Ήλθε η άνοιξη, ο Γιάνης δεν αγοράζει αγάπη… η Κύπρος υπομένει

Χανόμαστε στις αναβολές, στο αύριο και πεθαίνουμε απασχολημένοι

Ο ΛΑΟΣ μας, ως νέος Προμηθέας Δεσμώτης, υφίσταται βουβός ένα ταπεινωτικό μαρτύριο


Η Λουίζα μού θυμίζει πως ήλθε η άνοιξη. Μου γράφει: «Μπαίνει η άνοιξη. Οι καρδιές μας ανθίζουν, χαμογελούν, στήνουν χορό σαν τρελά ξωτικά, κι ας είναι γύρω μας όλα αποκαΐδια. Αυτοί που νομίζουν πως έβαλαν φωτιά στα όνειρά μας, αυτοί που χαίρονται πως πυρπόλησαν τις ελπίδες μας, είναι αυτοί που ζουν πάντα στην ίδια εποχή: στον χειμώνα. Εμείς, όμως, χοροπηδούμε σαν τρελές νότες στο ωραιότερο κονσέρτο του Βιβάλντι, «Οι τέσσερις εποχές», και τις ζούμε όλες!». Ο Βαρουφάκης επιστρατεύει τους Μπιτλς για να πείσει για την ελληνική υπόθεση με τη νέα ατάκα του, που κάνει τον γύρο του κόσμου. «Το χρήμα δεν μπορεί να μου αγοράσει την αγάπη», λέει, προσθέτοντας σε άλλη ερώτηση που του υπέβαλε Ιταλός δημοσιογράφος, ότι «κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και ξεχωριστός. Δεν υπάρχουν αντίγραφα κανενός».

Ο Βιβάλντι

Συγκεντρώνομαι στον ηλεκτρονικό υπολογιστή για να γράψω το άρθρο της βδομάδας και το μυαλό μου μαγκώνει. Ανατρέχω στο κονσέρτο του Βιβάλντι που μου θύμισε η Λουΐζα και σκέφτομαι πως είναι ό,τι καλύτερο για να χαλαρώσω, να ησυχάσει το μυαλό και το σώμα και να συγκεντρωθώ.

Οι μυρωδιές της λεμονιάς, που ευωδιάζουν, περνούν από το παράθυρο του γραφείου μου, υπενθυμίζοντάς μου πως ήλθε η άνοιξη. Τα λουλούδια μπουμπούκιασαν στον κήπο μου, η Λίλη, η άσπρη γάτα, γέννησε, ακούω τα τιτιβίσματα των πουλιών και η μέρα μου αρχίζει πολύ πρωί καθώς οι αχτίδες του ήλιου διαπερνούν το παράθυρο του υπνοδωματίου και ξυπνώ.

Η άνοιξη ήλθε και ο Βαρουφάκης μού υπενθύμισε πως «τα χρήματα δεν αγοράζουν τους ανθρώπους», προσθέτοντας στη δική του ατάκα ότι «το χρήμα δεν μπορεί να μου αγοράσει την αγάπη». Σίγουρα ο Γιάνης το έχει το χρήμα, αλλά ο ελληνικός λαός υποφέρει, υπομένει και επιμένει.

Ζώντας τόσα χρόνια στον φρενήρη ρυθμό των οικονομικών εξελίξεων και γεγονότων, και θέλοντας να καλμάρω το μυαλό από τις άθλιες ιστορίες των πολιτικών και οικονομικών εξελίξεων, νιώθω πως το χρήμα δεν μπορεί να μου αγοράσει την ηρεμία, την ησυχία και τη γαλήνη στην ψυχή.

Αναμνήσεις…

Αισθάνομαι πως το χρήμα δεν μπορεί να μου φέρει πίσω τις όμορφες μέρες που ζήσαμε παιδιά τα καλοκαίρια στην Κερύνεια, τις ανέμελες στιγμές που παίζαμε στο δημοτικό σχολείο, ακόμη και τις στιγμές της πάλης για να ρουφήξουμε γνώσεις και εμπειρίες από παντού.

Ύστερα πάλι επανέρχομαι στην πραγματικότητα, σε μια Κύπρο που περνά τον δικό της Γολγοθά, και συλλογίζομαι πως όλα είναι σκέψεις και συναισθήματα, για να αντέχουμε και να είμαστε δυνατοί.

Δυστυχώς υπάρχει η άλλη Κύπρος, που δεν έχει καμιά σχέση με αυτήν που βλέπουμε και ακούμε στις ειδήσεις. Η Κύπρος της ανεργίας, της φτώχιας, των κουρεμένων μισθών και των κουρεμένων ψυχών. Η Κύπρος που δεν έχει καμιά σχέση με την αθλιότητα των πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων, των διαπλοκών και των ανθρώπων που όλοι «τα φάγανε».

Όλοι εμείς οι μοναδικοί

Οι αχτίδες του ήλιου διαπερνούν το παράθυρό μου, η πρωινή δροσιά μού θυμίζει πως υπάρχουν κι άλλα μικρά, και ωραία στη ζωή, ακόμη κι αν πρέπει να βγω εγώ και όλοι εσείς, η φτωχή και μεσαία τάξη, στον αγώνα για το μεροκάματο. Ο Γιάνης λέει πως ο κάθε άνθρωπος είναι ξεχωριστός, και συμφωνώ. Ο κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός, είναι διαφορετικός, κανένας δεν είναι ο ίδιος με τον άλλον. Η συμφωνία του Βιβάλντι πάει να με κοιμίσει κι ύστερα σκέφτομαι πως πρέπει να τρέξω για να προλάβω, να φτάσω να καλύψω τους στόχους της ημέρας.

