Το ζητούν η Βουλή, η Επίτροπος Διοικήσεως και η Αστυνομία
Ώστε η Αστυνομία να μπορεί να παρεμβαίνει έγκαιρα και να σώζει κυριολεκτικά την ψυχική-σωματική ακεραιότητα των θυμάτων, ακόμα και την ίδια τη ζωή τους


Πρέπει να ποινικοποιηθεί το ατιμώρητο, μέχρι σήμερα, αδίκημα της παρενοχλητικής παρακολούθησης (stalking), ώστε η Αστυνομία να μπορεί να παρεμβαίνει έγκαιρα και να σώζει κυριολεκτικά την ψυχική-σωματική ακεραιότητα των θυμάτων, ακόμα και την ίδια τη ζωή τους, ζήτησε χθες η βουλευτής του ΔΗΣΥ Στέλλα Κυριακίδου στη διάρκεια της συζήτησης του θέματος που ενέγραψε η ίδια, στην κοινοβουλευτική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Μαζί της συμφώνησαν οι βουλευτές όλων των κομμάτων που παρευρέθησαν στη συνεδρία, η Επίτροπος Διοικήσεως Ελίζα Σαββίδου, αλλά και οι εκπρόσωποι της Αστυνομίας Καίτη Σοφοκλέους και Μαρία Ξενοφώντος, ενώ η εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Νίκη Ανδρέου, διαβεβαίωσε ότι ο Υπουργός Ιωνάς Νικολάου επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για να προωθηθεί η ποινικοποίηση αυτού του σοβαρού εγκλήματος. (Ήδη διευθετήθηκε συνάντησή του με εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας στις 16 τρέχοντος, για το θέμα αυτό).

Θύματα παρενοχλητικής παρακολούθησης δήλωσαν ότι υπήρξαν δύο βουλευτές της Επιτροπής - η ίδια η Στέλλα Κυριακίδου και η βουλευτής του ΔΗΚΟ Αθηνά Κυριακίδου. Σύμφωνα με την Ελίζα Σαββίδου, το stalking είναι μια μορφή βίας, συνήθως κατά των γυναικών, από άντρες πρώην συζύγους ή συντρόφους τους, που πήρε μεγάλες διαστάσεις λόγω της ανάπτυξης της τεχνολογίας (διαδίκτυο και κινητή τηλεφωνία).
Η μια μετακόμισε, στην άλλη πέταξαν acid

Όπως επεσήμανε στη διάρκεια της συζήτησης η εισηγήτρια του θέματος, Στέλλα Κυριακίδου, «το stalking ορίζεται από την επανάληψη ενεργειών που εισχωρούν ενοχλητικά στην ιδιωτική ζωή ενός ατόμου και μπορεί να είναι τηλεφωνήματα, τηλεφωνικά μηνύματα, επιστολές, ενόχληση από το διαδίκτυο, δημοσίευση ευαίσθητων φωτογραφιών, αναμονή ή περιφορά του δράστη έξω από το σπίτι ή το γραφείο, ή γενικότερα μια απειλητική συμπεριφορά προς το θύμα. Όταν υπάρχει αυτό το είδος της παρενοχλητικής παρακολούθησης, το θύμα συνήθως αισθάνεται αγωνία, άγχος, φόβο και επηρεάζεται η καθημερινότητά του.

Συχνά τα θύματα προσπαθούν να λύσουν το πρόβλημα αλλάζοντας αριθμό τηλεφώνου ή ακόμα και διεύθυνση, μετακομίζοντας σε κάποιο συγγενή τους, για ν’ αποφύγουν κάποιο άτομο που τους απειλεί και μπορεί να οδηγήσει και σε άλλες μορφές βίας - σωματική βία, ή ακόμα και φόνο. Θεωρείται μια μορφή έμφυλης βίας, γιατί η συντριπτική πλειοψηφία των θυμάτων είναι γυναίκες». Σύμφωνα με την κ. Κυριακίδου, «δεν υπάρχει τρόπος νομικής προστασίας των θυμάτων κι αυτό κάνει συχνά εντονότερο το πρόβλημα.

Πρόσφατα, νεαρή διαζευγμένη μητέρα δύο παιδιών, θύμα stalking από τον πρώην σύζυγό της, μου ανέφερε ότι προχώρησε σε καταγγελία, δεν επιλύθηκε το πρόβλημα και αναγκάστηκε να μετακομίσει από τη Λεμεσό όπου ζούσε στη Λευκωσία, για να είναι με τους γονείς της γιατί ένιωσε τρομοκρατημένη με αυτήν τη συμπεριφορά. Σε μιαν άλλη περίπτωση, γυναίκα κατήγγειλε επανειλημμένα στην Αστυνομία ότι παρακολουθείτο και ενοχλείτο συστηματικά από τον πρώην σύντροφό της, ο οποίος στο τέλος, την κυνήγησε στον δρόμο και της πέταξε acid στο πρόσωπο».

