Οι θέσεις και εισηγήσεις της Επιτρόπου Διοικήσεως
Διάλεξη στη Λευκωσία αναδεικνύει το πρόβλημα ως παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εντός πατριαρχικά δομημένων κοινωνιών, με αυτουργούς τους άντρες


Τη βασική εισήγηση της Επιτρόπου Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για εξειδικευμένη δράση σε σχέση με το πρόβλημα της σεξουαλικής βίας κατά των γυναικών, με τη συζήτηση και σύνταξη ενός Εθνικού Σχεδίου Δράσης, μετέφερε χθες η λειτουργός του Γραφείου της Επιτρόπου, Κάλια Καμπανελλά, σε διάλεξη στη Λευκωσία, με θέμα «Πρόληψη και ποινική μεταχείριση της σεξουαλικής βίας κατά των γυναικών», που οργάνωσαν οι μη κυβερνητικές οργανώσεις Καθήκοντα και Δικαιώματα, Cyprus Stop Trafficking και Παγκύπριος Σύνδεσμος Μονογονεϊκών Οικογενειών και Φίλων. Σύμφωνα με την εισήγηση, ένα τέτοιο Σχέδιο αναμένεται να αντιμετωπίσει το φαινόμενο αυτό ως αυτοτελές και αυτόνομο από τις ευρύτερες δράσεις για την έμφυλη ισότητα και την ενδοοικογενειακή βία και μπορεί να κινείται στο τετράπτυχο πρόληψη, ανίχνευση και καταγραφή, απονομή δικαιοσύνης και παροχή εξειδικευμένης στήριξης.

Δεν είναι αντρικό προνόμιο
Όπως τόνισε στη διάλεξή της η Κάλια Καμπανελλά, «η έμφυλη βία, και ειδικότερα η σεξουαλική βία, πλήττει μεν πρώτιστα και καταλυτικά τα ίδια τα θύματα, αλλά έχει και αντανακλαστικές συνέπειες στο σύνολο της κοινωνίας, η οποία πάσχει λόγω αυτού του φαινομένου και της αδυναμίας των επηρεαζόμενων γυναικών να απολαύσουν βασικά τους δικαιώματα και ελευθερίες. Κατά τη χάραξη των πολιτικών αυτών θα πρέπει να λαμβάνεται πάντα υπόψη το γεγονός ότι η βία κατά των γυναικών δεν είναι ένα πρόβλημα των γυναικών. Είναι μια σοβαρότατη παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία συντελείται εντός πατριαρχικά δομημένων κοινωνιών και έχει ως αυτουργούς τους άντρες.

Ας μην ξεχνάμε ότι δεν υπάρχουν “κακοποιημένες γυναίκες”, υπάρχουν άντρες που κακοποιούν τις γυναίκες…. Αν αναζητήσουμε τα βαθύτερα αίτια της άσκησης βίας από άντρες σε γυναίκες, θα οδηγηθούμε αναπόφευκτα στην έμφυλη ανισότητα, στα πρότυπα περί “αρρενωπότητας” που έχουμε οικοδομήσει και στην έλλειψη κατασταλτικών μηχανισμών. Το μήνυμα θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο “η βία δεν είναι γυναικείο ζήτημα, ούτε αντρικό προνόμιο και δεν είναι ανεκτή”».

Πρόληψη με κοινωνική εμπλοκή
Η Κάλια Καμπανελλά αναφέρθηκε στην πρόσφατη Τοποθέτηση της Επιτρόπου Διοικήσεως για τη σεξουαλική βία κατά των γυναικών που, όπως επεσήμανε, κινήθηκε σε τέσσερεις άξονες: «Πρόληψη», «Ανίχνευση και Καταγραφή», «Από την καταγγελία μέχρι τη δικαστική διαδικασία», «Στήριξη των θυμάτων». Αναλύοντας τις θέσεις της Επιτρόπου και τις σχετικές εισηγήσεις της, είπε ότι «η πρόληψη της σεξουαλικής βίας κατά των γυναικών είναι ένα πολυδιάστατο εγχείρημα, που απαιτεί την ενεργό εμπλοκή κρατικών Αρχών, αλλά και της κοινωνίας των πολιτών. Ένας φορέας, που μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά στην πρόληψη των φαινομένων σεξουαλικής βίας, είναι αναμφισβήτητα το σχολείο και ευρύτερα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα όλων των βαθμίδων.

Είναι αυτονόητο ότι ο σεξισμός δεν έχει θέση σε ένα σύγχρονο και δημοκρατικό σχολείο. Γι’ αυτό, κυρίαρχο στοιχείο μιας αντισεξιστικής προσέγγισης στην εκπαίδευση, είναι η ανάπτυξη των δομών που αμφισβητούν τις άνισες σχέσεις εξουσίας των φύλων και ενός αντίστοιχου αναλυτικού προγράμματος. Η αποδόμηση των στοιχείων που συνθέτουν την έννοια της “αρρενωπότητας” σήμερα και η αναδόμηση νέων προτύπων, μπορεί και πρέπει να ξεκινήσει μέσα από το σχολείο από την πρώιμη παιδική ηλικία μέχρι την ενηλικίωση.

Πέραν όμως του σχολείου, νομίζω όλοι μας θα συμφωνήσουμε ότι τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και η τεχνολογία έχουν ιδιαίτερα έντονη επίδραση στη διαμόρφωση απόψεων και συμπεριφορών, μέσω των προγραμμάτων που προβάλλουν. Δυστυχώς, παρακολουθώντας κανείς τα τηλεοπτικά, κυρίως, προγράμματα, αλλά και τις διαφημίσεις που προβάλλονται, διαπιστώνει έναν γενικότερο «εκσεξουαλισμό» και την εμπορευματοποίηση των σωμάτων, του σεξ και των σεξουαλικοτήτων.

