Δρομολαξιά και ΣΑΠΑ προσφέρουν άρτον και θέαμα, τα μεγάλα όμως τώρα αρχίζουν
Με στρουθοκαμηλισμούς δεν λύνονται νομικά θέματα που αφορούν αποζημιώσεις δισεκατομμυρίων
ΣΥΝΤΟΜΑ θα πρέπει η Κυπριακή Δημοκρατία αλλά και η Κεντρική Τράπεζα να υπερασπίσουν εαυτούς ενώπιον δικαστηρίων
Η Νομική Υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας έχει αρχίσει εδώ και πάνω από ενάμιση χρόνο τη διερεύνηση σοβαρών υποθέσεων ατασθαλιών και σκανδάλων, τα οποία οδήγησαν εν πολλοίς τη χώρα μας στη χρεοκοπία. Η εκδίκαση των υποθέσεων αυτών δεν έχει αρχίσει ακόμα, όμως κάποια άλλα σκάνδαλα δικάστηκαν και οι ένοχοι καταδικάστηκαν σε πολυετείς ποινές φυλάκισης.
Αναφερόμαστε φυσικά στην υπόθεση της Δρομολαξιάς, η οποία ήδη έχει εκδικαστεί και στο μεγάλο σκάνδαλο του ΣΑΠΑ στην Πάφο, που διερευνάται και φαίνεται πως κάποια μεγάλα ονόματα θα καταλήξουν στο εδώλιο του κατηγορούμενου.
Η διερεύνηση των υποθέσεων αυτών ικανοποιεί εν πολλοίς την κοινή γνώμη, η οποία «χορταίνει» θέαμα. Η Νομική Υπηρεσία καλά τα πάει, έστω και με ρυθμούς χελώνας, σε ζητήματα «πιασάρικα» που αφορούν σε σκάνδαλα μερικών εκατομμυρίων ευρώ.
Εκείνο, όμως, που θα έπρεπε να είχε αντιμετωπίσει ήδη η Νομική Υπηρεσία, είναι το μέγα σκάνδαλο της κλοπής από όλους τους Κύπριους πολίτες των 9 δισεκατομμυρίων ευρώ, μιας κλοπής που έγινε μέσα σε μερικές εβδομάδες, με ταχύτητες φωτός, πριν προλάβουμε καλά-καλά να αντιληφθούμε τι συνέβαινε γύρω μας αλλά και στις Βρυξέλλες.
Εν ριπή οφθαλμού η Κυβέρνηση αποφάσισε την «εξυγίανση», το κούρεμα δηλαδή όσων καταθέσεων βρίσκονταν στα ταμεία των τραπεζών που επηρεάστηκαν και οι οποίες λειτουργούσαν στην Κύπρο, τον μηδενισμό των μετοχών και των αξιογράφων και την «πώληση» των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα.
Έφθασε όμως η ώρα που, θέλει δεν θέλει, η Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να μελετήσει τρόπους, ώστε να απεγκλωβιστεί από τον λαβύρινθο στον οποίο βρέθηκε ή την εγκλώβισαν «οι ηθικοί αυτουργοί», το Γιούρογκρουπ δηλαδή και τα συνιστώντα αυτό σώματα. Κάτοχοι αξιογράφων και κουρεμένοι καταθέτες έχουν εδώ και καιρό προσφύγει στη δικαιοσύνη ζητώντας αποζημιώσεις για τις μεγάλες ζημιές που υπέστησαν λόγω της «εξυγίανσης». Σύντομα, πολύ πολύ σύντομα, θα πρέπει η Κυπριακή Δημοκρατία αλλά και η Κεντρική Τράπεζα να υπερασπίσουν εαυτούς ενώπιον δικαστηρίων.
