Τα αίτια της πρωτοφανούς «μανίας» για καταδίκες

Τι επιτυγχάνεται με τις φυλακίσεις και γιατί κάποιοι «τη βγάζουν καθαρή», φορώντας τον μανδύα του μάρτυρα κατηγορίας;

ΟΣΟ ταχύτερα και αποτελεσματικότερα δουλεύει η σκούπα της δικαιοσύνης, τόση λιγότερη βρομιά θα συναντούμε


Η αποφασιστικότητα που επιδεικνύουν οι ανακριτικές Αρχές και η Κυβέρνηση για πάταξη της διαφθοράς, που άρχισε πρόσφατα να μετουσιώνεται σε συλλήψεις και καταδίκες, φαίνεται να ικανοποιεί το περί δικαίου αίσθημα του λαού και να αναπτερώνει τις ελπίδες για μια πιο «καθαρή» κοινωνία.

Την ίδια στιγμή, όμως, αυτό το πρόσφατο και πρωτοφανές για την Κύπρο φαινόμενο του... βομβαρδισμού της επικαιρότητας με δεκάδες υποθέσεις οικονομικών σκανδάλων δημιουργεί στην κοινή γνώμη σειρά ευλόγων ερωτημάτων, για τα οποία μπορούν να δοθούν ποικίλες απαντήσεις και ερμηνείες.

Γιατί τώρα κάθαρση;

Κατ' αρχήν, τι δημιούργησε αυτήν τη «μανία» που μας έχει πιάσει τον τελευταίο καιρό για καταδίκη όλων όσοι, αποδεδειγμένα, ενέχονται σε ποινικά αδικήματα στο Δημόσιο, στις τράπεζες, στον αθλητισμό, στα δημαρχεία, μέχρι και τους σωλήνες του αποχετευτικού; Μήπως η διαφθορά είναι φρέσκο φρούτο; Δεν δημιουργήθηκε και διογκώνεται από το 1960 που ιδρύθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία; Ε τότε, γιατί θυμηθήκαμε τώρα την κάθαρση;

Μια εξήγηση είναι πως πλέον φθάσαμε στον οικονομικό πάτο. Στους καιρούς των παχέων αγελάδων οι εκάστοτε κυβερνήσεις δεν έδειχναν την ίδια αποφασιστικότητα, αλλά ούτε και υπήρχε τέτοια απαίτηση από τον κόσμο.

Πλέον όμως δεν υπάρχει άλλη επιλογή, γιατί απλούστατα τα κρατικά ταμεία ξέμειναν από χρήματα και μια από τις ελάχιστες διεξόδους από την κρίση είναι ο εντοπισμός των κλεφτών και η επιστροφή των χρημάτων. Σήμερα γίναμε έρμαιο στις ορέξεις των Ευρωπαίων δανειστών που μας επιβάλλουν -όπως ήταν αναμενόμενο άλλωστε- τη λιτότητα και τη φτώχια. Αυτή η εξαθλίωση φέρεται να τροφοδοτεί και την οργή κατά των υπαιτίων της οικονομικής καταστροφής του τόπου. Το περί δικαίου αίσθημα είναι εντονότερο από ποτέ και πρέπει να ικανοποιηθεί...

Θα σκέφτονται διπλά

Είναι όμως εφικτή η πλήρης κάθαρση από τα χαμηλότερα μέχρι τα υψηλότερα δώματα του πολιτικού και οικονομικού μας συστήματος; Μπορεί το έγκλημα να εξαλειφθεί; Η απάντηση είναι πως όχι. Η παρανομία υπάρχει από τότε που υπάρχει ο άνθρωπος, και δεν έχει καταφέρει να την εξαλείψει σε καμία εποχή και σε καμιά περιοχή του κόσμου. Όπως όλες οι δραστηριότητες, έτσι και η παρανομία έχει τους διαδόχους και τους κληρονόμους της.

Ο μόνος εφικτός στόχος είναι ο περιορισμός του εγκλήματος. Και σε αυτόν τον στόχο συμβάλλουν αποτελεσματικά οι καταδίκες (γι' αυτό και επιβάλλονται από τα δικαστήρια). Πιστεύεται ότι οι βαριές ποινές λειτουργούν αποτρεπτικά, επιβραδύνοντας την ποσότητα και μειώνοντας την ένταση της παρανομίας. Όταν υπάρχει παραδειγματική τιμωρία, όσοι κατέχουν ή θα κατέχουν δημόσια αξιώματα θα σκέφτονται διπλά και τριπλά προτού παρανομήσουν, φοβούμενοι τις συνέπειες των πράξεών τους.