Μάλιστα κατά τη διαδικασία αυτή, το σώμα τεμαχίζεται και τα μέλη του σώματος -στήθος, οπίσθια, χείλη, μάτια- εκτίθενται σαν εμπορεύσιμα ερωτικά αντικείμενα, διαθέσιμα προς κατανάλωση. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για το γυναικείο σώμα και τη γυναικεία σεξουαλικότητα, μάλιστα μετά την απελευθέρωση των γυναικών. Όπως ακριβώς συνέβη με την εργατική δύναμη, το σώμα και το σεξ έπρεπε πρώτα να απελευθερωθούν, προτού γίνουν αντικείμενα εκμετάλλευσης και τελικά καταναλωτικά αγαθά».

Ανίχνευση και καταγραφή δεδομένων
Σύμφωνα με τη λειτουργό του Γραφείου της Επιτρόπου Διοικήσεως, κατά τη διάρκεια της έρευνας πριν από την υποβολή της τοποθέτησης, διαπιστώθηκε έλλειψη στοιχείων και στατιστικών δεδομένων για το φαινόμενο της σεξουαλικής βίας στην Κύπρο. Παρατήρησε ότι «ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα ειδικότερα όσον αφορά τη σεξουαλική βία, είναι ότι η πραγματική έκταση του φαινομένου δεν είναι γνωστή. Η υποεκτίμηση του μεγέθους του εν λόγω ζητήματος αποδίδεται κυρίως στην έλλειψη συστηματικής καταγραφής και ανίχνευσης των περιστατικών σεξουαλικής βίας (under-reporting), όπως ισχύει και για άλλες μορφές έμφυλης βίας.

Η ελλιπής υποδομή καταγραφής αναφέρεται κυρίως στην έλλειψη συστηματικής εκπαίδευσης και επιμόρφωσης των επαγγελματιών που θα επιφορτιστούν με την καταγραφή, την απουσία ενός συντονιστικού φορέα, την έλλειψη ενός πρωτοκόλλου καταγραφής και την απουσία μιας κεντρικής βάσης, όπου θα φυλάσσονται τα δεδομένα που καταγράφονται και θα έχουν πρόσβαση όλοι οι εξειδικευμένοι επαγγελματίες που ασχολούνται με όλες τις πτυχές της σεξουαλικής βίας.

Πέραν όμως της συστηματικής καταγραφής, θα πρέπει να επιχειρείται και η συστηματική ανίχνευση μέσω της εφαρμογής πρωτοκόλλων ανίχνευσης, προκειμένου να εντοπιστούν θύματα βίας σε χώρους όπου απευθύνεται ο γενικός πληθυσμός. Η συστηματική καταγραφή θα πρέπει να γίνεται από όλους τους επαγγελματίες που εμπλέκονται στο ζήτημα της βίας κατά των γυναικών σε διάφορους χώρους, τα δεδομένα που θα συλλέγονται πρέπει να είναι προσβάσιμα σε όλους τους επαγγελματίες για την εξαγωγή συμπερασμάτων και την εφαρμογή αντίστοιχων πολιτικών σε κάθε τομέα δράσης».

Καταγγελίες και απονομή δικαιοσύνης
«Η έρευνα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (FRA) κατέδειξε ότι τα θύματα σεξουαλικής βίας παρουσιάζονται λιγότερο ικανοποιημένα από τις υπηρεσίες που έλαβαν από την Αστυνομία, σε σχέση με τα θύματα σωματικής βίας», είπε η Κάλια Καμπανελλά. «Περαιτέρω, ο κυριότερος λόγος που τα θύματα σεξουαλικής βίας δεν κατήγγειλαν το περιστατικό στην Αστυνομία είναι, σύμφωνα με την έρευνα, ότι προτίμησαν να το διαχειριστούν μόνα τους ή με τη στήριξη του οικογενειακού και φιλικού τους περιβάλλοντος, αλλά και τα έντονα αισθήματα ντροπής και εξευτελισμού που βίωναν. Είναι δεδομένο ότι οι γυναίκες που έχουν υποστεί σεξουαλική βία βιώνουν ιδιαίτερα έντονα αισθήματα φόβου και ντροπής για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Τα αισθήματα αυτά αποτελούν έναν από τους κύριους ανασταλτικούς παράγοντες για να προχωρήσουν σε καταγγελία της βίας εναντίον τους. Η ανάπτυξη αισθήματος εμπιστοσύνης στο ποινικό σύστημα και η ενίσχυση της πεποίθησης ότι ο δράστης θα τιμωρηθεί, αποτελούν το μοναδικό κίνητρο για τα θύματα, ώστε να ξεπεράσουν αυτά τα αισθήματα φόβου και ντροπής. Ο ρόλος της Αστυνομίας στις υποθέσεις σεξουαλικής βίας είναι εξαιρετικά σημαντικός, εκ τούτου, η συνεχής εκπαίδευση των μελών της, που υπηρετούν σε καθήκοντα λήψης καταγγελιών και σε ανακριτικά καθήκοντα, είναι εξαιρετικά σημαντική, ώστε να υπάρχει ορθός χειρισμός των θυμάτων αλλά και εμπεριστατωμένη διερεύνηση των υποθέσεων, ώστε να παρουσιαστούν αποτελεσματικά ενώπιον Δικαστηρίου.
Σημαντικές, όμως, ευθύνες για την καταγγελία και διερεύνηση τέτοιων περιστατικών θα πρέπει να αποδοθούν και στους επαγγελματίες υγείας».