Καταγγελία ιδιοκτήτη καφενείου στην Αγ. Ανδρέου στη Λεμεσό
«Εκτεθειμένος και συνάμα εξευτελισμένος από δύο υπηρεσίες του κράτους και της πολιτείας (τον ΚΟΤ και το Δημαρχείο Λεμεσού)», δηλώνει ο 39χρονος Χρίστος Σολωμού


«Εκτεθειμένος και συνάμα εξευτελισμένος από δύο υπηρεσίες του κράτους (τον ΚΟΤ και το Δημαρχείο Λεμεσού), που τον σπρώχνουν στο κλείσιμο, στην ανεργία και στην απώλεια της επένδυσής του, στην προσπάθειά του να εργαστεί τίμια, 10 - 12 ώρες ημερησίως, για να κρατήσει την επιχείρησή του σε λειτουργία», δηλώνει σε πρόσφατη επιστολή του -την πέμπτη στη σειρά- προς τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τουρισμού o 39χρονος Χρίστος Σολωμού, ιδιοκτήτης καφενείου στη γνωστή οδό Αγίου Ανδρέου, στη Λεμεσό.

«Σαν νέος άνθρωπος με όνειρα και αγωνιστικότητα», αναφέρει στην επιστολή του, «ήθελα να δημιουργήσω μια επιχείρηση, αλλά το ίδιο το κράτος μού στερεί το δικαίωμα στην εργασία και με σπρώχνει στην ανεργία, στην ανασφάλεια και στην απόγνωση. Έχασα όλες μου τις οικονομίες για να κρατήσω για περίπου 4 χρόνια την επιχείρησή μου. Ούτε παράνομος θέλω να είμαι, ούτε παράνομος νιώθω ηθικά. Απλώς ζητώ κατανόηση και βοήθεια, στους δύσκολους οικονομικά καιρούς που ζούμε, ώστε να έχω και εγώ κάποια εχέγγυα, για να μπορώ να συνεχίσω την εργασία μου».

Ο κ. Σολωμού καταγγέλλει ότι το κράτος τον σέρνει στα δικαστήρια, με την κατηγορία ότι παραβαίνει τη νομοθεσία περί καφενείων, που όπως του επεξηγήθηκε (προφορικά και όχι γραπτώς), από λειτουργό του ΚΟΤ Λεμεσού, «μπορεί να διαθέτει μόνο κυπριακό καφέ, σουμάδα, τσάι, γάλα με τριαντάφυλλο, λεμονάδες, σκουός, λίζο και κάποια παραδοσιακά γλυκά του κουταλιού - τα λεγόμενα κυπριακά προϊόντα». Όπως παρατηρεί, «είμαι ο πρώτος που συμφωνώ απόλυτα στη στήριξη και προώθηση προϊόντων του τόπου μας, αλλά σε μια ελεύθερη και ανταγωνιστική αγορά δεν μπορούν να προσδιορίζονται και να επιβάλλονται προϊόντα ονομαστικά και με υποχρέωση για αποκλειστική πώληση αυτών, ενάντια στον ανταγωνισμό και στη φιλελευθεροποίηση της αγοράς».

«Τι έκανα λάθος και πού παρανόμησα;»
Ο Χρίστος Σολωμού γράφει ότι «σύμφωνα με τις κρατικές προδιαγραφές, το καφενείο ορίζεται ως ένας χώρος όπου συγκεντρώνονται μόνο άντρες, κυρίως μεγάλης ηλικίας, για να κουβεντιάσουν, να παίξουν τάβλι, να παίξουν χαρτιά. (Εδώ βλέπουμε ρατσιστικές τάσεις με τον αποκλεισμό των γυναικών, λες και ζούμε στο Πακιστάν, στο Ιράν, στο Ιράκ, ή στη Β. Κορέα). Στην ερώτησή μου, πώς εγώ θα καλύπτω τα έξοδά μου, πουλώντας μόνο τα συγκεκριμένα προϊόντα, όταν έχω να πληρώνω Κοινωνικές Ασφαλίσεις, Φ. Π. Α., φόρους, ενοίκια, μισθούς, ηλεκτρικό ρεύμα, δεν παίρνω καμιά σαφή απάντηση. Ακόμα δεν έχω καταλάβει τι έκανα λάθος και πού παρανόμησα και με παραπέμπουν στο δικαστήριο, προσπαθώντας να δουλέψω με βάση ένα νόμο που ψηφίστηκε το 1985, όταν ήμουν σε παιδική ηλικία.

Έψαξα παντού, σε όλους τους οργανισμούς, (ΚΟΤ, Υπουργείο Εμπορίου και Τουρισμού, Δημαρχείο Λεμεσού, Υγειονομικές Υπηρεσίες, Επαρχιακή Διοίκηση, Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας, αλλά δυστυχώς δεν είχα καμιά ανταπόκριση και δεν πήρα γραπτώς καμιά ξεκάθαρη απάντηση για το τι είναι καφενείο και τι μπορεί να προσφέρει. Θέλω και ζητώ απεγνωσμένα μιαν απάντηση και βοήθεια. Πώς μπορεί να επιβιώσει μια επιχείρηση με τα σημερινά δεδομένα της ανταγωνιστικότητας και την εμφάνιση των αλυσίδων φαγητών, ποτών και καφέδων από το εξωτερικό; Σε ένα χώρο 45 τ.μ., με καταγγέλλουν ότι λειτουργώ σαν “κέντρο αναψυχής”. Αλλά, όλα τα κέντρα, τα εστιατόρια, τα φαστφουντάδικα, τα καταστήματα καφέ, έχουν στους καταλόγους τους απεριόριστο αριθμό προσφερόμενων ειδών.

