Κατόπιν απόφασης της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου
Ο Γέρων Παΐσιος γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου του 1924 και κοιμήθηκε στις 12 Ιουλίου 1994
Άγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας ανακήρυξε την περασμένη Τρίτη το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον γέροντα Παΐσιο. Αυτό αναφέρει χθες σε επίσημο ανακοινωθέν του το Πατριαρχείο, με την Ιερά Σύνοδο να λαμβάνει την απόφαση για την αγιοκατάταξη του Γέροντος Παϊσίου. Το ανακοινωθέν έχει ως εξής: «Συνήλθεν, υπό την προεδρίαν της Α. Θ. Παναγιότητος, η Αγία και Ιερά Σύνοδος εις την τακτικήν συνεδρίαν αυτής σήμερον, Tρίτην, 13ην Ιανουαρίου 2015, προς εξέτασιν των εν τη ημερησία διατάξει αναγεγραμμένων θεμάτων. Κατ’ αυτήν, η Αγία και Ιερά Σύνοδος ομοφώνως αποδεχθείσα εισήγησιν της Κανονικής Επιτροπής ανέγραψεν εις το αγιολόγιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας τον μοναχόν Παΐσιον Αγιορείτην».
Πανηγύρια στη Φθιώτιδα
Πάντως, την είδηση Αγιοποίησης του Γέροντα Παϊσίου υποδέχτηκε με χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες όλων των Ενοριακών Ναών και Ιερών Μονών ο Ιερός Κλήρος, οι μοναστικές αδελφότητες και ο λαός της Φθιώτιδος. Στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Λαμίας εξετέθη προς προσκύνησιν μεγάλη εικόνα του Αγίου Γέροντος Παϊσίου και τελέσθηκε ευχαριστήρια δέηση από τον Μητροπολίτη Φθιώτιδος Νικόλαο. Εκφράζοντας την ικανοποίησή του για την απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο σεβασμιότατος τόνισε ότι ο Άγιος Παΐσιος υπήρξε μεγάλος ευεργέτης πολλών ανθρώπων, τους οποίους εστήριξε με την προσευχή του, την αγάπη του και τα αναρίθμητα θαύματά του. Ανακοίνωσε, παράλληλα, ότι προσεχώς η Ιερά Μητρόπολις θα οργανώσει πολλές λατρευτικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις εις τιμήν και μνήμην του Οσίου Παϊσίου.
Ο Γέρων Παΐσιος
Ο Γέρων Παΐσιος (κατά κόσμον Αρσένιος Εζνεπίδης) γεννήθηκε στα Φάρασα της Καππαδοκίας, στη Μικρά Ασία, στις 25 Ιουλίου του 1924. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πρόδρομος και ήταν πρόεδρος των Φαράσων, ενώ η μητέρα του λεγόταν Ευλαμπία. Ο Γέροντας είχε ακόμα 8 αδέλφια. Στις 7 Αυγούστου του 1924, μια εβδομάδα πριν οι Φαρασιώτες φύγουν για την Ελλάδα, ο Γέροντας βαφτίστηκε από τον Άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη, ο οποίος επέμεινε και του έδωσε το δικό του όνομα, «για να αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είχε πει. Πέντε εβδομάδες μετά τη βάπτιση, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1924, η οικογένεια Εζνεπίδη, μαζί με τα καραβάνια των προσφύγων, έφτασε στον Άγιο Γεώργιο στον Πειραιά και στη συνέχεια πήγε στην Κέρκυρα, όπου και τακτοποιήθηκε προσωρινά στο Κάστρο. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Ηγουμενίτσα και κατέληξε στην Κόνιτσα. Εκεί ο Αρσένιος τελείωσε το δημοτικό σχολείο και πήρε το απολυτήριό του «με βαθμό οκτώ και διαγωγή εξαίρετη». Από μικρός συνεχώς είχε μαζί του ένα χαρτί, στο οποίο σημείωνε τα θαύματα του Αγίου Αρσενίου. Έδειχνε ιδιαίτερη κλίση προς τον μοναχισμό και διακαώς επιθυμούσε να μονάσει. Οι γονείς του χαριτολογώντας, του έλεγαν «βγάλε πρώτα γένια και μετά θα σε αφήσουμε».
