Ο Ελληνισμός της Ουκρανίας και το βαρύ χρέος…
Η ελληνική παρουσία στις βόρειες και δυτικές ακτές του Ευξείνου Πόντου, στη Χερσόνησο της Κριμαίας χρονολογείται ήδη από τον 8ο π.Χ. αιώνα
ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ της Βυζαντινής αυτοκρατορίας οι ελληνικές πόλεις και αποικίες της Κριμαίας διατηρούσαν στενές οικονομικές και πολιτικές σχέσεις με τη γενέτειρα
Πριν από δύο εβδομάδες περίπου, η Ομοσπονδία Ελληνικών Συλλόγων Ουκρανίας απέστειλε επείγουσα επιστολή-έκκληση προς την ελληνική κυβέρνηση, με αποδέκτη τον Πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, για προσωρινή φιλοξενία Ελλήνων από εμπόλεμες περιοχές, οι οποίοι χρήζουν άμεσης βοήθειας. Στην επιστολή περιγράφεται με μελανά χρώματα η τραγική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει το ομογενειακό στοιχείο στις ανατολικές επαρχίες της χώρας, ειδικά στη Μαριούπολη, καθώς και σε τέσσερα χωριά στη γραμμή του μετώπου, όπου μαίνονται σφοδρές μάχες.
«Στα χωριά αυτά αλλά και στην πόλη έχουν καταστραφεί δρόμοι, τα σπίτια έμειναν χωρίς σκεπές και παράθυρα, δεν λειτουργούν σχολεία, παιδικές χαρές, ιατρικά ιδρύματα, οι άνθρωποι βρίσκονται σε ψυχολογικό σοκ, έχουν ανάγκη από υπεράσπιση», τονίζεται μεταξύ άλλων. Η ηγεσία της ομοσπονδίας καλεί την κυβέρνηση «να λάβει μια σοφή θέση» στο θέμα της Ουκρανίας.
Βαρύ το χρέος της Ελλάδος απέναντι στην ομογένεια, που γίνεται ακόμη βαρύτερο υπό τις δυσμενέστατες οικονομικές συνθήκες και το άχθος της διαπραγμάτευσης του μνημονίου.
Αρχαίες ρίζες
Η ελληνική παρουσία στις βόρειες και δυτικές ακτές του Ευξείνου Πόντου, στη Χερσόνησο της Κριμαίας και γύρω από την Αζοφική Θάλασσα χρονολογείται ήδη από τον 8ο π.Χ. αιώνα. Η Ηράκλεια Ποντική ή Χερσώνα Ταυρίας (σημερινή Σεβαστούπολη) και η Ολβία ήταν μερικές μόνο από τις πόλεις και τους οικισμούς που ίδρυσαν οι Έλληνες άποικοι από τη Μικρά Ασία και ιδίως τη Μίλητο.
Οι Έλληνες αποτελούν τον ιστορικότερο πληθυσμό της χερσονήσου. Tα ερείπια των αρχαίων ελληνικών πόλεων Παντικαπαίου, Xερσονήσου, Φαναγόρειας, Θεοδόσιας κ.ά. μαρτυρούν την παλιά δόξα των Eλλήνων.
Πολλά τοπωνύμια της Kριμαίας έχουν ελληνική ρίζα. Όπως η Γιάλτα που προέρχεται από τη «γιαλίτα», που στην τοπική ελληνική διάλεκτο σημαίνει «μικρός γιαλός». Στην εποχή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας οι ελληνικές πόλεις και αποικίες της Κριμαίας διατηρούσαν στενές οικονομικές και πολιτικές σχέσεις με τη γενέτειρα. Δίπλα στις αρχαίες εγκαταστάσεις από τους Δωριείς και τους Ίωνες προστέθηκαν νέες την περίοδο αυτή, όταν καλλιεργήθηκαν στενές πολιτιστικές και εκκλησιαστικές σχέσεις ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολη και το Κίεβο.
Η πόλη της Χερσώνας εξελίχθηκε τότε στο πιο σημαντικό εμπορικό και πολιτισμικό σημείο επαφής ντόπιων και Βυζαντινών, έως και την καταστροφή της από τους Τατάρους, τον 14ο αιώνα, με ένα μέρος της να παραμένει ελληνικό κράτος μέχρι το 1475, οπότε κατελήφθη από τους Οθωμανούς. Υπό την κατοχή των Tατάρων και των Οθωμανών ο ελληνικός πληθυσμός υπέστη οικονομική καταπίεση, βίαιο εξισλαμισμό, υποχρεωτική χρήση της ταταρικής γλώσσας κ.λπ.
