Η Λερναία Ύδρα… διπλώνει ακόμη οικονομία - τράπεζες

Αναταράξεις και πάλι στον ορίζοντα και στη μέση η Κύπρος

· Το ρίσκο και οι πιστωτικοί κίνδυνοι δεν μειώνουν τα επιτόκια

· Τα βαρίδια των «κόκκινων» δανείων στραγγαλίζουν το σύστημα

· Σκοτάδι στην άκρη του τούνελ - αργεί να ξημερώσει η ανάκαμψη

· Μόνο την ψυχολογία αλλάζει η απόφαση της ΕΚΤ για τα ομόλογα

· Ρευστό χωρίς επενδύσεις δεν γίνεται!


Οι αναταράξεις στο κυπριακό χρηματοπιστωτικό σύστημα και στην οικονομία δεν λένε να σταματήσουν. Η έλλειψη εμπιστοσύνης, τα βαρίδια των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων και οι ευρωπαϊκές και διεθνείς εξελίξεις, η πτώση του ευρώ, της τιμής του πετρελαίου και του ρουβλίου δημιουργούν ένα, δυστυχώς, δυσοίωνο σκηνικό, που ανατροφοδοτεί την καθυστέρηση της επανόδου της οικονομίας σε αναπτυξιακή τροχιά και του τραπεζικού συστήματος σε μια πορεία με προοπτικές.

Ταυτόχρονα, οι ισορροπίες απειλούνται με τη διαφαινόμενη αλλαγή του πολιτικού κλίματος στην Ελλάδα, ενώ οι τζιχαντιστές απλώνουν τα πλοκάμιά τους και καραδοκούν παντού.

Όλο αυτό το puzzle των εξελίξεων, άλλοτε προβλέψιμων και άλλων μη αναμενόμενων, δημιουργεί μια κατάσταση αστάθειας και αβεβαιότητας, προκαλώντας περαιτέρω ανησυχίες ανάμεσα στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, και από την άλλη πρόσθετους έντονους πονοκεφάλους ανάμεσα στους τραπεζίτες και συνεργατιστές, που παλεύουν να ξελασπώσουν τους οργανισμούς τους.

Τρέχουν…

Η Κυβέρνηση, το Υπουργείο Οικονομικών και η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, επικαλούμενοι τη μνημονιακή σύμβαση, τρέχουν να κλείσουν τις «τρύπες» ώστε να μπορέσουν να διαχειριστούν όχι μόνο τις πρόνοιες του Προγράμματος, αλλά και εκείνα που έρχονται και τα υπόλοιπα που ταλανίζουν την Κύπρο εξαιτίας των εξελίξεων. Η εφαρμογή του Μνημονίου, χωρίς τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και τη λήψη αναπτυξιακών μέτρων, όχι μόνο καθυστερούν τη μηχανή να πάρει μπροστά αλλά και «βαραίνουν» και εκείνους τους μοχλούς του συστήματος, που βρίσκουν σιγά-σιγά τα πόδια τους.

Σε όλα αυτά, πρωταγωνιστικό αλλά μη υποβοηθητικό ρόλο, που μάλλον διαιωνίζει καταστάσεις και τορπιλίζει την πορεία προς την ανάκαμψη, διαδραματίζει η Βουλή, που αποδεικνύει κατ’ επανάληψιν ότι χτίζει πάνω σε λαϊκίστικες προσεγγίσεις, τορπιλίζοντας τις ίδιες τις αποφάσεις που λήφθηκαν διαχρονικά από την ίδια και κυρίως σε σχέση με τη μνημονιακή σύμβαση.

Ελλάδα, ΕΚΤ και προσδοκίες

Μεγάλη «σφήνα» στις εξελίξεις διαδραματίζουν οι σημερινές ελληνικές εκλογές, που αναμένεται να αλλάξουν άρδην το πολιτικό και χρηματοοικονομικό σκηνικό στην Ελλάδα, ίσως και στην Ευρωζώνη, και που συμπαρασύρουν όπως συνήθως και την Κύπρο.

