«Αναγκαία η δημιουργία Δικαστηρίου Ανηλίκων»
Η μη επαρκής γνώση στη μεταχείριση ανηλίκων στο δικαστικό μας σύστημα θυματοποιεί τα παιδιά, δηλώνει η Ευγενία Κουφού, Εγκληματολόγος LL.M του Κωνστάντειου
ΕΙΣΗΓΕΙΤΑΙ εργασία σε ιδρύματα κοινωνικού χαρακτήρα αντί εγκλεισμό σε σωφρονιστικά ιδρύματα
Κάτι περισσότερο από αισθητή είναι η απουσία Δικαστηρίου Ανηλίκων στην Κύπρο, όπου νοείται πως όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς (αστυνομικοί, δικηγόροι, κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι, δικαστές κ.ά.) θα πρέπει να έχουν εξειδικευμένη γνώση αναφορικά με τη μεταχείριση ανηλίκων, θυμάτων και θυτών, σε ποινικές υποθέσεις.
Κληθείσα να καταθέσει την άποψή της επί του θέματος, η Ευγενία Κουφού, Εγκληματολόγος LL.M και Επιστημονικό μέλος του Κωνστάντειου Κέντρου Εγκληματολογίας και Δικανικών Επιστημών Κύπρου, αναφέρει σε συνέντευξή της στη «Σημερινή» ότι η δημιουργία Δικαστηρίου Ανηλίκων εξασφαλίζει την ορθή και δίκαιη απονομή δικαιοσύνης, ενώ προστατεύει καλύτερα την ψυχική ισορροπία των παιδιών. Στη συνέντευξη, μεταξύ άλλων, προτείνει συμπληρωματικές δράσεις και εξηγεί τις έννοιες της ανακριτικής επιστήμης και της θυματοποίησης.
Τι εννοούμε όταν λέμε ανακριτική επιστήμη;
Ανακριτική είναι η επιστήμη της εκμαίευσης της αλήθειας χωρίς την αλλοίωση των γεγονότων και της πραγματικότητας, αποφεύγοντας τη σκοπιμότητα του ανακρινόμενου να παρέχει ψευδείς πληροφορίες, αλλά και το ανθρώπινο συνειδητό ή ασυνείδητο λάθος. Αξιοσημείωτος είναι ο άρρηκτος δεσμός της αλήθειας με την ορθή και δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης, όπως αυτός πηγάζει κατά τις ποινικές διαδικασίες και τους όρους εντολής των οργάνων απονομής της δικαιοσύνης.
Κάτω από ποιες συνθήκες θυματοποιείται ένα άτομο;
Θυματοποίηση συμβαίνει όταν ένα άτομο ή μια ομάδα ατόμων γίνονται θύματα μιας άδικης ή εγκληματικής πράξης και εκτίθενται επανειλημμένα σε αρνητικές καταστάσεις, με αποτέλεσμα να καταφεύγουν σε πράξη αυτοτιμωρίας, συμπεριλαμβανομένης και της αυτοκτονίας, θεωρώντας ότι οι ίδιοι ευθύνονται για την πράξη εις βάρος τους, ή υπερεκτιμώντας την αδικία εις βάρος τους και, μη ικανοποιημένοι από το νόμιμο πολιτειακό σύστημα απονομής της δικαιοσύνης, παίρνουν τον νόμο στα χέρια τους και γίνονται θύτες.
Τα ποσοστά πιθανότητας εγκληματογένεσης, λόγω θυματοποίησης, αυξάνονται κάθετα απ’ ό,τι τα επίπεδα της πιθανότητας του ατόμου να διαπράξει έγκλημα κάτω από φυσιολογικές συνθήκες. «Νοείται» ότι κάθε κοινωνική συναναστροφή και αλληλεπίδραση δεν συνεπάγεται αυτόματα και πράξη θυματοποίησης. Σημειώνεται ότι πρέπει να υπάρχουν κριτήρια και προϋποθέσεις.
Τα παιδιά που έρχονται σε σύγκρουση με τον νόμο ή είναι θύματα σε μια ποινική υπόθεση πρέπει να τυγχάνουν ειδικής μεταχείρισης κατά την ανάκρισή τους;
Τόσο εγώ όσο και τα υπόλοιπα μέλη της επιστημονικής ομάδας του Κωνστάντειου Κέντρου Εγκληματολογίας και Δικανικών Επιστημών Κύπρου, έχουμε την πεποίθηση πως: η τακτική της κατ’ επανάληψη ανάκλησης και αφήγησης των γεγονότων σε πέραν της μίας ανάκρισης/ συνέντευξης (στην εσχάτη, των δύο ανακρίσεων/συνεντεύξεων), είτε σε θύματα/θύτες, είτε σε μάρτυρες, θα πρέπει να καταργηθεί άμεσα.