Παρ' όλα αυτά, η ελληνική παρουσία παρέμενε ισχυρή ώς το 1778, οπότε ένα μέρος του ελληνικού πληθυσμού, για να γλυτώσουν από τις διώξεις των μουσουλμάνων, εγκατέλειψαν την περιοχή και εγκαταστάθηκαν σε εδάφη που τους παραχωρήθηκαν από την αυτοκράτειρα της Pωσίας Aικατερίνη τη Mεγάλη. Εκεί ίδρυσαν την πόλη Μαριούπολη, με 22 γύρω χωριά και απέκτησαν πολλά προνόμια από την κυβέρνηση. Οι Έλληνες της πόλης και των γειτονικών χωριών ξεπέρασαν τις 15.000.
Αρκετοί από αυτούς είχαν έρθει από τις περιοχές της Σινώπης και της Τραπεζούντας. Το 1794 ιδρύθηκε η Οδησσός. Η αυτοκράτειρα Αικατερίνη προώθησε τη ρωσική διείσδυση προς τις βόρειες ακτές της Μαύρης Θάλασσας και τη Χερσόνησο της Κριμαίας, φροντίζοντας για την εγκατάσταση στην Οδησσό εκατοντάδων προσφύγων από την Πελοπόννησο και τον Μοριά, μετά την αποτυχία των Ορλωφικών και του Λάμπρου Κατσώνη. Κορυφαία στιγμή του Ελληνισμού της πόλης αποτέλεσε η σύσταση το 1814 της Φιλικής Εταιρείας, η οποία προετοίμασε ιδεολογικά την Επανάσταση του 1821.
Η περίοδος της Ελληνικής Επανάστασης υπήρξε χρονικά η τελευταία, κατά την οποία διατηρήθηκε το μεταναστευτικό ρεύμα από την ελληνική χερσόνησο προς τα βόρεια παράλια του Ευξείνου Πόντου. Ο 20ός αιώνας εγκαινίασε μία περίοδο σταδιακής συρρίκνωσης των ελληνικών ερεισμάτων.
Κριμαϊκός Πόλεμος
Τη μη αναστρέψιμη παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που ξεκίνησε από τα τέλη του 18ου αιώνα, ακολούθησε το Ανατολικό Ζήτημα, η διαμάχη των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής -κυρίως των Άγγλων, των Γάλλων, των Ρώσων και των Αυστριακών- για την τύχη του «μεγάλου ασθενούς», με κατάληξη τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856). Αφορμή υπήρξε η θρησκευτική διαμάχη μεταξύ ορθοδόξων και καθολικών, αλλά τα αίτια ήταν γεωστρατηγικά, με τους Ρώσους να προτίθενται να μετατρέψουν τον Εύξεινο Πόντο σε σφαίρα ρωσικής επιρροής και από εκεί, διαμέσου του ελέγχου των Στενών, να διεισδύσουν στη Μεσόγειο.
Τέτοιο ενδεχόμενο, όμως, υπονόμευε τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της Αγγλίας στον χώρο της νοτιοανατολικής Μεσογείου, αλλά και της Γαλλίας που παραδοσιακά διατηρούσε προνομιακές οικονομικές σχέσεις με την Υψηλή Πύλη. Τον Σεπτέμβριο του 1854 ξεκίνησε η εκστρατεία των αγγλογαλλικών στρατευμάτων στην Κριμαία, που διήρκεσε έναν περίπου χρόνο, με στόχο την κατάληψη της Σεβαστούπολης. Αρκετοί Έλληνες πολέμησαν στο πλευρό των Ρώσων.
Α' Παγκόσμιος Πόλεμος
Οι Έλληνες της Νότιας Ουκρανίας και της Κριμαίας υπέστησαν τις συνέπειες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και της Επανάστασης των Μπολσεβίκων, όταν ο Λένιν με τη Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ παραχώρησε τις συγκεκριμένες περιοχές στους Γερμανούς. Με το τέλος του πολέμου τα εδάφη αυτά κατακτήθηκαν από τους Μπολσεβίκους και ενσωματώθηκαν στην ΕΣΣΔ. Τον Ιανουάριο του 1919, κατόπιν εντολής του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου, ελληνικό εκστρατευτικό σώμα, αποτελούμενο από τρεις μεραρχίες του Α' Σώματος Στρατού 23.551 ανδρών, αποβιβάστηκε στην Οδησσό έπειτα από αίτημα των Γάλλων, με σκοπό να εμπλακεί στον ρωσικό εμφύλιο πόλεμο, συνδράμοντας τις αντικομμουνιστικές και πιστές στον τσάρο δυνάμεις, που πολεμούσαν εναντίον των Μπολσεβίκων.