Πλήρης κάθαρση λοιπόν δεν είναι εφικτό να επέλθει, αλλά όσο ταχύτερα και αποτελεσματικότερα δουλεύει η σκούπα της δικαιοσύνης, τόση λιγότερη βρομιά θα συναντούμε.

Κουβέντα για τους μάρτυρες

Ένα άλλο εύλογο ερώτημα, που έχει δημιουργηθεί κατά την πορεία των διαφόρων ποινικών υποθέσεων που είδαν το φως της δημοσιότητας, είναι γιατί κάποιοι να μπαίνουν φυλακή και άλλοι, που επίσης παρανόμησαν, αλλά φορούν τον μανδύα του μάρτυρα κατηγορίας να «τη βγάζουν καθαρή»; Η εξήγηση που δίδεται από τη Νομική Υπηρεσία είναι ότι για να αποδειχθεί στο δικαστήριο η διάπραξη συγκεκριμένων σοβαρών αδικημάτων θα πρέπει να υπάρχουν ακράδαντα στοιχεία και πρωτογενείς/αξιόπιστες μαρτυρίες, τις οποίες όμως στις πλείστες περιπτώσεις μπορούν να δώσουν μόνο εμπλεκόμενα πρόσωπα.

Για να εξασφαλιστούν τέτοιες μαρτυρίες, θα πρέπει κάποιοι εκ των εμπλεκομένων να παραδεχθούν ενοχή και να συναινέσουν στη μετατροπή τους από κατηγορούμενοι σε μάρτυρες κατηγορίας, με αντάλλαγμα φυσικά να ελαφρυνθεί η θέση τους στο δικαστήριο ή ακόμη και να αποφύγουν την καταδίκη τους.

Η πρακτική που εφαρμόζει η Νομική Υπηρεσία, όπως και στις πρόσφατες υποθέσεις της Δρομολαξιάς και της υπόθεσης ΣΑΠΑ, είναι να μετατρέπονται σε μάρτυρες κατηγορίας οι πολίτες (επιχειρηματίες, εργολάβοι κ.ά.), προκειμένου να καταδικάζονται πρόσωπα που κατέχουν δημόσια αξιώματα. Η εκτίμηση της Νομικής Υπηρεσίας είναι πως λόγω της ιδιότητάς τους φέρουν και τη μεγαλύτερη ευθύνη.

Η ζημιά παραμένει

ΔΕΝ θα πρέπει, από την άλλη, να παραβλέπονται και οι επιπτώσεις που προκαλεί η μη καταδίκη προσώπων λόγω της μετατροπής τους σε μάρτυρες κατηγορίας. Για να δώσει ένας εργολάβος μίζα ενός εκατομμυρίου ευρώ σημαίνει ότι πήρε πίσω δέκα και 20 εκατομμύρια ευρώ από τα δημόσια ταμεία. Σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις μπορεί μεν να επιτυγχάνεται καταδίκη, αλλά όχι αποκατάσταση. Η ζημιά των χιλιάδων ή και εκατομμυρίων ευρώ συνεχίζει να υφίσταται. Για να υπάρξει αποτελεσματική θεραπεία, είναι αναγκαίο να ακολουθηθούν άλλες διαδικασίες, εξίσου χρονοβόρες και πολύπλοκες, η φύση των οποίων εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, όπως το είδος των αδικημάτων.

Στην περίπτωση του ΣΑΠΑ, για παράδειγμα, μετατράπηκαν σε μάρτυρες κατηγορίας εργολάβοι που έδωσαν μίζες και πήραν ως αντάλλαγμα συμβόλαια που περιλαμβάνουν σωρεία υπερπληρωμών. Πιστεύεται ότι η επιστροφή των χρημάτων σε αυτές τις υποθέσεις μπορεί να επιτευχθεί είτε με εξώδικο συμβιβασμό είτε με αστικές αγωγές στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Ωστόσο, όπως τονίσαμε και στο παρελθόν, η εκδίκαση αστικών αγωγών μπορεί να διαρκέσει μέχρι και πέντε χρόνια στα Επαρχιακά Δικαστήρια...