Τα καφενεία στα χωριά, ακόμα και στις πόλεις, σερβίρουν και μαγειρευτά φαγητά και σουβλάκια και είδη σχάρας. Σ' εμένα εφαρμόστηκε και επιβλήθηκε με αυστηρότητα ο περιορισμός στη διάθεση 5-10 ειδών, των λεγόμενων παραδοσιακών, τα οποία δεν ζητούνται σχεδόν καθόλου από τους πελάτες και ιδιαίτερα από τους νέους, οι οποίοι κατακλύζουν και υποστηρίζουν τις αλυσίδες του εξωτερικού. Ακόμα και οι φούρνοι και τα περίπτερα προσφέρουν φραπέ, εσπρέσο, σάντουιτς, χάμπουργκερς και άλλα πολλά είδη, τα οποία και εγώ σαν καταναλωτής και πελάτης, τα βλέπω καθημερινά και με πνίγει το άδικο».

Η μισαλλοδοξία και οι ροζ καταστάσεις
Χρίστος Σολωμού: «Οι ίδιες κρατικές υπηρεσίες, που επιβάλλουν με ευλάβεια όρους και περιορισμούς, που σκοτώνουν καφενεία σαν το δικό μου, δίνουν άδειες για πλανόδια καφενεία, πλανόδια σουβλατζίδικα, πλανόδια φαγάδικα, τα οποία εγκαθίστανται όπου θέλουν και όπου βρουν, ακόμα και σε δημόσιους χώρους. Μετά από σκέψεις και έρευνες, έχω πάρει την απόφαση να κινηθώ νομικά κατά παντός υπευθύνου, για την απώλεια του εισοδήματός μου και για τη δυσφήμηση της επιχείρησής μου, λόγω άνισης μεταχείρισης από το κράτος και εξυπηρέτησης συμφερόντων.

Ο πολιτισμός και η παράδοση βρίσκεται, επί της ουσίας, όταν οι άνθρωποι μεταξύ τους συνεργάζονται, έχουν αρμονικές και σωστές συμπεριφορές και νοοτροπίες. Πολλές φορές σκέφτομαι πώς φτάσαμε στην τουρκική εισβολή και την κατοχή, και αναρωτιέμαι κατά πόσο συνέβαλαν στην καταστροφή της Κύπρου οι συμπεριφορές και οι τάσεις ετσιθελισμού της προηγούμενης γενιάς. Δεν υιοθετώ αυτήν την άποψη, αλλά βλέποντας ανθρώπους μεγάλης ηλικίας να συμπεριφέρονται με εμπάθεια και μισαλλοδοξία, χρησιμοποιώντας θεμιτά και αθέμιτα μέσα εναντίον των διπλανών τους, νιώθω αφάνταστα θιγμένος και απογοητευμένος.

»Όλα όσα έγραψα, είναι διατυπωμένα με πόνο ψυχής και με πολύ μεγάλη απογοήτευση για τη συμπεριφορά και τη νοοτροπία της πολιτείας, των θεσμών και της κοινωνίας. Λέμε όλοι ότι θέλουμε ν’ αλλάξουμε τα πράγματα, αλλά δεν το παλεύουμε. Πριν από κάποια χρόνια, αγόραζα μια εφημερίδα με αγγελίες και την αγοράζω και σήμερα. Τότε είχε δέκα φύλλα για την αγορά εργασίας, για αναζήτηση επαγγέλματος και τα ροζ φύλλα δεν υπήρχαν. Σήμερα υπάρχουν ένα ή δύο φύλλα για εργασία και δεκαπέντε φύλλα με ροζ καταστάσεις. Δεν ονειρεύτηκα και δεν πίστεψα ποτέ σε αυτό το μέλλον για την πατρίδα μου.

Προσδοκώ στον επαγγελματισμό, στις φιλότιμες προσπάθειες και στην πιστή αφοσίωση για ένα καλύτερο κράτος, με οργανισμούς που να δουλεύουν και να παράγουν μέσα σε συνθήκες εκσυγχρονισμού και στήριξης της επιχειρηματικότητας και της σωστής προώθησης της παράδοσης. Και πάνω απ’ όλα, μέσα σε συνθήκες αξιοπρέπειας για όλους, σεβασμού, καλής συμπεριφοράς και σωστής φιλοξενίας για το καλό του τουρισμού μας, που είναι το Α και το Ω της οικονομίας. Τι και αν αποκαλείται “παραδοσιακό” το μαγαζί μου, αλλά υπερχρεώνω τον τουρίστα ή είμαι αφιλόξενος; Δεν είναι θεμιτό, κάποιες νομοθεσίες να εφαρμόζονται κατά το δοκούν. Ελπίζω ότι το ζήτημα αυτό θα τεθεί και στη Βουλή, γι' αναθεώρηση απαρχαιωμένων νομοθεσιών, που πλήττουν τον υγιή ανταγωνισμό και την ανάπτυξη, και πνίγουν την ελεύθερη αγορά».