Η απόφαση του Βενιζέλου στόχευε στην εξασφάλιση της γαλλικής υποστήριξης στις ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις για επαναχάραξη του εδαφικού και συνοριακού χάρτη της Ευρώπης μετά το τέλος του Α' Π. Πολέμου. Ωστόσο οι εξελίξεις στο μέτωπο δεν δικαίωσαν τις ελληνικές προσδοκίες. Μελέτες κατέδειξαν την προχειρότητα στον σχεδιασμό αλλά και στην εκτέλεση της εκστρατείας. Οι Μπολσεβίκοι απέστειλαν ισχυρές δυνάμεις εναντίον των συμμαχικών στρατευμάτων, οι οποίες, παρά την ηρωική αντίσταση που προέβαλαν γύρω από την Οδησσό και τη Χερσόνησο της Κριμαίας, υποχρεώθηκαν να αναδιπλωθούν.
Τον Απρίλιο του 1919 υπεγράφη ανακωχή ανάμεσα στους αντιμαχομένους και δόθηκε στις στρατιωτικές δυνάμεις Ελλήνων και Γάλλων εντολή απαγκίστρωσης. Βαρύς ο φόρος αίματος των Ελλήνων, με 398 νεκρούς και 657 τραυματίες, με πολύ μεγαλύτερο όμως τίμημα αργότερα, αφού κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας, όταν ο Μουσταφά Κεμάλ προσήγγισε τους Σοβιετικούς για βοήθεια, οι τελευταίοι ανταποκρίθηκαν με όπλα και πυρομαχικά, συμβάλλοντας στην καταστροφή του μικρασιατικού Ελληνισμού.
Σταλινική περίοδος
Μετά τη ρωσική επανάσταση του 1917, αρχίζει μια σύντομη περίοδος εθνικής αναγέννησης και προσπάθεια ανάπτυξης του ελληνικού πολιτισμού, η οποία όμως τελειώνει με τις σκληρές καταπιέσεις του Στάλιν.
Στα 1926-1928 στην Αζοφική, τέθηκε σε εφαρμογή μία φιλελεύθερη εθνική πολιτική που ευνοούσε την πολιτιστική ανάπτυξη των εθνικών μειονοτήτων. Στα σχολεία ξεκίνησε η διδασκαλία της νέας ελληνικής γλώσσας, ενώ στη Μαριούπολη άρχισε τη λειτουργία της η «Ελληνική Παιδαγωγική Σχολή», όπου δίδασκαν καθηγητές από την Ελλάδα.
Από το 1930 εκδίδονταν στην ελληνική γλώσσα εφημερίδα, λογοτεχνικό περιοδικό και παιδικό περιοδικό. Το 1932 λειτούργησε το Εθνικό Ελληνικό Θέατρο, για το οποίο γράφτηκαν θεατρικά έργα στην τοπική ελληνική, τη λεγόμενη «ρουμέικη» διάλεκτο. Συνολικά ανεβάστηκαν 14 θεατρικά έργα.
Το Δεκέμβριο του 1935 δημιουργήθηκε ελληνικό συγκρότημα τραγουδιού και χορού, πραγματοποιώντας συναυλίες στις πόλεις της Ουκρανίας και τα τραγούδια του μεταδίδονταν από τον πανενωσιακό ραδιοφωνικό σταθμό.
Οι καταπιέσεις του Στάλιν, όμως, που ξεκίνησαν το 1937 έβαλαν τέλος στην εθνική ανάπτυξη της ελληνικής διασποράς στην Ουκρανία. Χαρακτηρίστηκαν ως «κατασκοπευτικές» οι οργανώσεις των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτό που ακολούθησε ήταν μια εθνοκάθαρση και πραγματική τραγωδία για τον μικρό ελληνικό λαό της Αζοφικής. Κλείστηκαν τα ελληνικά σχολεία, το θέατρο, η εφημερίδα, καταργήθηκε το λαογραφικό συγκρότημα.
Καταστράφηκαν ακόμα και όλα τα έγγραφα που θύμιζαν την ύπαρξή τους. Με ψευδείς κατηγορίες εκτελέστηκαν όλοι οι Έλληνες διανοούμενοι, καθώς και χιλιάδες εργάτες και αγρότες ελληνικής καταγωγής. Δεν υπήρχε ελληνική οικογένεια που να μην είχε χάσει ένα μέλος της από τις καταπιέσεις αυτές. Παραμένουν άγνωστοι οι τόποι εκτέλεσης και ταφής των θυμάτων του Στάλιν. Υπολογίζεται ότι περίπου 20.000 Έλληνες απ' όλη την ΕΣΣΔ έχασαν τη ζωή τους την περίοδο αυτή.