Η πρώτη ημερομηνία, η οποία ορίστηκε για κατάθεση της υπεράσπισης, τόσο της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο και της Κεντρικής, είναι η 2η Μαρτίου. Οφείλουν αμφότερες να εμφανιστούν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και να καταθέσουν την υπεράσπισή τους σε ιδιωτικές αστικές αγωγές Κύπριων πολιτών που έχασαν πολλά εκατομμύρια, λόγω ακριβώς της απόφασης για «εξυγίανση των τραπεζών».
Έστω, όμως, και αν παραλείψουν να το κάμουν, οι δίκες θα αρχίσουν ούτως ή άλλως. Το αναμενόμενο είναι πως οι εναγόμενοι, η Κυβέρνηση και η Κεντρική Τράπεζα δηλαδή, θα σεβαστούν την κυπριακή δικαιοσύνη και θα εμφανιστούν στο δικαστήριο.
Μια φαρέτρα χωρίς βέλη
Είναι κατανοητό ότι η Νομική Υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν έχει και πολλά βέλη στη φαρέτρα της. Η περίφημη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στις 5 περασμένου Νοεμβρίου, με την οποία παραπέμπονται στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου αλλά και στην κυπριακή κυβέρνηση όλοι όσοι ζητούν αποζημιώσεις για τις απώλειες που είχαν λόγω του κουρέματος του Μαρτίου 2013, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για υπεράσπιση.
Υπενθυμίζεται ότι με την προσφυγή τους στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο οι Κύπριοι κουρεμένοι καταθέτες ζητούσαν ακύρωση της πολιτικής συμφωνίας της Κύπρου με το Γιούρογκρουπ της 25ης Μαρτίου 2013, στο πλαίσιο της οποίας η τότε Αρχή Εξυγίανσης, δηλαδή η Κεντρική Τράπεζα και το Υπουργείο Οικονομικών, αποφάσισαν το κούρεμα των ανασφάλιστων καταθέσεων.
Η απόφαση του Ευρωδικαστηρίου
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές αποφασίζοντας ότι:
«Η Ευρωομάδα (σ.σ. το Γιούρογκρουπ) εξέθεσε (στις 25 Μαρτίου 2013), σε πολύ γενικές γραμμές, ορισμένα μέτρα που συμφωνήθηκαν σε πολιτικό επίπεδο, δεν έλαβε καμία οριστική θέση ως προς τη χορήγηση στήριξης προς την Κύπρο ή ως προς τους όρους που το κράτος αυτό έπρεπε να τηρήσει και δεν ανέφερε ότι η συνδρομή (σ.σ. το δάνειο των 10 δισεκατομμυρίων από την Τρόικα) θα εχορηγείτο μόνο στην περίπτωση που η Κύπρος έθετε σε εφαρμογή μέτρα αναδιαρθρώσεως για τις τράπεζες».
Περαιτέρω, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απεφάνθη ότι «με τη δήλωση της 25ης Μαρτίου 2013, η Ευρωομάδα ανακοίνωσε τη συμφωνία με τις κυπριακές Αρχές επί του μελλοντικού προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής, το οποίο είχε την υποστήριξη όλων των κρατών, καθώς και της Επιτροπής, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ. Ο διοικητής της ΚΤΚ αποφάσισε να κινήσει διαδικασία εξυγιάνσεως για την Τράπεζα Κύπρου και τη Λαϊκή με δύο διατάγματα, βάσει των οποίων:
-Η ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας Κύπρου υποστηρίζεται από τους μη εξασφαλισμένους καταθέτες, τους μετόχους και τους ομολογιούχους της, προκειμένου η Τράπεζα Κύπρου να συνεχίσει την παροχή τραπεζικών υπηρεσιών (διάταγμα 103), και
-Μεταβιβάζονται ορισμένα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της Λαϊκής προς την Τράπεζα Κύπρου, συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων ποσού κάτω των 100.000 ευρώ (διάταγμα 104).
