Σύμφωνα με καταγγελίες του ποιμένα Στ. Ιγνατίου
Προσκόμματα στο ανθρώπινο δικαίωμα των Ευαγγελικών φυλακισμένων για ικανοποίηση θρησκευτικών αναγκών, με τους ίδιους όρους που ισχύουν για άλλους
Διακρίσεις σε βάρος του από τη Διεύθυνση των Κεντρικών Φυλακών ως ποιμένα του Χριστιανικού Κέντρου Λευκωσίας, που είναι εκκλησιαστικό δόγμα Ευαγγελικών αρχών, αλλά και σε βάρος των καταδίκων πιστών της Εκκλησίας του, καταγγέλλει στη «Σ» ο θεολόγος και συγγραφέας, Σταύρος Ιγνατίου, σε σχέση με τους περιορισμούς που του επιβάλλονται κατά τις επισκέψεις του στις φυλακές, μετά από εκ των προτέρων πρόσκληση από φυλακισμένους.
Ο κ. Ιγνατίου μάς ανέφερε ότι και η νέα Διεύθυνση των Φυλακών -παρά τη βελτίωση της κατάστασης μετά τα σοβαρά προβλήματα επί Διεύθυνσης Γ. Τρυφωνίδη- εξακολουθεί να προβάλλει προσκόμματα στο ανθρώπινο δικαίωμα των Ευαγγελικών φυλακισμένων να έχουν επισκέψεις από τον ιερέα τους, με τους ίδιους όρους που ισχύουν για τους Ορθόδοξους ή τους Μουσουλμάνους. «Σεβόμαστε τη Διεύθυνση και το προσωπικό των φυλακών, αλλά ζητούμε ίση μεταχείριση των κρατουμένων. Δεν πάμε εκεί για προσηλυτισμό, αλλά για συνάθροιση και όποιος θέλει να μπορεί να παραστεί», μας είπε χαρακτηριστικά ο αιδεσιμότατος Ιγνατίου.
Σεβαστά τα θρησκευτικά δικαιώματα
Να σημειώσουμε ότι η Διεύθυνση του Τμήματος Φυλακών αναγνωρίζει τον κληρικό του Ευαγγελικού δόγματος, ο οποίος έχει διοριστεί επίσημα από το κράτος και οποιοδήποτε εκπρόσωπο άλλου δόγματος, όπως αναφέρεται σε επιστολή του Τμήματος Φυλακών προς τον Πρόεδρο της κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Σοφοκλή Φυττή, τον Οκτώβριο 2013.
Ο αιδεσιμότατος Ιγνατίου επεσήμανε ότι, «σύμφωνα με τους κανονισμούς των Φυλακών, “η θρησκευτική αγωγή είναι προαιρετική και περιλαμβάνει το δικαίωμα του κρατουμένου να εξασκεί τα θρησκευτικά του καθήκοντα, να παρακολουθεί τη θεία λειτουργία ή άλλες θρησκευτικές συναθροίσεις, να επικοινωνεί με αναγνωρισμένο εκπρόσωπο του θρησκεύματος ή του δόγματός του και να έχει στην κατοχή του τα αναγκαία βιβλία ή έντυπα. Απαγορεύονται ενέργειες που αποβλέπουν στον προσηλυτισμό κρατουμένου από άλλο κρατούμενο ή από οποιοδήποτε εκπρόσωπο θρησκεύματος ή δόγματος”».
Για τους Ορθόδοξους κτυπούν καμπάνα…
Συνέχισε αναφέροντας ότι «ενώ οι Ορθόδοξοι φυλακισμένοι έχουν τη λειτουργία τους κάθε Κυριακή στην εκκλησία των Κεντρικών Φυλακών και ενώ οι Μουσουλμάνοι ασκούν κάθε Παρασκευή τα δικά τους θρησκευτικά καθήκοντα, εντούτοις προβάλλονται πολλά εμπόδια στην ικανοποίηση των θρησκευτικών αναγκών των Ευαγγελικών φυλακισμένων, κατά τη συνάθροισή τους που επιτρέπεται μόνο δύο Σάββατα τον μήνα. Θέλουμε τις συναθροίσεις μας, με τους ίδιους όρους των υπόλοιπων δογμάτων, κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Θα έπρεπε τουλάχιστον να μας δοθεί άδεια να χρησιμοποιούμε την Ορθόδοξη εκκλησία, για να νιώσουμε ότι έχουμε ίση μεταχείριση με τους άλλους και θα έπρεπε να ανακοινώνεται με τον ίδιο τρόπο η επίσκεψή μας στις Φυλακές.
