να ενημερωθεί η οικογένεια»
Όπως είπε ο Πρόεδρος του Συμβουλίου Αποφυλάκισης Επ’ Αδεία Φίλιππος Χαραλάμπους, «με αφορμή την τελευταία απόφαση του Συμβουλίου για αποφυλάκιση ενός ισοβίτη, δημιουργήθηκε μέγα θέμα από τα ΜΜΕ, γιατί δεν κλήθηκαν οι συγγενείς του θύματος να καταθέσουν ή να ενημερωθούν για την αποφυλάκιση. Αλλά ο νόμος δεν προνοεί κάτι τέτοιο. Το Συμβούλιο δεν αντιδικεί με τον φυλακισμένο, ο οποίος κάνει αίτηση αποφυλάκισης, εμείς τον ακούμε, λαμβάνουμε υπόψη τις εκθέσεις των συναρμόδιων υπηρεσιών, καλούμε αυτόν που ετοίμασε την έκθεση και τον αντεξετάζει ο φυλακισμένος με μάρτυρες… είναι μια διοικητική πράξη κι εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο.
Αν από μόνοι μας καλούσαμε την οικογένεια του θύματος, σίγουρα η οικογένεια δεν θα έλεγε οτιδήποτε που θα βοηθούσε την αίτηση του φυλακισμένου. Είναι πρόβλημα να ενημερωθεί η οικογένεια του θύματος. Εμείς προσπαθούμε να διασφαλίσουμε, ότι στην περίπτωση που αποφυλακισθεί, να μην πλησιάζει την οικογένεια του θύματος. Μήπως αν τροποποιηθεί ο νόμος, ώστε να ενημερώνεται από το Συμβούλιο η οικογένεια του θύματος ότι ο θύτης αποφυλακίζεται, θα δημιουργήσουμε πρόβλημα από μόνοι μας;».
Η δράση του Συμβουλίου σε αριθμούς
Ο κ. Χαραλάμπους ενημέρωσε τους βουλευτές ότι από της συστάσεως του Συμβουλίου, έχουν αποφυλακιστεί πέντε ισοβίτες και έχουν απορριφθεί οι αιτήσεις αποφυλάκισης τριών ισοβιτών. Είπε ότι ένας από αυτούς προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο, η απόφαση του Συμβουλίου ακυρώθηκε και η αίτηση του ισοβίτη θα επανεξεταστεί τον Απρίλη. Πρόσθεσε ότι απερρίφθη η αίτηση αποφυλάκισης ενός βαρυποινίτη που εξέτιε ποινή φυλάκισης για το αδίκημα σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκου, ο οποίος όμως αποφυλακίσθηκε, σύμφωνα με τους κανονισμούς των φυλακών, την ίδια ή την επόμενη μέρα της απόφασης του Συμβουλίου.
Επίσης, πληροφόρησε την Επιτροπή ότι ενώπιον του Συμβουλίου εκκρεμούν δύο αποφάσεις για βαρυποινίτες που εκτίουν ποινή φυλάκισης για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων και ότι το Συμβούλιο κάλεσε ενώπιόν του έναν ισοβίτη που αποφυλακίσθηκε και του επέβαλε περαιτέρω όρους, γιατί έκανε χρήση απαγορευμένων ουσιών. Ενώπιόν του εκκρεμούν σήμερα 23 αιτήσεις αποφυλάκισης, οι 16 από τις οποίες αφορούν Κυπρίους και οι υπόλοιπες αλλοδαπούς.
Σύμφωνα με τον Φίλιππο Χαραλάμπους, «το Συμβούλιο έχει προσκληθεί επανειλημμένα από την κοινοβουλευτική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αναφέρθηκε στις δυσκολίες στην εκτέλεση του έργου του και έκανε εισηγήσεις για τροποποίηση της νομοθεσίας, βάσει της οποίας λειτουργεί. Οι εισηγήσεις αυτές κωδικοποιήθηκαν στη συνάντηση με τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης και προωθούνται».
Προσβλητικές αναφορές και κίνδυνος collapse
Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η παρέμβαση του Αντιπροέδρου του Συμβουλίου Αποφυλάκισης, κλινικού ψυχολόγου Γιώργου Μαυρολέφτερου, που επεσήμανε ότι «είναι η τρίτη φορά που είμαστε στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής και από την πρώτη φορά - και από την πρώτη ανάγνωση της νομοθεσίας - παρατηρήσαμε σοβαρά προβλήματα στο νομικό πλαίσιο που διέπει το Συμβούλιο Αποφυλάκισης. Σας είχα αναφέρει (Σ.Σ. στη συνεδρία της Επιτροπής τον Σεπτέμβρη 2014), ότι υπάρχει κίνδυνος να κάνει collapse (να καταρρεύσει) το σύστημα. Πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε ότι υπάρχουν προβλήματα στον νόμο και τα αναφέραμε από την πρώτη στιγμή. Εμείς κάναμε τις ενέργειές μας προσπαθώντας να βελτιώσουμε την κατάσταση, γιατί εργαζόμαστε προς το δημόσιο όφελος. Προσωπικά ανέμενα ότι θα υπήρχε πίεση για να γίνουν οι τροποποιήσεις μέσα από την κρατική μηχανή».