Δεν αποφασίζει, απλώς συζητά
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εξέτασε επίσης αν η δήλωση της Eυρωομάδας μπορεί όντως να αποδοθεί στην Επιτροπή και την ΕΚΤ και αναλύει τα χαρακτηριστικά της Ευρωομάδας, καθώς και τις σχέσεις της με την Επιτροπή και την ΕΚΤ. Επισημαίνει ότι η Ευρωομάδα είναι φόρουμ συζητήσεων, σε υπουργικό επίπεδο, των αντιπροσώπων των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ και όχι όργανο που λαμβάνει αποφάσεις.
«Μολονότι», αναφέρεται στην απόφαση, «προβλέπεται η συμμετοχή της Επιτροπής και της ΕΚΤ στις συνόδους της Ευρωομάδας, η τελευταία αποτελεί άτυπη σύνοδο των υπουργών των κρατών μελών. Δεν της έχουν μεταβιβαστεί αρμοδιότητες της Επιτροπής ή της ΕΚΤ (αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες) ούτε τα θεσμικά αυτά όργανα έχουν αρμοδιότητα να της ασκούν έλεγχο. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να αποδοθούν οι δηλώσεις της Ευρωομάδας (όπως η προσβαλλόμενη δήλωση) στην Επιτροπή ή την ΕΚΤ».
Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία, αφενός, τα καθήκοντα που ανατίθενται στην Επιτροπή και στην ΕΚΤ στο πλαίσιο της Συνθήκης Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας δεν παρέχουν ιδία εξουσία λήψεως αποφάσεων και, αφετέρου, οι ενέργειες των εν λόγω δύο οργάνων στο πλαίσιο της ως άνω Συνθήκης δεσμεύουν μόνο τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας.
Τέλος, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφαίνεται ότι «με την προσβαλλόμενη δήλωση, η Ευρωομάδα εξέθεσε σε πολύ γενικές γραμμές ορισμένα μέτρα που συμφωνήθηκαν σε πολιτικό επίπεδο, δεν έλαβε καμία οριστική θέση ως προς τη χορήγηση στήριξης προς την Κύπρο ή ως προς τους όρους που το κράτος αυτό έπρεπε να τηρήσει και δεν ανέφερε ότι η συνδρομή θα χορηγούνταν μόνο στην περίπτωση που η Κύπρος έθετε σε εφαρμογή μέτρα αναδιαρθρώσεως για τις τράπεζες».
«Το Δικαστήριο εκτιμά ότι η προσβαλλόμενη δήλωση έχει αμιγώς πληροφοριακό χαρακτήρα και δεν συνιστά πράξη δυνάμενη να παραγάγει έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων», καταλήγει η απόφαση.
ΠΕΡΑΝ της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου η Κυπριακή Δημοκρατία και η Κεντρική Τράπεζα έχουν ενώπιόν τους και την ανακοίνωση του Γιουρόγκρουπ, της 25ης Μαρτίου 2013 με την οποία συμφώνησε η Κυβέρνηση και η οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων πολλών, την εξής πρόταση που φαίνεται ότι κρίθηκε αναγκαία από την ΕΕ ώστε να αποσείσει από τους ώμους της οποιαδήποτε ευθύνη:
«Το Eurogroup σημειώνει την πρόθεση των κυπριακών Αρχών να αποζημιώσουν πιθανά θύματα των δόλιων πρακτικών, σύμφωνα με τις καθιερωμένες νομικές και δικαστικές διαδικασίες, εκτός του προγράμματος».
Στο αγγλικό κείμενο η πρόταση είναι διατυπωμένη ως εξής:
«The Eurogroup notes the intention of the Cypriot authorities to compensate potential individual victims of fraudulent practices, in line with established legal and judicial procedures, outside the programme».
Αν, λοιπόν, οποιοσδήποτε στα ανώτερα δώματα εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας πιστεύει ότι στρουθοκαμηλίζοντας μπορεί να αποφεύγει ευθύνες μάλλον πλανάται.