Η Στέλλα Κυριακίδου ανέφερε ότι οι περισσότερες πρόσφατες δολοφονίες γυναικών διαπράττονται συνήθως από πρώην συζύγους ή συντρόφους και ζήτησε από τους εκπροσώπους της Αστυνομίας να πληροφορηθεί, πόσες από αυτές δέχονταν απειλητική παρακολούθηση, πριν δολοφονηθούν από τους δράστες. Πολλές φορές οι δράστες δεν μένουν μόνο στο stalking, το οποίο καταλήγει σε μια άλλη μορφή βίας ή και σε φόνο. Πριν ο δολοφόνος φτάσει εκεί, επέδειξε μια κλιμάκωση συμπεριφορών, που έπαιζαν καμπανάκι ότι κινδύνευε η ζωή του θύματος».

Αστυνομία: «Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα»
Ο υπαστυνόμος Ανδρέας Αναστασιάδης, Υπεύθυνος του Γραφείου της Αστυνομίας για Καταπολέμηση του Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, αναφέρθηκε στην ηλεκτρονική παρενόχληση και επεσήμανε ότι «ο νόμος του 2004, που διέπει την αποστολή ενοχλητικών, ηλεκτρονικών άσεμνων, αισχρών μηνυμάτων, δυστυχώς προνοεί μόνο ποινή προστίμου 1600 ευρώ. Η Αστυνομία δεν μπορεί να εξασφαλίσει την άρση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων και, ως εκ τούτου, μόνο αν γνωρίζουμε τον συγκεκριμένο αποστολέα μπορούμε να ανοίξουμε υπόθεση εναντίον του. Αν κρύβεται πίσω από τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα ή την ανωνυμία του τηλεφώνου προπληρωμένης υπηρεσίας So Easy, δεν μπορεί η Αστυνομία να κάνει τίποτα. Άρα η Νομική Υπηρεσία πρέπει να ρυθμίσει τη νομοθεσία αυτή που αφορά το ηλεκτρονικό έγκλημα, ώστε ο δράστης να καταδικάζεται σε μερικά χρόνια φυλάκισης».

Εξάλλου, η Καίτη Σοφοκλέους εκ μέρους της Αστυνομίας, αναφέρθηκε στην παρενόχληση διά παρακολούθησης ή με άλλους τρόπους και είπε ότι «διαπιστώνουμε κι εμείς το νομοθετικό κενό που υπάρχει και συμφωνούμε ότι χρειάζεται νέα νομοθεσία. Ίσως να ήταν καλό να γίνει τροποποίηση στον ποινικό κώδικα, στον νόμο που αφορά τη βία μέσα στην οικογένεια, αντί να μπούμε στη διαδικασία ενός νέου νομοσχεδίου που θα πάρει χρόνο να υλοποιηθεί. Καλύτερα όμως να περιμένουμε και τις θέσεις του Υπουργού, μετά τη συνάντησή του με εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, στις 16 τρέχοντος».

Έτσι θυματοποιήθηκαν δύο βουλευτίνες
Η Στέλλα Κυριακίδου αποκάλυψε ότι υπήρξε και η ίδια για χρόνια, θύμα παρενοχλητικής παρακολούθησης από κάποιο άτομο (όχι για πολιτικούς ή ερωτικούς λόγους) «και μάλιστα όχι μόνο μέσω τηλεφωνημάτων ή μηνυμάτων. Η Αστυνομία ήταν εντελώς αδύναμη να με βοηθήσει, πέρα από κάποιες συστάσεις. Υπήρξα στόχος παρακολούθησης στη δουλειά μου και στο σπίτι μου. Και μπορώ να πω ότι το θύμα βιώνει τον απόλυτο φόβο - φοβάσαι να βγεις από το σπίτι σου, φοβάσαι να οδηγήσεις μόνος σου το αυτοκίνητο τη νύχτα, φοβάσαι στη διάρκεια της μέρας, ενώ είσαι στη δουλειά. Παρά την καλή της διάθεση, η Αστυνομία δεν μπορούσε να κάνει τίποτε, γιατί ο δράστης απλώς γυρόφερνε το σπίτι. Όσο κάποιος είναι έξω από το σπίτι σου, στον δρόμο ή στο αυτοκίνητο και σε παρακολουθεί, δεν μπορεί να κάνει τίποτε η Αστυνομία.