Αποτέλεσμα του πιο πάνω κενού στην προστασία των δικαιωμάτων των παιδιών, σε σύγκρουση με τον νόμο, ήταν οι -σε πολλές περιπτώσεις- παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους, αφού τυγχάνουν μεταχείρισης μέσα σ΄ ένα σύστημα το οποίο είναι σχεδιασμένο για ενήλικες, και το οποίο δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις ειδικές ανάγκες και στα ιδιαίτερα δικαιώματα των παιδιών, που βρίσκονται σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση λόγω της ηλικίας τους, του βαθμού ωριμότητάς τους αλλά και της εξάρτησής τους από τους ενήλικες. Απορρέει, λοιπόν, η αναγκαιότητα άμεσης παρέμβασης και θεραπείας των θυμάτων, θυτών και μαρτύρων, όπως οι ρόλοι αυτοί καθορίζονται εν τη γενέσει τους.
Απώτερος στόχος θα πρέπει να είναι η διαφύλαξη των δικαιωμάτων του παιδιού, αλλά και η προστασία του παιδιού ως οντότητας, για να επανενταχθεί πλήρως και με ομαλότητα στην κοινωνία, επενδύοντας σε ένα μελλοντικό ενήλικα πολίτη, με ψυχικές και συναισθηματικές ισορροπίες και υψηλό αίσθημα κοινωνικής ευθύνης, συνοχής και σεβασμού.
Ποια, κατά την άποψή σας, είναι τα κενά και οι αδυναμίες στο δικαστικό σύστημα της Κύπρου;
Αξιοσημείωτη διαπιστώνεται η απουσία, από το κυπριακό δικαστικό σώμα, των Δικαστηρίων Ανηλίκων. Με τον όρο αυτό εννοούμε και το δικαστηριακό χωροταξικό πλαίσιο, το οποίο θα πρέπει να είναι κατάλληλα διαρρυθμισμένο, για να μπορεί να φιλοξενεί ανήλικους θύτες, θύματα ή/και μάρτυρες, με όσο το δυνατό πιο ανώδυνο τρόπο, για την ψυχική τους ισορροπία.
Μια συμπληρωματική δράση σε αυτό το επίπεδο είναι η υιοθέτηση κοινοτικών ποινών, όπως η έκτιση εργασίας σε ιδρύματα κοινωνικού χαρακτήρα, αντί του εγκλεισμού σε σωφρονιστικά ιδρύματα, και είναι απόλυτα συνυφασμένη με την ιδεολογία του ποινικού δικαίου ανηλίκων. Αυτή η πρακτική εφαρμόζεται ήδη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και τα αποτελέσματα από την εφαρμογή της είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά.
Ταυτόχρονα, νοείται ότι οι εμπλεκόμενοι δικαστικοί φορείς οφείλουν να έχουν εξειδικευμένη γνώση στα αντίστοιχα γνωστικά αντικείμενα σε σχέση με τους ανηλίκους, τα ηλικιακά τους χαρακτηριστικά, τη νεανική παραβατικότητα, πέραν του νομικού πλαισίου, ώστε να εξασφαλίζεται η ορθή και δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης και να προστατεύονται οι ανήλικοι όσο το δυνατόν περισσότερο. Επομένως, είναι σημαντική και αναγκαία η εκπαίδευση όλων των εμπλεκόμενων φορέων, μέσα από μια ολιστική και διεπιστημονική δομημένη παρέμβαση, τόσο προς τον σχεδιασμό όσο και ως προς τον καθορισμό της επικείμενης παρέμβασης.
Η Πολιτεία, δε, υποχρεούται, επικουρικά, να εναρμονίζεται με τις σχετικές Ευρωπαϊκές Οδηγίες, συνεισφέροντας στην απονομή της ορθής και δίκαιης δικαιοσύνης και στην προσπάθεια για έλεγχο και καταστολή της νεανικής παραβατικότητας και της θυματοποίησης, με γνώμονα πάντοτε την προστασία του παιδιού και το κοινό συμφέρον.