Ο κ. Μαυρολέφτερος αναφέρθηκε σε τηλεοπτικές εκπομπές που αφορούσαν τη λειτουργία του Συμβουλίου, «που μας στενοχώρησαν και μας θύμωσαν. Δεν είχε προσκληθεί κανένα μέλος του Συμβουλίου Αποφυλάκισης και έγιναν προσβλητικές αναφορές για τα μέλη του Συμβουλίου. Εμείς είμαστε νέοι άνθρωποι, που θέλουμε να προσφέρουμε εθελοντικά και να βελτιώσουμε την κατάσταση. Ο δικηγόρος Λουκής Λουκαΐδης έκανε άκρως προσβλητικές αναφορές για το Συμβούλιο Αποφυλάκισης - άτομο που από το 1975-1998 ήταν Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, που αναφέρεται στο βιογραφικό του ότι έχει έντονο ενδιαφέρον για τα ανθρώπινα δικαιώματα κι όμως αναφέρθηκε με πολύ προσβλητικό τρόπο, που διαμορφώνει απόψεις στην κοινωνία κι αυτό είναι σοβαρό πρόβλημα».
«Πώς εννοείτε την προστασία της κοινωνίας;»
Ρώτησε ο βουλευτής του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών Γιώργος Περδίκης, τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Αποφυλάκισης Επ’ Αδεία: «Έχοντας υπόψη τη συγκεκριμένη περίπτωση του παραπόνου οικογένειας θύματος ότι δεν ενημερώθηκε για την αποφυλάκιση του θύτη, με ποιον τρόπο διασφαλίζεται η προστασία της κοινωνίας, όταν οι πιο άμεσοι κοινωνικοί παράγοντες που έχουν να κάνουν με ένα έγκλημα, το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο διαπράχθηκε, δεν λαμβάνονται υπόψη; Πώς εννοείτε εσείς τη διασφάλιση της προστασίας της κοινωνίας;
Η υπάρχουσα νομοθεσία έχει πρόνοια που βρίσκω ότι θα μπορούσε, με μια διευρυμένη ερμηνεία, να δίνει την ευκαιρία να ερωτάται για την αποφυλάκιση του θύτη όχι μόνο η οικογένεια του θύματος, αλλά και ο κοινοτάρχης και άλλοι παράγοντες στην περιοχή». Ο Φίλιππος Χαραλάμπους απάντησε ότι «πρέπει να τροποποιηθεί ο νόμος για να γίνει αυτό. Εμείς, για να αποφασίσουμε ότι ένας φυλακισμένος θα αποφυλακισθεί, πρέπει να έχουμε πεισθεί ότι δεν αποτελεί πλέον κίνδυνο για την κοινωνία, σύμφωνα με τα χαρτιά που υπέβαλε και από το τι μας είπε στην προσωπική του συνέντευξη και, πέραν τούτου, επιβάλλουμε όρους που αφορούν την αποφυλάκισή του, στο πλαίσιο προστασίας της κοινωνίας. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο και αν θέλετε κάτι περισσότερο, πρέπει να υποβάλετε πρόταση νόμου».
Εξάλλου η βουλευτής του ΔΗΣΥ Στέλλα Κυριακίδου ρώτησε, «πώς το Συμβούλιο χειρίζεται αιτήσεις από άτομα που έχουν εγκλήματα σεξουαλικής φύσης σε βάρος ανηλίκων, γνωρίζοντας ότι η νέα νομοθεσία του 2014 ζητά να υπάρχει εποπτεία αυτών των αποφυλακισμένων. Σε άλλες χώρες έχουν οι συγγενείς του θύματος δικαίωμα ενημέρωσης;». Σε απάντησή της ο Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου, Γιώργος Μαυρολέφτερος, είπε ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο υπάρχει ενημέρωση των οικείων, ή των θυμάτων, ενώ στις ΗΠΑ, στην περίπτωση των σεξουαλικώς αδικοπραγούντων, υπάρχει δημόσια ανακοίνωση στην κοινότητα, ότι έχουν αποφυλακιστεί και είναι στα θέματα που προωθούμε. Από την αρχή συμμετείχαμε με τον Πρόεδρο και άλλα μέλη του Συμβουλίου στις συζητήσεις για τον νόμο περί των σεξουαλικά αδικοπραγούντων κατά ανηλίκων.
Η άποψή μας ήταν ότι η Αρχή Εποπτείας έπρεπε να αποτελείται από άτομα άμεσα εμπλεκόμενα και όχι υψηλά ιστάμενα στελέχη της κρατικής μηχανής, τα οποία έχουν πολλές άλλες σοβαρές υποχρεώσεις. Ως εκ τούτου, σας κρούω τον κώδωνα του κινδύνου: Nα λάβετε υπόψη ότι εκείνος ο νόμος είναι άμεσα συνδεδεμένος με τη λειτουργία του Συμβουλίου Αποφυλάκισης, ότι υπάρχουν πολλά περιστατικά τα οποία εμπίπτουν στις αρμοδιότητες και των δύο, και θα δημιουργηθούν σοβαρά προβλήματα. Εμείς, το μόνο που έχουμε, είναι την καλή μας διάθεση και τις γνώσεις μας για να στηρίξουμε το Συμβούλιο και περιμένουμε να εισακουστούμε».





