Μνήμη Ολοκαυτώματος την Κυριακή στη Λευκωσία
«Είμαστε εδώ για να πούμε ότι δεν ξεχνάμε το παρελθόν, για να μπορέσουμε ν’ αλλάξουμε το μέλλον»
Σε μια συγκινησιακά φορτισμένη ατμόσφαιρα, πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Κυριακής, στο Δημοτικό Θέατρο Στροβόλου, εκδήλωση που οργάνωσε η πρεσβεία του Ισραήλ και το Χριστιανικό Κέντρο Λευκωσίας, στη Μνήμη Ολοκαυτώματος των 6 εκατομμυρίων Εβραίων που δολοφονήθηκαν από τους Ναζί στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και για τα 70 χρόνια από την απελευθέρωση του στρατοπέδου συγκέντρωσης Άουσβιτς, το 1945. «Στη μνήμη των ανθρώπων κάθε ηλικίας που το νήμα της ζωής τους κόπηκε απότομα, άδικα και με βίαιο τρόπο», όπως επεσήμανε η παρουσιάστρια του προγράμματος, Νίνα Μικελοπούλου.
The hiding place
Η εκδήλωση άρχισε με ένα συγκλονιστικό βίντεο για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, που επιμελήθηκε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, Χάρης Σοφοκλέους, ενώ χαιρετισμό απηύθυνε στη συνέχεια ο πρέσβης του Ισραήλ στη Λευκωσία Michael Harari. Ακολούθησε μια θεατρική αναπαράσταση από το βιβλίο «Η κρυψώνα» («The hiding place») που αφηγείται την αληθινή ιστορία της Ολλανδέζας χριστιανής Corrie ten Boom που, μαζί με την οικογένειά της, έκρυβαν Εβραίους στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η συγγραφέας κατέληξε μαζί με την αδελφή της Betsie σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία, συνεχίζοντας χωρίς φόβο να μεταδίδει το μήνυμα της αγάπης και της συγχώρεσης - η Betsie τελικά πέθανε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ravensbr?ck.
Μετά από σύντομο χαιρετισμό του Υπουργού Άμυνας Χριστόφορου Φωκαΐδη και του Ισραηλινού Guy Miron, καθηγητή στο Ιστορικό Μουσείο του Ολοκαυτώματος Yad Vashem και μια εκπληκτική χορογραφία από τις φοιτήτριες του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, η 87χρονη επιζήσασα του Ολοκαυτώματος, Ελληνο-εβραία Άρτεμις Μιρόν, από τα Ιωάννινα, κάτοικος Ιεροσολύμων, αφηγήθηκε την περιπετειώδη ιστορία και τη δολοφονία της οικογένειάς της, στο Άουσβιτς. Ακολούθησε ομιλία του συγγραφέα και θεολόγου Σταύρου Ιγνατίου.
Η σύλληψη των Εβραίων Ιωαννίνων
«Ονομάζομαι Άρτεμις Μιρόν, το γένος Μπατή από τα Γιάννενα», άρχισε την αφήγησή της η Άρτεμις Μιρόν και συνέχισε: «Επέζησα από το Ολοκαύτωμα, μόνη εγώ, απ’ όλη μου την οικογένεια. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στα Γιάννενα με την οικογένειά μου, που αποτελείτο από τέσσερα άτομα - τον πατέρα μου Ιωσήφ, έμπορο που συνεργαζόταν με τον παππού μου Νισήμ, τη μητέρα μου Ευτυχία, οικοκυρά, το αδελφάκι μου, Μάκη, έξι χρόνια μικρότερο από μένα και από μένα, που τότε φοιτούσαμε στο σχολείο.
Το 1943 ήμουν 15 χρονών όταν οι Γερμανοί μπήκαν στα Γιάννενα, συνέλαβαν και φυλάκισαν τον πατέρα μου και τον παππού μου, με τη δικαιολογία ότι δωροδόκησαν (με χρήματα) την ελληνική αντίσταση. Ύστερα από λίγες μέρες τούς τουφέκισαν, χωρίς να μας ειδοποιήσουν - οπότε εμείς δεν ξέραμε τίποτα. Στις 25 Μαρτίου 1944 οι Γερμανοί διέταξαν τη δίωξη όλων των Εβραίων των Ιωαννίνων. Τα μεσάνυχτα -ενώ κοιμόμασταν- περικύκλωσαν οι Γερμανοί τις εβραϊκές συνοικίες, κόλλησαν στους τοίχους τη διαταγή που έγραφε όλοι οι Εβραίοι να παρουσιαστούν με λίγα δέματα στο χέρι, στις 8 το πρωί στη λίμνη των Ιωαννίνων - “Παμβώτις”».