Γιατί ανακοινώνουν την επίσκεψη του Ορθόδοξου ιερέα με το κτύπημα καμπάνας και προσέρχονται στη λειτουργία όσοι φυλακισμένοι θέλουν, ενώ για τη δική μας επίσκεψη πρέπει να αναφέρουμε εκ των προτέρων γραπτώς τα ονόματα των συγκεκριμένων καταδίκων που μας προσκαλούν, όπως και τους αριθμούς και τη πτέρυγα όπου κρατούνται; Θέλουμε ο Ευαγγελικός κρατούμενος να έχει δικαίωμα να πιστεύει αυτό που θέλει και να μπορεί να ασκήσει πραγματικά ελεύθερα, τα θρησκευτικά του δικαιώματα».
Τα αιτήματα που απαξιώνονται
Σε επιστολή του τον Οκτώβριο 2014 προς τον αξιωματικό ασφαλείας των Κεντρικών Φυλακών, Λάζαρο Λαζάρου, ο Σταύρος Ιγνατίου ζητά όπως σε ένα από τα δύο προκαθορισμένα Σάββατα, κατά την επίσκεψή του στις Φυλακές, οι κρατούμενοι μεταλαμβάνουν τη Θεία Κοινωνία. Για την τέλεση του μυστηρίου, αναφέρει ότι χρειάζονται ένα λίτρο χυμό σταφυλιού και μικρά πλαστικά ποτήρια. Επίσης, ζητά όπως ένας δεσμοφύλακας είναι παρών στις συναθροίσεις τους, για λόγους ασφαλείας, «αλλά και για να βεβαιώνει ότι όλα γίνονται μέσα στα πλαίσια της συμφωνίας μας». Κατήγγειλε ότι κατά την επίσκεψή του στις φυλακές το περασμένο Σάββατο (17.1.2015), «δεν επετράπη η μεταφορά σταφυλιού και άρτου για τη Θεία Κοινωνία, ενώ ποτέ δεν είναι παρών στις συναθροίσεις μας κάποιος δεσμοφύλακας».
Σε προηγούμενη επιστολή του στις 11 Αυγούστου 2014 προς την τότε Αναπληρώτρια Διευθύντρια, ο αιδεσιμότατος Ιγνατίου αναφέρει ότι αριθμός κρατουμένων, Ελληνοκύπριοι και αλλοδαποί, έχουν αιτηθεί μέσω επιστολής τους, άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων σύμφωνα με το Ευαγγελικό δόγμα. «Εμείς σαν Εκκλησία Ευαγγελικών αρχών», προσθέτει, «είμαστε έτοιμοι και διατεθειμένοι να ανταποκριθούμε στο αίτημα αυτό, διοργανώνοντας συνάθροιση (λειτουργία), η οποία θα περιλαμβάνει διδασκαλία μέσα από την Αγία Γραφή και Θεία Κοινωνία. Καταλαβαίνουμε τις ιδιαιτερότητες του αιτήματός μας και θα θέλαμε να σας διαβεβαιώσουμε ότι θα συμμορφωθούμε πλήρως με αυτά που θα μας υποδείξετε, ώστε να αποφευχθούν οποιαδήποτε προβλήματα πιθανόν προκύψουν. Ελπίζουμε και πιστεύουμε ότι με αυτή μας την παρέμβαση θα ενισχύσουμε το αναμορφωτικό έργο των Φυλακών».
Ο κ. Ιγνατίου κατήγγειλε ότι από τους αιτητές εκείνους παρέμειναν ελάχιστοι, «επειδή τους κάνουν τη ζωή δύσκολη, όπως μας είπαν οι ίδιοι, με τις απαγορεύσεις της Διεύθυνσης».
«Απλώς δεν υπάρχουμε γι’ αυτούς»
Ρωτήσαμε τον ποιμένα του Χριστιανικού Κέντρου Λευκωσίας κατά πόσον θεωρείται αιρετικό το Ευαγγελικό δόγμα. «Στην Κύπρο θεωρείται, δυστυχώς, μειωτικό και μειονοτικό», απάντησε. «Όμως δεν μας συμπεριφέρονται καν ως μειονότητα - απλώς δεν υπάρχουμε γι’ αυτούς, έστω κι αν διεθνώς η Ευαγγελική Εκκλησία είναι δεύτερη μετά την Καθολική, σε αριθμό πιστών». Πρόσθεσε ότι το Χριστιανικό Κέντρο Λευκωσίας είναι μέλος της Παγκύπριας Ένωσης Ευαγγελικών Εκκλησιών, που είναι μέρος της παγκόσμιας κοινότητας Ευαγγελικών Εκκλησιών, η οποία αριθμεί περίπου 600 εκατομμύρια πιστούς, κυρίως στις ΗΠΑ, τη Λατινική Αμερική, την Αφρική, μέχρι και την Κίνα.