Μοναστικός βίος
Ο πατέρας Παΐσιος εισήλθε στο Άγιο Όρος για να μονάσει το 1949, αμέσως μετά την απόλυσή του από τον στρατό. Όμως επέστρεψε στα κοσμικά για ένα χρόνο ακόμα, προκειμένου να αποκαταστήσει τις αδελφές του. Έτσι το 1950 πήγε στο Άγιο Όρος. Η πρώτη μονή στην οποία κατευθύνθηκε και παρέμεινε για ένα βράδυ ήταν Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στις Καρυές. Εν συνεχεία κατέλυσε στη σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος, στο κελί των Εισοδίων της Θεοτόκου. Εκεί γνώρισε τον πατέρα Κύριλλο, που ήταν ηγούμενος στη μονή και τον ακολούθησε πιστά. Λίγο αργότερα αποχώρησε από τη Μονή και κατευθύνθηκε στη Μονή Εσφιγμένου. Εκεί τελέσθηκε η τελετή της «ρασοευχής» και πήρε το πρώτο όνομά του που ήταν Αβέρκιος. Το 1954 έφυγε από τη μονή Εσφιγμένου και κατευθύνθηκε προς την Μονή Φιλοθέου. Η συνάντησή του, όμως, με τον Γέροντα Συμεών θα είναι καταλυτική για την πορεία και διαμόρφωση του μοναχικού χαρακτήρα του Παϊσίου.
Μετά από δύο χρόνια, το 1956, χειροθετήθηκε «Σταυροφόρος» και πήρε το «Μικρό Σχήμα». Τότε ήταν τελικά που ονομάστηκε και «Παΐσιος», χάρη στον Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον Β, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του. Ο Γέρων Αυγουστίνος αυτήν την περίοδο απέκτησε στενή σχέση με τον Παΐσιο. Το 1958, ύστερα από «εσωτερική πληροφόρηση», πήγε στο Στόμιο Κονίτσης. Εκεί πραγματοποίησε έργο το οποίο αφορούσε στους ετερόδοξους αλλά περιελάμβανε και τη βοήθεια των βασανισμένων και φτωχών Ελλήνων, είτε με φιλανθρωπίες, είτε παρηγορώντας τους και στηρίζοντάς τους ψυχολογικά, με αιχμή τον λόγο του Ευαγγελίου. Από εκεί πήγε στο Όρος Σινά, στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης.
Επιστροφή στο Άγιο Όρος
Το 1964 επέστρεψε στο Άγιο Όρος, από όπου δεν ξαναέφυγε ποτέ. Η σκήτη η οποία τον φιλοξένησε ήταν η Ιβήρων. Στο διάστημα που παρέμεινε εκεί, και συγκεκριμένα το 1966, ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Νοσοκομείο Παπανικολάου. Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στην Μονή Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπάτου. Από τότε άρχισε να δέχεται πολλές επισκέψεις. Ήδη το όνομά του έχει αρχίσει να γίνεται αρκετά γνωστό μακριά από το Όρος και κάθε λογής βασανισμένοι άνθρωποι οδηγούνταν σε αυτόν, μαθαίνοντας για ένα χαρισματικό μοναχό που ονομάζεται Παΐσιος.
Το επόμενο έτος μεταφέρεται στη Μονή Σταυρονικήτα. Βοηθάει σημαντικά σε χειρωνακτικές εργασίες, συνεισφέροντας στην ανακαίνιση του μοναστηριού. Συχνά μάλιστα βοηθάει ως ψάλτης στη Σκήτη Τιμίου Προδρόμου τον Γέροντα Τύχωνα. Οι δύο γέροντες ανέπτυξαν δυνατή φιλία, η οποία τερματίσθηκε με την κοίμηση του Γέροντα Τύχωνα το 1968. Ο Παΐσιος έμεινε στο κελί του Γέροντα Τύχωνα για ένδεκα έτη μετά την κοίμησή του, πράγμα που ήταν επιθυμία του φίλου του λίγο πριν πεθάνει. Το 1979 αποχώρησε από τη σκήτη του Τιμίου Προδρόμου και κατευθύνθηκε προς την Μονή Κουτλουμουσίου. Εκεί εισχώρησε στη μοναχική αδελφότητα ως εξαρτηματικός μοναχός. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα, πλήθος λαού τον επισκεπτόταν και δεχόταν πάρα πολλές επιστολές.
Το τέλος της ζωής του
Μετά το 1993 ο γέροντας άρχισε να παρουσιάζει αιμορραγίες για τις οποίες αρνείτο να νοσηλευτεί, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους ο Παΐσιος βγαίνει για τελευταία φορά από το Όρος και πηγαίνει στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί μένει για λίγες μέρες και ενώ ετοιμάζεται να φύγει ασθενεί και μεταφέρεται στο Θεαγένειο, όπου του γίνεται διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 ο γέροντας χειρουργείται. Παρότι η ασθένεια δεν σταμάτησε (παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ), ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει. Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοινώνουν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου, ο γέροντας κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του και την επομένη στις 11.30 το βράδυ την ησυχία τάραξε μια δυνατή βροντή! Κατόπιν με συνεχείς αστραπές φωτιζόταν όλο το Άγιο Όρος. Το απόγευμα της επόμενης μέρας έγινε γνωστό ότι ο γέροντας είχε περάσει πια στην αιωνιότητα.