Β' Παγκόσμιος Πόλεμος
Την περίοδο της γερμανικής εισβολής στη Σοβιετική Ένωση (1941-1944) η χερσόνησος αποτέλεσε πεδίο σφοδρών συγκρούσεων. Καταλήφθηκε από μεικτές γερμανικές και ρουμανικές δυνάμεις. Οι Έλληνες της Ουκρανίας πήραν ενεργό μέρος στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, υπερασπιζόμενοι την πατρίδα τους από τη φασιστική Γερμανία. Μετά την απελευθέρωση της Κριμαίας, το 1944 εκτοπίστηκαν στην Κεντρική Ασία μαζί με τους Βουλγάρους, τους Αρμενίους και τους Τατάρους 28.000 Έλληνες, παρά την προσφορά τους στον πόλεμο.
Η αναγέννηση του Ελληνισμού
Με την άνοδο στην εξουσία του Νικήτα Χρουστσώφ, οι Έλληνες της Ουκρανίας, όπως και της υπόλοιπης Σοβιετικής Ένωσης, απέκτησαν σχετική πολιτική ελευθερία. Έλληνες ποιητές συνέβαλαν στην αναγέννηση της ελληνικής λογοτεχνίας, δημοσιεύοντας συλλογές των ποιημάτων τους, καθώς και μεταφρασμένων στα ρουμέικα ποιημάτων σπουδαίων Ουκρανών και Ρώσων λογοτεχνών.
Από το 1952 στα χωριά της Αζοφικής άρχισαν να οργανώνονται λαογραφικές αποστολές του Κρατικού Πανεπιστημίου του Κιέβου υπό την καθοδήγηση του καθηγητή Ανδρέα Μπελέτσκυ και της υφηγήτριας Τατιάνα Τσερνισόβα. Οι φοιτητές που συμμετείχουν στις αποστολές κατέγραφαν τα λαϊκά τραγούδια, τα παραμύθια, τα ρητά και τις παροιμίες, ασχολούνταν με μελέτη των ελληνικών διαλέκτων της Αζοφικής. Το 1967 η Μαρία Γαϊτάν ξεκίνησε την αναγέννηση του προπολεμικού συγκροτήματος τραγουδιού και χορού, το οποίο ονομάστηκε «Σαρτανιότικα μαργαριτάρια». Το συγκρότημα αυτό λειτουργεί και σήμερα.
Επιχείρηση «Χρυσόμαλλο Δέρας»
Η επιστολή από την ομογένεια της Ουκρανίας, για βοήθεια από το ελληνικό κράτος, μας πήρε σχεδόν 17 χρόνια πίσω. Τότε που μαινόταν ο πόλεμος μεταξύ Αμπχαζίας και Γεωργίας. Και ο ελληνικός πληθυσμός βρέθηκε ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά. Ήταν η τέταρτη κατά σειρά προσφυγιά που βίωνε αυτό το κομμάτι του Ελληνισμού μέσα σε εβδομήντα χρόνια.
Υπολογίζεται ότι οι Έλληνες νεκροί σε όλη την Αμπχαζία ξεπερνούσαν τους 200. Το τι συνέβαινε τότε στο Σοχούμι περιγράφεται αποκαλυπτικά από ένα έγγραφο που έστειλε τότε στην ελληνική κυβέρνηση ο Ελληνικός Σύλλογος της πόλης Σότσι, όπου είχαν καταφύγει πολλοί Έλληνες πρόσφυγες. Μεταξύ άλλων στην έκκληση έγραφε: «Σήμερα στη Γεωργία μαίνεται φοβερός πόλεμος, χύνεται το αίμα των Ελλήνων ομοεθνών μας, χάνονται γέροι, γυναίκες και παιδιά.
1.000 Έλληνες -πρόσφυγες από την Αμπχαζία- εγκαταλείπουν το βιος πολλών γενεών, τα νοικοκυριά και τα σπίτια τους χωρίς μέσα διαβίωσης, για να σώσουν τη ζωή τους. Κατευθύνθηκαν στο Βατούμι για να μεταβούν αργότερα στην Ελλάδα μέσω της γειτονικής Τουρκίας. Είναι δύσκολο να περιγραφούν τα πάθη των. Σε μια στιγμή έχασαν τα πάντα, πολλούς συγγενείς και μόλις πρόλαβαν να φύγουν από τα σπίτια τους και να σώσουν τη ζωή τους. Αλλά το πιο δύσκολο ακόμα είναι να βλέπεις να κλαίνε οι μητέρες, παππούδες, γιαγιάδες. Η γενοκτονία των Ποντίων Ελλήνων συνεχίζεται, τους σκοτώνουν, τους κλέβουν, τους βιάζουν...».