Στον δρόμο για το Άουσβιτς
«Όταν το πρωί ξύπνησε και άκουσε τη διαταγή, η μητέρα μου τρομαγμένη μας ξύπνησε, εμένα και το αδελφάκι μου. Ετοιμάσαμε λίγα ρούχα για τον καθένα, εσώρουχα και ένα μικρό δεματάκι με ξηρούς καρπούς και στις 8 το πρωί αφήσαμε το σπίτι. Η μητέρα μου κλείδωσε την πόρτα, χωρίς να ξέρουμε πως ποτέ, μα ποτέ δεν θα επιστρέψουμε... Κοντά στη λίμνη περίμεναν στρατιωτικά αυτοκίνητα των Γερμανών. Οι Γερμανοί έσπρωχναν τις οικογένειες που έφθαναν εκεί, μέσα στα αυτοκίνητα, τα οποία ξεκίνησαν, το ένα πίσω από το άλλο, και δια μέσου Λαρίσης, μας πήραν στον σιδηροδρομικό σταθμό. Εκεί περίμενε το τρένο. Οι Γερμανοί άνοιξαν τις σιδερένιες πόρτες των βαγονιών και, σπρώχνοντας, μας έβαλαν μέσα, τον έναν επάνω στον άλλον, έκλεισαν τις σιδερένιες πόρτες σε κάθε βαγόνι με λουκέτο, και έδωσαν οδηγίες να ξεκινήσει. Προορισμός το Aushwitz. Τα μωρά έκλαιγαν, οι ηλικιωμένοι λιποθυμούσαν. Στο βαγόνι υπήρχαν μόνο δύο δοχεία - ένα για πόσιμο νερό και ένα άδειο, για ακαθαρσίες και εμετούς».
Ποιος για δουλειά και ποιος για θάνατο
«Ύστερα από 8 μέρες και νύχτες έφθασε το τρένο στο Aushwitz - ήταν 12 Απριλίου 1944. Οι πόρτες άνοιξαν και, σύμφωνα με τη διαταγή των Γερμανών, κατεβήκαμε τροχάδην. Στάθηκε μπροστά μας ο γιατρός του στρατοπέδου, με ένα ραβδί στα χέρια του και έκανε «διαλογή» (seleksia) - ποιος για δουλειά και ποιος για θάνατο. Και όταν τον πλησιάσαμε και οι τρεις μας αγκαλιασμένοι, για να μη χωριστούμε, ο Γερμανός γιατρός με κτύπησε με το ραβδί και με χώρισε απ’ τη μάνα μου και απ’ το αδελφάκι μου.
Τους έσπρωξε στο αυτοκίνητο, το οποίο ξεκίνησε κατ’ ευθείαν για τους θαλάμους αερίων και τους φούρνους… Εμένα με έσπρωξε στη σειρά των γυναικών, με προορισμό τα καταναγκαστικά έργα. Δυστυχώς, δεν ήξερα εκείνη τη στιγμή πως δεν επρόκειτο να ξαναδώ τη μητέρα μου και το αδελφάκι μου. Με πήραν στη δουλειά στο στρατόπεδο. Εργαζόμουν στο ύπαιθρο, απ’ τα χαράματα μέχρι το βράδυ, μέσα στη βροχή, στο χιόνι, πάντοτε βρεγμένη, με ελάχιστη τροφή, κουβαλώντας πατάτες, εξαντλημένη φυσικά και πνευματικά».
Από την κόλαση στην Ιερουσαλήμ
«Στις αρχές Ιανουαρίου 1945, οι Ρώσοι απελευθέρωσαν το Aushwitz και οι Γερμανοί ετοιμάστηκαν για οπισθοχώρηση στη Γερμανία. Μαζί τους πήραν όσους από μας είχαμε απομείνει ζωντανοί και ήμασταν σε κατάσταση που να μπορούμε να περπατήσουμε στα χιόνια. Μας προόριζαν να εργασθούμε στα εργοστάσια όπλων, στη Γερμανία.
»Στη Γερμανία εργάσθηκα στα εργοστάσια όπλων μέχρι το τέλος του πολέμου, την 1η Μαίου 1945. Επέστρεψα στην Ελλάδα με την ελπίδα να βρω τον πατέρα μου ή τους συγγενείς μου ζωντανούς και όταν έμαθα ότι κανείς δεν ζει, δεν ήμουν σε θέση να μείνω στην Ελλάδα και αποφάσισα να πάω στο Ισραήλ - τότε Παλαιστίνη.
»Με ένα μικρό πλοίο, γεμάτο επιζώντες απ’ το Ολοκαύτωμα, ξεκινήσαμε για το Ισραήλ, με σκοπό να μπούμε λαθραία. Αλλά οι Άγγλοι έπιασαν το πλοίο και μας μετέφεραν σε στρατόπεδο. Με απελευθέρωσαν όταν ήρθε η σειρά μου και έτσι πήγα στην Παλαιστίνη. Το 1950 γνώρισα τον Ιωσήφ και παντρευτήκαμε - ζούμε από τότε μέχρι σήμερα, στην Ιερουσαλήμ. Αποκτήσαμε τρία παιδιά -μια κόρη και δύο αγόρια- 10 εγγόνια και μια δισέγγονη. Αυτοί μου δίνουν δύναμη να συνεχίσω. Και, εν τέλει, εύχομαι καλή χρονιά, ειρήνη στη Μέση Ανατολή και σ’ όλο το κόσμο, αμήν. Σας ευχαριστώ!».