Ταυτόχρονα, η απόφαση του Μάριο Ντράγκι και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας επηρεάζει μεν και την κυπριακή υπόθεση μάλλον ψυχολογικά παρά ουσιαστικά. Το Υπουργείο Οικονομικών θα μπορέσει με μεγαλύτερη άνεση και αυτοπεποίθηση να βγει στις αγορές, νοουμένου ότι θα εξασφαλίσει θετικό πρόσημο από τους οίκους αξιολόγησης για την πορεία της οικονομίας και του χρηματοπιστωτικού συστήματος και για την υλοποίηση του μνημονίου. Ωστόσο, μια αξιοποίηση των αποφάσεων της ΕΚΤ αυξάνει μεν τη ρευστότητα του συστήματος -που δεν είναι αυτήν τη στιγμή το μοναδικό ζητούμενο- αλλά ταυτόχρονα αυξάνει και το δημόσιο χρέος.

Στο νησί, οι προσδοκίες που δημιούργησαν τα αποτελέσματα των ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων φαίνεται να εξανεμίζονται σαν φτερά στον άνεμο, καθώς το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει να αντιμετωπίσει ακόμη τα σοβαρότερα προβλήματά του, που εξακολουθούν να είναι τα «κόκκινα» δάνεια, ενώ η καθυστέρηση της επιστροφής σε αναπτυξιακή πορεία «κλειδώνει» ακόμη και τους οργανισμούς που διαθέτουν ρευστό. Ποιος επιδιώκει να χρηματοδοτήσει επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν προβλήματα, όπως οι περισσότερες στην Κύπρο, και ποιες από αυτές θα μπορέσουν να περάσουν τις εξετάσεις των χρηματοπιστωτικών οργανισμών και να εξασφαλίσουν φρέσκο χρήμα;

Επιτόκια ώρα μηδέν

Οι τράπεζες και ο Συνεργατισμός, παρόλο που φαίνεται πως ξεπέρασαν τα προβλήματα αναφορικά με την ανακεφαλαιοποίησή τους, συνεχίζουν όμως να δέχονται κλυδωνισμούς εξαιτίας της αδυναμίας τους να χρησιμοποιήσουν το εργαλείο των εκποιήσεων, στις περιπτώσεις των μεγαλοφειλετών που δεν πληρώνουν, δίνοντας ένα μήνυμα στην αγορά ότι θα προχωρήσουν για να εισπράξουν το λαβείν τους.

Από την άλλη οι παραινέσεις για μείωση των επιτοκίων είναι δώρον άδωρο και αυτό διαφάνηκε και από τις αντιδράσεις στις δηλώσεις της Διοικητού της Κεντρικής Τράπεζας κ. Χρυστάλλας Γιωρκάτζη, αναφορικά με τα επιτόκια και με τις οποίες έδινε το μήνυμα πως θα μειωθούν τάχιστα.

Ακόμη και οι οργανισμοί που διαθέτουν άνετη ρευστότητα αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη προσοχή και μεγάλο ξεσκόνισμα τους δανειολήπτες τους, θέλοντας να διασφαλίσουν όχι μόνο και το τελευταίο ευρώ που θα παραχωρήσουν ως δάνειο, αλλά και να χρηματοδοτήσουν μόνο επιχειρήσεις που είναι φερέγγυες, έχουν προοπτικές και μέλλον.

Οι πιστωτικοί κίνδυνοι υπάρχουν, το πιστωτικό ρίσκο είναι υψηλό, αλλά επίσης λογικά και τα επιχειρήματα που προβάλλονται από την άλλη πλευρά, ότι υπάρχουν μεγάλα περιθώρια μείωσης των βασικών επιτοκίων.