Ο δράστης έφτασε στο σημείο να μπει και στο σπίτι μου και μόνο στην περίπτωση αυτή μπορούσε να επέμβει η Αστυνομία, αφού στην Κύπρο δεν υπάρχει θεσμικό πλαίσιο για τη διερεύνηση και την ποινική δίωξη τέτοιων συμπεριφορών».

Προηγουμένως είχε πάρει τον λόγο η Αθηνά Κυριακίδου, που είπε τα εξής: «Το θέμα γίνεται πιο σοβαρό, όταν η παρενοχλητική παρακολούθηση γίνεται με μηνύματα από τηλέφωνα προπληρωμένης υπηρεσίας So Easy, αγνώστου κατόχου, που είναι αδύνατο να εντοπισθεί, ή μέσω ψεύτικου προφίλ στο διαδίκτυο (facebook). Εγώ υπήρξα θύμα stalking και με τους δύο τρόπους. Έκανα σχετικές καταγγελίες στην Αστυνομία και ευτυχώς επειδή αποδείχτηκε ότι ήταν ψεύτικο το προφίλ του δράστη, αυτό διαγράφηκε μετά την καταγγελία μου».

Τα δύο παράπονα και ο πρώτος ορισμός
Η Επίτροπος Διοικήσεως Ελίζα Σαββίδου αναφέρθηκε στην Τοποθέτηση του Γραφείου της, τον Απρίλη 2014, για την ανάγκη ποινικοποίησης της παρενοχλητικής παρακολούθησης και στις δύο ατομικές περιπτώσεις που κατέγραψε η ερευνών λειτουργός Νάσια Διονυσίου, η οποία επίσης παρίστατο στη χθεσινή συνεδρία. Το πρώτο παράπονο υποβλήθηκε από τη Σ.Κ., η οποία για δυόμισι περίπου χρόνια ελάμβανε ερωτικά τηλεφωνήματα, μηνύματα και επιστολές από άγνωστο προς αυτήν πρόσωπο.

Παρά το γεγονός ότι άλλαξε αριθμό τηλεφώνου, ο αριθμός του νέου της τηλεφώνου εντοπίστηκε ξανά και η παρενόχληση συνεχίστηκε. Μηνύματα και κλήσεις, με ερωτικό περιεχόμενο και αναφορές στην ίδια, ελάμβανε και ο σύζυγός της, ενώ ο αποστολέας χρησιμοποιούσε διαφορετικούς κάθε φορά τηλεφωνικούς αριθμούς. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, η παραπονούμενη βίωνε έντονο άγχος και φόβο, ενώ είχε διασαλευθεί σοβαρά η σχέση με τον σύζυγό της. Η παραπονούμενη αποτάθηκε πολλές φορές στον κατά τόπο αρμόδιο Αστυνομικό Σταθμό, ζητώντας να εντοπιστεί το πρόσωπο, το οποίο την παρενοχλούσε. Ο φάκελος της υπόθεσης ταξινομήθηκε τελικά το 2013 ως ανεξιχνίαστος.

Το δεύτερο παράπονο υποβλήθηκε από την Α.Γ., που υποστήριξε ότι η Αστυνομία παρέλειπε να παρέμβει αποτελεσματικά και να την προστατεύσει από παρενόχληση που δεχόταν από συγκεκριμένο πρόσωπο. Εξαιτίας των παρενοχλήσεων, ο γάμος της παραπονούμενης και του συζύγου της διαλύθηκε.

Η Ελίζα Σαββίδου ανέφερε ότι προκειμένου να ενισχυθεί η Αστυνομία με συγκεκριμένες νομοθετικές διατάξεις που θα καθορίζουν πώς θα προχωρεί η ποινική δίωξη και πώς θα στοιχειοθετείται το αδίκημα, το Γραφείο της κατέληξε σε μια πρώτη προσπάθεια, με τη Νομική Υπηρεσία και το Υπουργείο Δικαιοσύνης, στον εξής ορισμό: «Όποιος σκόπιμα και κατ’ επανάληψιν παρενοχλεί άλλο πρόσωπο μέσω απειλητικών ενεργειών που περιλαμβάνουν ιδίως παρακολούθηση, συμμετοχή σε ανεπιθύμητες επικοινωνίες ή άμεση ή έμμεση δήλωση παρουσίας και έχουν ως συνέπεια την πρόκληση φόβου για το ίδιο ή την ασφάλειά του, είναι ένοχος αδικήματος που τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 3 χρόνια».