Ο «μεγάλος εισπράκτορας» μού έκοψε την αναπνοή

Γιατί δεν ψάχνουν τους έχοντες και παρανομούντες

ΤΖΟΡΤΖ Μπέρναρντ Σο: «Μία κυβέρνηση που ληστεύει τον Πέτρο για να πληρώσει τον Παύλο μπορεί πάντα να υπολογίζει στην υποστήριξη του Παύλου»


Χειμώνας! Τσουχτερό κρύο, βροχές, παγωνιά. Ακούω τον κόσμο να μουρμουρά ότι κρυώνει και ταλαιπωρείται, και δεν με αγγίζει. Απολαμβάνω το κρύο, φορώ τα ζεστά μου, βάζω την ηλεκτρική σόμπα στο γραφείο μου και παρατηρώ τη βροχή να πέφτει έξω από το παράθυρό μου. Μεγάλη απόλαυση!

Ο Σνούπι κάθεται κάτω από τη σόμπα και δεν κινείται, αυτό θα πει σκυλίσια ζωή, και εγώ ντύνομαι όπως τον χιονάνθρωπο όταν βγαίνω από το σπίτι.

Οι υπόλοιποι παραπονιούνται πως έπιασε για τα καλά η παγωνιά και δεν μπορούν να πληρώσουν για θέρμανση -σε πιάνει η πίεση όταν ακούς κάτι τέτοια από τους έχοντες και κατέχοντες- και σκέφτομαι εκείνους που πραγματικά έχουν ανάγκη και δεν μπορούν να ζεσταθούν.

Μαύρη και άραχλη η μέρα

Αποφάσισα πως το 2015 θα σταματήσω να παρακολουθώ από κοντά την οικονομία και τις εξελίξεις, μπας και δω μια άσπρη μέρα. Μα πού τέτοια τύχη και ποιος να με αφήσει!

Κάθε μέρα ο Υπουργός Οικονομικών μάς φυλάει και μια καινούργια έκπληξη, τα κόμματα συνεχίζουν να παίζουν τα δικά τους όργανα, οι δανειστές μάς βαρέθηκαν και με το δίκαιό τους.

Το 2015 θα είναι μια πολύ δύσκολη χρονιά για όλους μας, ακόμη κι αν προσπαθούν να μας πείσουν πως γυρίζει ο τροχός. Λέω πως είναι καιρός να σοβαρευτούμε όλοι και να βλέπουμε τις καταστάσεις στις σωστές τους διαστάσεις.

Και άξαφνα, εκεί που συλλογιζόμουνα να σταματήσω να μεμψιμοιρώ, να κρίνω και να επικρίνω, ανοίγω το ταχυδρομικό κιβώτιο και βλέπω ένα φάκελο με το όνομά μου γραμμένο. Κυπριακή Δημοκρατία. Όση μάς άφησαν, αλλά όταν μας τη θυμίζουν δεν είναι για καλό.

Τις φορολογίες και τα τέλη ακινήτων και όλα τα υπόλοιπα τέλη τα πλήρωσα μέχρι το τελευταίο σεντ. Τον ΦΠΑ για την τριμηνία τον πλήρωσα πριν να τελειώσει ο χρόνος.

Καμιά υποχρέωση. Ούτε βέβαια αιτήθηκα επιδόματος γιατί δεν είμαι ούτε πολύτεκνη ούτε μονογονιός, ούτε δικαιούμαι επίδομα τέκνου, ούτε ακόμη ανήκω στις ευάλωτες τάξεις του λαού, που ακόμη και να γίνω, δεν θα μου δώσουν ούτε ένα ευρώ, γιατί ο Θεός με ευτύχησε να έχω ένα δικό μου σπίτι.

Πλήρωσε εδώ και τώρα

Λοιπόν, με θυμήθηκε! Ο «μέγας εισπράκτορας» του κράτους, που τώρα ενοποιήθηκε εις σάρκα μιαν και βαπτίστηκε σε Γραφείο Εφόρου Φορολογίας. Δυστυχώς, έχω τη μεγάλη ατυχία να βρίσκομαι τα τελευταία εννέα χρόνια στην κατηγορία των αυτοτελώς εργαζομένων και μάλιστα εκείνων που για κάθε σεντ εκδίδουν τιμολόγια, πληρώνουν κανονικά τις φορολογίες τους, είναι εγγεγραμμένοι στο μητρώο του ΦΠΑ και είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους.