Οι Έλληνες αυτοί από τον Πόντο, όσοι γλύτωσαν από τις σφαγές του Μουσταφά Κεμάλ, κατέφυγαν πρόσφυγες στην Αμπχαζία. Όταν ανέβηκε στην εξουσία ο Στάλιν, γεωργιανής καταγωγής, θέλοντας να γίνει αρεστός στους συμπατριώτες του, το 1949 κατέσχε στα σπίτια των Ελλήνων, κάνοντάς τα... δώρο στους Γεωργιανούς. Με την άνοδο του Χρουστσώφ, τους επετράπη να γυρίσουν πίσω, αλλά ξεκίνησαν τη ζωή τους γι' ακόμη μια φορά από το μηδέν, αφού στα σπίτια τους έμεναν άλλοι πλέον.
Το 1992, όταν πρωτοξεκίνησαν οι εχθροπραξίες, στην Αμπχαζία κατοικούσαν 15.000 Έλληνες. Η Αμπχαζία είχε καθεστώς Αυτόνομης Δημοκρατίας, ενταγμένης στη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γεωργίας. Οι Γεωργιανοί διεκδίκησαν την πλήρη ενσωμάτωση της Αμπχαζίας στο έθνος-κράτος τους, ενώ οι Αμπχάζιοι θέλησαν να δημιουργήσουν το δικό τους.
Η σύγκρουση των Γεωργιανών με τους Αμπχάζιους χρονολογείται από το πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα.
Μετά την έκκληση που έλαβε τότε η ελληνική κυβέρνηση, οργάνωσε τη μεγαλύτερη ανθρωπιστική επιχείρηση για να παραλάβει Έλληνες που απειλούνταν από πολεμικές συγκρούσεις. Ήταν ξημέρωμα 15ης Αυγούστου 1993. Στο λιμάνι του Σοχούμι μαίνονταν οι μάχες μεταξύ Γεωργιανών και Αμπχάζιων. Στα ανοιχτά, ένα ελληνικό επιβατηγό πλοίο. Στα περίχωρα του λιμανιού υπήρχαν περίπου 2.000 Έλληνες συνοδευόμενοι από μία μικρή ομάδα Ελλήνων βατραχανθρώπων, με επικεφαλής τον αείμνηστο αντιπλοίαρχο τότε Βασίλη Ντερτιλή, προσπαθώντας να φθάσουν με ασφάλεια στο λιμάνι για να επιβιβαστούν στο πλοίο.
Από τον πόλεμο στην περιοχή οι Έλληνες μετρούσαν ήδη 200 νεκρούς.
Οι Έλληνες στρατιωτικοί ήρθαν σε συνεννόηση με τους Αμπχάζιους, οι οποίοι με αντεπίθεση πήραν τον έλεγχο του λιμανιού και έδωσαν διαβεβαιώσεις για την ασφάλεια των Ελλήνων.
Το επιβατηγό πλοίο μπήκε στο λιμάνι και οι Έλληνες επιβιβάστηκαν αστραπιαία.
Για να γίνει αυτή η επιχείρηση είχε προηγηθεί προετοιμασία πολλών ημερών από την ομάδα των βατραχανθρώπων και του επικεφαλής τους, ο οποίος ήταν σε διαρκή επαφή με την υφυπουργό Εξωτερικών Βιργινία Τσουδερού, που συντόνιζε από την Αθήνα. Η επιχείρηση «Χρυσόμαλλο Δέρας» ήταν άκρως απόρρητη και ανακοινώθηκε μετά από την ολοκλήρωσή της, όταν οι Έλληνες αποβιβάστηκαν με ασφάλεια στην Αλεξανδρούπολη, το πρωί της 17ης Αυγούστου του 1993.
Έτσι γράφτηκε ο επιτυχής επίλογος της επιχείρησης απεγκλωβισμού των Ελλήνων, από το εμπόλεμο Σοχούμι. Όπως διηγήθηκε αργότερα ο καπετάνιος, καθώς το πλοίο περνούσε από τον Βόσπορο, ένας γέρος λυράρης έπαιζε τον θρήνο της Άλωσης.
ΠΗΓΕΣ: ΑΠΕ-ΜΠΕ, ΣΚΑΪ, ΤΑ ΝΕΑ, ΥΔΡΙΑ