Όμως, για να μειωθούν τα δανειστικά επιτόκια θα πρέπει να μειωθούν πρώτα τα επιτόκια καταθέσεων που προσφέρει η αγορά, ώστε να περιοριστεί το κόστος δανεισμού των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Τέτοια ενέργεια θα αποτελέσει μεγάλο αντικίνητρο για τους καταθέτες, καθώς το επιτόκιο που θα προσφέρεται θα είναι εξευτελιστικό και αποτρεπτικό γι' αυτούς, πολλοί εκ των οποίων «κλείδωσαν» ευρώ που απέσυραν από τις τράπεζες στα σπίτια τους.

Δεν ζητούν δάνεια

Η τελευταία Έρευνα Χορηγήσεων της Κεντρικής Τράπεζας επιβεβαιώνει πως η ζήτηση δανείων από τις επιχειρήσεις έχει υποχωρήσει, κυρίως αυτών που αφορούν ενίσχυση αποθεμάτων, κεφάλαια κίνησης και πάγιες επενδύσεις, ενώ στις περιπτώσεις που υπάρχει ζήτηση δανεισμού, αυτή αφορά τις αναδιαρθρώσεις του χρέους των επιχειρήσεων.

Η Κεντρική Τράπεζα θεωρεί πως η έλλειψη ρευστότητας είναι ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους καθίσταται δυσκολότερη η παροχή δανείων, ταυτόχρονα με τις αρνητικές προσδοκίες για την οικονομία και τις προοπτικές για τους διάφορους κλάδους της οικονομίας.

Παράλληλα, όμως, τα ευρήματα της Κεντρικής Τράπεζας επιβεβαιώνουν τις προσεγγίσεις των τραπεζικών ιδρυμάτων πως το ρίσκο είναι υψηλό, άρα οι όροι των δανειοδοτήσεων αυστηρότεροι και τα επιτόκια υψηλότερα. Μειωμένη είναι και η ζήτηση δανείων από τα νοικοκυριά τα οποία έχουν μεγάλα χρέη.

Τα υψηλά χρέη των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών είναι ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που δημιουργούν ρίσκο, γι’ αυτό και οι τράπεζες δεν μειώνουν τα επιτόκιά τους.

Άλλος ένας σημαντικός παράγοντας για τη χορήγηση καταναλωτικών δανείων είναι η φερεγγυότητα των καταναλωτών, ενώ η αβεβαιότητα αναφορικά με το μέλλον της οικονομίας οδηγούν σε λιγότερα δάνεια, με σκληρότερους όρους.

Στήριξη της επιδείνωσης

Εκείνο που φοβίζει ιδιαίτερα το χρηματοπιστωτικό σύστημα, που πιέζεται καθημερινά από διάφορες υποχρεώσεις που οφείλει να εκπληρώνει στο ακέραιο, είναι πως εάν μειωθούν τα επιτόκια χωρίς να γίνει διαχείριση των «κόκκινων» δανείων, προωθηθούν και εφαρμοστούν οι διαρθρωτικές αλλαγές, τότε τα μειωμένα επιτόκια θα… στηρίξουν την επιδείνωση της πιστωτικής συρρίκνωσης.

Από τη στιγμή που το χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν έχει διαχειριστεί τα υψηλά Μη Εξυπηρετούμενα Δάνειά του, η μείωση των επιτοκίων θεωρείται ένα ακόμη βαρίδι για το υπό κατασκευή νέο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Το εργαλείο της μείωσης της νομισματικής πολιτικής δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικό, όταν οι τράπεζες φορτώνονται συνεχώς προβλήματα και υποχρεώσεις, ο ρυθμός της ανεργίας βρίσκεται εδώ και πολύ καιρό στο «κόκκινο» και η οικονομία σταθμεύει σε ύφεση.