Μετά λέω πως πρέπει ν’ απολαμβάνω, τουλάχιστον αυτά που γράφω, ένα βάλσαμο για την ψυχή, όλες αυτές τις στιγμές που μαζεύουμε δυνάμεις, επιστρατεύουμε αντοχές για να μπορέσουμε να σταθούμε και να επιβιώσουμε σε όλον αυτόν τον αχταρμά που συμβαίνει γύρω μας.

Ο Προμηθέας

Κάποτε τα έβαζα με τον εαυτό μου, λες και θα σήκωνα ως νέος Προμηθέας Δεσμώτης το βάρος ολόκληρης της Κύπρου. Τώρα που καταλάγιασε η οργή κι ο θυμός μου, που αποδέχτηκα πως δεν έχω ευθύνη για όλα όσα συμβαίνουν γύρω μου, άρχισα και διερωτώμαι γιατί αυτός ο πονεμένος λαός δεν αποφασίζει ν’ αντισταθεί, να διεκδικήσει, ν’ απαιτήσει; Γιατί παρακολουθεί θεατής το θέατρο τού παραλόγου και τους παρανοϊκούς που βάλθηκαν να καταστρέψουν ό,τι απέμεινε;

Μήπως ως νέος Προμηθέας υφίσταται βουβός ένα ταπεινωτικό μαρτύριο; Μήπως η σιωπή του συνδέεται με την τιμωρία του και είναι η έκφραση μιας ανυποχώρητης υπερηφάνειάς του; Κι όμως, δεν έχει απολύτως καμιά δικαιολογία για την παθητική του στάση και τον συλλογισμό του ότι «τι να κάνουμε;» ή «ό,τι θέλει ας γίνει», έναν συλλογισμό που επιτέλους άρχισα να ενστερνίζομαι και εγώ! Οι μυρωδιές της άνοιξης σκορπούν μιαν αγαλλίαση και μιαν απρόσμενη ευτυχία, και περιμένω με λαχτάρα το καλοκαίρι για να ξεθυμάνω στην ηρεμία της θάλασσας. Μήπως μας απέμεινε και κάτι άλλο;

Σκέφτομαι συχνά τα λόγια ενός φίλου, πως «όλα τα αντέχουμε», αρχίζοντας να διαφωνώ μαζί του, βλέποντας γύρω μου και παίρνοντας τους κραδασμούς του κόσμου. Μια φίλη έπεσε σε κατάθλιψη, η άλλη περνά τον δικό της Γολγοθά με μια σοβαρή μορφή καρκίνου. Δυο-τρεις γνωστοί έπαθαν καρδιακά επεισόδια και μόλις πριν από λίγες ημέρες χάσαμε άλλους δυο γνωστούς, στην πιο δημιουργική τους ηλικία.

Τη βρίσκω την άκρη

Άρχισα και δεν παίρνω τη ζωή στα σοβαρά, σκεφτόμενη πως η ζωή δεν είναι για να την παίρνεις στα σοβαρά, όπως δεν πρέπει να δίνεις καμιά πίστη και αξία στους πολιτικούς, τα κόμματα και τους οικονομικούς παράγοντες, τους θεσμούς και την εξουσία. Συλλογίζομαι μπας και μου βγήκε το αναρχικό στοιχείο μου ή μήπως ο επαναστάτης που κρύβω μέσα μου.

Τελικά τη βρίσκω την άκρη, λέγοντας μόνο ότι αηδίασα όλους αυτούς που βλέπω και ακούω γύρω μου και, υποτίθεται, λέω υποτίθεται, εργάζονται για το καλό του τόπου. Ο Επίκουρος σταματά τις σκέψεις απόγνωσης, και υπενθυμίζει πως «μια φορά υπάρχουμε, δεν υπάρχει τρόπος να υπάρξουμε δυο φορές και μάλλον δεν θα υπάρξουμε ξανά ποτέ. Κι εσύ που δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις τη χαρά. Και η ζωή πάει χαμένη με τις αναβολές και ο καθένας πεθαίνει απασχολημένος».

Ψεύτικες αποσκευές

ΜΙΑ φορά γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε και πεθαίνουμε, είμαστε ταξιδιώτες σε αυτήν τη ζωή και κουβαλούμε μόνο ψεύτικες αποσκευές, περικυκλωνόμαστε από κίβδηλους ανθρώπους που τους επιτρέψαμε να αποφασίζουν για μας, χωρίς εμάς, δίνοντάς τους το δικαίωμα να ορίζουν τη ζωή μας. Ποια ζωή μας; Εκείνην που επιλέγουν για τους ίδιους χρησιμοποιώντάς μας ως πιόνια και ως εφαλτήριο για τη δική τους… επιτυχία, τη δική τους… ευτυχία και ζωή, συντρίβοντας ό,τι πιο υπέροχο και ωραίο έχουμε μέσα μας, γιατί είμαστε ξεχωριστοί και μοναδικοί, με τον δικό μας τρόπο και τις δικές μας αξίες.