Ανοίγω, λοιπόν, τον φάκελο, και κρύος ιδρώτας διαπερνά το πρόσωπό μου και καλύπτει όλο μου το σώμα. Ο Έφορος με θυμήθηκε! Μετά από έξι ολόκληρα χρόνια, αποφάσισε να μου αποστείλει πρόσθετη φορολογία για το εισόδημα που δήλωσα το 2008 (και σύμφωνα με τη νομοθεσία δικαιούται), το οποίο ομολογουμένως ήταν πολύ αυξημένο από αυτό που έχω τώρα -πού τέτοια χαρά- πριν εισβάλλουν στη ζωή μας οι δανειστές, και πριν αποφασίσουν να κυνηγήσουν τους κλέφτες, τους λωποδύτες και την παρέα τους, επιλεκτικά βέβαια πάντοτε. Το 2008 πριν εισβάλουν τα θηρία και κατασπαράξουν τον τόπο και τα δημόσια ταμεία, όταν ακόμη ήμουνα ήσυχη ότι μπορώ να επιβιώσω με ένα αξιοπρεπές εισόδημα.

Βαθιές αναπνοές και πλήρωνε

Πήρα βαθιές αναπνοές, υποχρέωσα τον εαυτό μου να ηρεμήσει και αποτάθηκα στο Γραφείο του Φόρου για να τακτοποιήσω τις φορολογικές μου υποχρεώσεις, καθώς πίστευα και πιστεύω πως «η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται».

Η υπάλληλος, μια ευγενέστατη και εξυπηρετική κοπέλα, απάντησε στις ερωτήσεις μου και ομολογουμένως με εξέπληξε για δημόσιο υπάλληλο, μου εξήγησε πως όχι μόνο πρέπει να πληρώσω το ποσό αλλά υπάρχει και τόκος (υπερημερίας) από το 2009 και εντεύθεν, και επιπλέον πρόστιμο 5%. Και ο τόκος αυξάνεται κάθε μήνα όταν υπάρχει καθυστέρηση. Βέβαια, δεν είπα τίποτα, φόρτωσα την κάρτα μου, πλήρωσα τα μισά και τα υπόλοιπα πριν από το τέλος του μήνα. Όπως μου είπε, όφειλα να υποβάλω αυτοφορολογία, που εγώ η δύσμοιρη δεν το ήξερα.

Μαζί μ' εμένα και άλλοι ταλαίπωροι Κύπριοι πολίτες και φορολογούμενοι, που περίμεναν καρτερικά στην ουρά για να τους εξηγήσουν και να τους πληρώσουν. Βέβαια οι μεγάλοι καρχαρίες ούτε περιμένουν στην ουρά (πού τέτοια τύχη!) ούτε σκοτίζονται να πληρώσουν αμέσως, καθώς είναι γνωστοί οι διακανονισμοί που κάνουν.

Το ταμείο είναι μείον

Η ιστορία μου είναι μια από τις λίγες όλων εκείνων των ανθρώπων που παλεύουν με νύχια και με δόντια για να κρατήσουν μόνοι τους τις δουλειές τους και να συνεχίσουν να συντηρούν τα δημόσια ταμεία και να πληρώνουν τα σπασμένα αυτών που τα ρήμαξαν. Φυσικά, τον Έφορο δεν τον ενδιαφέρει πόσα πληρώνομαι κι αν έχω να τον πληρώσω, πού θα βρω τα χρήματα ούτε αν μπορώ να κοιμηθώ τα βράδια, σκεφτόμενη τι με περιμένει και τι μας περιμένει. Κάνει τη δουλειά του…

Μαζεύω τις σκέψεις μου, τις περνώ από το σουρωτήρι, όπως κάνω τελευταία, και αποφασίζω να γράψω τη δική μου εμπειρία, όχι για να τους τα χώσω στα μούτρα, όπως θα μου έλεγαν οι περισσότεροι, αλλά για να διαπιστώσουν και οι υπόλοιποι πού φτάσαμε.