Πάντως, κανένας δεν αμφιβάλλει -και όλοι εύχονται να προωθηθεί το συντομότερον- πως η μείωση των επιτοκίων θα προκαλέσει μια νέα δυναμική στην καθημερινότητα του δανειολήπτη και γενικά του καταναλωτή.

Οι τράπεζες αποφασίζουν για τα επιτόκιά τους

Τα επιτόκια και οι εξασφαλίσεις θεωρούνται καθοριστικά για την παραχώρηση ενός δανείου όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και διεθνώς. Τα οικονομικά αποτελέσματα των τραπεζών στηρίζονται στα έσοδα από τις χορηγήσεις και στα έξοδα από τόκους καταθέσεων, έτσι τα επιτόκια είναι καθοριστικής σημασίας για τις προοπτικές του τραπεζικού συστήματος.

Με την απελευθέρωση των αγορών, ο καθορισμός των επιτοκίων γίνεται από τις ίδιες τις τράπεζες σύμφωνα με τον ανταγωνισμό, την προσφορά και ζήτηση χρήματος, την κερδοφορία των τραπεζών, τα προϊόντα που προσφέρουν, τους πιστωτικούς κινδύνους, την ποιότητα των πελατών τους και τον πληθωρισμό.

Απανωτές οι εξελίξεις

Ο σημαντικότερος παράγοντας για την παγκόσμια, ευρωπαϊκή και κυπριακή οικονομία είναι η αισιοδοξία για μείωση της τιμής του πετρελαίου. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι ο ρυθμός της παγκόσμιας παραγωγής πιθανότατα να αυξηθεί κατά 0,5% και η μείωση της τιμής του μαύρου χρυσού αυξάνει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, και οδηγεί ταυτόχρονα σε αύξηση της κατανάλωσης.

Ωστόσο, το θετικό κλίμα που δημιουργεί η πτώση της τιμής του μαύρου χρυσού είναι μόνο μια μικρή ηλιαχτίδα στα όσα συμβαίνουν και τορπιλίζουν την ανάπτυξη. Η Κίνα δέχεται συνεχώς απειλές και μείωση της οικονομικής της δραστηριότητας, η Ευρωζώνη απειλείται με κατάρρευση και το ευρώ χάνει συνεχώς έδαφος, ενώ διαφαίνεται μια σοβαρή κρίση στις αναπτυσσόμενες οικονομίες.

Μια σύρραξη στη Μέση Ανατολή ή στην Ουκρανία είναι ένα ανοικτό θέμα και η αλλαγή του πολιτικού σκηνικού στην Ευρώπη επίσης ένα σοβαρό ζήτημα που αναδιατάσσει δυνάμεις, πολιτικές και οικονομικές, με αλλαγές στο πολιτικοοικονομικό γίγνεσθαι. Μια νέα οικονομική κρίση φαίνεται πως είναι προ των πυλών. Ένα κοκτέιλ χαμηλών τιμών του πετρελαίου, πτώσης του ρουβλίου και του ευρώ, αύξηση του δολαρίου και μιας νέας αναταραχής στην Ελλάδα που κάνει τις αγορές να παίζουν.

Τι θα συμβεί αν η τιμή του πετρελαίου κατρακυλήσει και η αξία του δολαρίου συνεχίσει να ανεβαίνει; Τι θα συμβεί αν στην Ελλάδα αναδειχθούν στην εξουσία άνθρωποι με ακραίες θέσεις και ανατρέψουν τις αποφάσεις που λήφθηκαν για την πορεία της χώρας μέσα στο ευρώ;

Όλα πλέον είναι συγκοινωνούντα δοχεία και οι προβληματισμοί αναφορικά με την επιστροφή στην ανάπτυξη εστιάζονται στην εξυγίανση και σταθερότητα των δημοσίων οικονομικών, σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και ενίσχυση των επενδύσεων, καθώς η νομισματική πολιτική από μόνη της κρίνεται ασύμφορη και δεν μπορεί να δημιουργήσει προοπτικές ανάπτυξης.