Εδώ κλείνουν τα μάτια

Τα ερωτήματα γυροφέρνουν στο μυαλό μου:

· Πού ήσασταν έξι ολόκληρα χρόνια και δεν αντιληφθήκατε πως είχατε να παίρνετε και να μου τα ζητήσετε; Μήπως έπρεπε να περάσουν τα χρόνια για να διπλασιαστεί το ποσό ή τα λάθη και οι παραλείψεις και οι γραφειοκρατίες της Δημόσιας Υπηρεσίας;

· Γιατί δεν κυνηγάτε εκείνους που πραγματικά καταληστεύουν τα δημόσια ταμεία, τους λεγόμενους ελεύθερους επαγγελματίες, που δεν εκδίδουν τιμολόγια και αποδείξεις, ή πληρώνονται με υποτιθέμενες αποδείξεις χωρίς τα φορολογικά τους στοιχεία, γιατί απλούστατα δεν έχουν φορολογικό φάκελο, ή δεν εκδίδουν για όλες τις υπηρεσίες τους αποδείξεις;

· Σε πόσους και ποιους γιατρούς, οδοντιάτρους, ψυχολόγους, κτηματομεσίτες, υδραυλικούς, οικοδόμους, γεωργούς, κτηνοτρόφους, κρεοπώλες, ζαχαροπλάστες, αισθητικούς και κουρείς ανοίξατε φορολογικό φάκελο και επιβάλατε φορολογίες;

· Πόσους διπλοθεσίτες καθηγητές, δασκάλους και άλλους δημοσίους υπαλλήλους, που στερούν το δικαίωμα των ανέργων να δουλέψουν σε φροντιστηριακά μαθήματα, καταγγείλατε και φορολογήσατε;

· Πόσους εργαζομένους του δημόσιου και ημικρατικού τομέα φορολογήσατε για την παράνομη και αδήλωτη εργασία τους;

Η δυστυχία να δουλεύεις μόνος

Κουράζω το μυαλό μου να βγάλω άκρη, σκεφτόμενη πόσοι μας έκλεψαν, μας λεηλάτησαν, κατέστρεψαν το σύστημα και συνεχίζουν να το καταστρέφουν, πόσους συντηρούμε με τους ταπεινούς μισθούς μας ή τα εισοδήματά μας και πόσους θα συνεχίσουμε να επιδοτούμε.

Πώς θα ζήσουμε εμείς οι δύσμοιροι αυτοτελώς εργαζόμενοι, εμείς που εκδίδουμε τιμολόγια, εκπληρώνουμε έγκαιρα όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη νομοθεσία, γιατί διαφορετικά θα μας επιβάλουν πρόστιμα και τόκους;

Τι πρέπει να κάνουν οι ταλαίπωροι μισθωτοί που τους πετσόκοψαν, τους κούρεψαν και τους εξαντλούν κάθε μήνα; Μήπως είναι αυτοί που συντηρούν το κράτος; Τι γίνεται με τις μικρές επιχειρήσεις που δεν έχουν να πληρώσουν τους εργαζομένους τους ή δεν βγάζουν ένα μισθό;

Παραδέχομαι πως πίστεψα πως «το party is over» με την άφιξη των δανειστών και όλες εκείνες τις υποσχέσεις που δίναμε και υποσχόμασταν.

Ακόμη ελπίζω…

ΑΠΟΦΑΣΙΖΩ να καταγράψω τον προϋπολογισμό του έτους και με πιάνει πανικός. Βλέπω πως θα εργάζομαι για να πληρώνω τους φόρους μου, τον φόρο ακινήτων και τους άλλους φόρους και τέλη. Βλέπω πως θα εργάζομαι χωρίς να αμείβομαι επαρκώς, για να μπορώ να καταβάλλω την εισφορά μου στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων εις διπλούν, γιατί είμαι και μισθωτός και λειτουργώ και ως εργοδότης γιατί δεν έχω εργοδότη (άλλως αυτοτελώς εργαζόμενος).

Ελέγχω τις αποδείξεις που ρίχνω σε ένα χάρτινο μικρό κιβώτιο με ωραίο περιτύλιγμα για να μη με πιάνουν τα μίζερά μου, και λέω πως δεν θα βγάλουμε τη χρονιά!

Ύστερα πάλι καθαρίζω το μυαλό μου και λέω πως υπάρχουν και χειρότερα. Ακόμη κι αν αυτό το ευρωπαϊκό κράτος δεν μου επιστρέφει ούτε ένα σεντ από αυτά που του πρόσφερα και του προσφέρω, δουλεύοντας τόσα χρόνια και μοιράζοντας μαζί του το εισόδημά μου, χωρίς να δικαιούμαι ούτε μια κοινωνική παροχή, θα συνεχίσω να ζω, να εργάζομαι, να δημιουργώ, περιμένοντας το «dum spiro spero» (ενόσω ζω ελπίζω) του Θεόκριτου και του Κικέρωνα.