Όπως περιγράφεται στη «Σκιαγράφηση» του ΕΚΤΕΠΝ
Μειωμένη ανάπτυξη, μείωση ροής αίματος στον πλακούντα και βάρος του νεογέννητου, από επίδραση χρήσης κάνναβης από τη μητέρα


Οι κίνδυνοι από τη χρήση ουσιών εξάρτησης κατά την εγκυμοσύνη, περιγράφονται με ενάργεια στο νέο τεύχος «Σκιαγράφηση» του ΕΚΤΕΠΝ (Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης
και Πληροφόρησης για τα Ναρκωτικά) για τον μήνα Δεκέμβριο 2014. Όπως αναφέρεται στο σχετικό δημοσίευμα, οι κίνδυνοι αυτοί «είναι καλά τεκμηριωμένοι, όπως επίσης και οι επιπτώσεις που ενδεχομένως θα επιφέρει, η χρήση, στην οικογένεια και ειδικότερα στην περίπτωση που υπάρχουν και άλλα παιδιά. Παρόλ' αυτά, στην πλειοψηφία των χωρών της Ευρώπης δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία και η πραγματική επικράτηση της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών κατά την εγκυμοσύνη είναι πολύ δύσκολο να εκτιμηθεί, λόγω των διαφορών που παρατηρούνται είτε μεταξύ χωρών, είτε μεταξύ περιοχών».

Αλκοόλ, καπνός, φάρμακα
Σύμφωνα με τη μελέτη, «όλες οι ψυχοδραστικές ουσίες, συμπεριλαμβανομένου του αλκοόλ, του καπνού και κάποιων συνταγογραφούμενων φαρμάκων μπορούν να έχουν επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, το έμβρυο και στη συνέχεια στο νεογέννητο μωρό. Κάθε ουσία επιδρά διαφορετικά και αυτό εξαρτάται από την ουσία αυτήν καθ’ εαυτή, αλλά και από την κατάσταση της υγείας στην οποία βρίσκεται η ίδια η γυναίκα. Ο βαθμός του αντίκτυπου της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ένταση της χρήσης, η οποία περιπλέκεται περισσότερο από το γεγονός ότι οι χρήστες συχνά κάνουν κατάχρηση περισσότερων της μιας ουσίας (παράνομης ή νόμιμης) και περίπου το 97% των εγκύων γυναικών που είναι εξαρτημένες στα οπιοειδή είναι συγχρόνως και καπνίστριες».

Κάνναβη, κοκαΐνη, αμφεταμίνες
Στην περίπτωση της κάνναβης, γίνεται αναφορά σε μελέτες στην Ολλανδία που έχουν αξιολογήσει τη βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη επίδραση της χρήσης της κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Συγκεκριμένα, παρατηρείται μειωμένη ανάπτυξη του εμβρύου, μικρότερο μέγεθος κεφαλής του εμβρύου, μειωμένη ροή αίματος στον πλακούντα και στην καρδία του εμβρύου, καθώς και μειωμένο βάρος του νεογέννητου. Αναφορικά με τις συνέπειες της χρήσης κάνναβης σε συνδυασμό με το κάπνισμα, αυτές φαίνονται να είναι σοβαρότερες όσον αφορά στην ενδομήτρια ανάπτυξη σε σχέση με την απλή έκθεση στον καπνό.

Σημειώνεται ότι στην ηλικία των 18 μηνών, τα κορίτσια που είχαν εκτεθεί στην κάνναβη ή στον καπνό κατά τη διάρκεια που η μητέρα τους κυοφορούσε, παρουσίασαν αυξημένη επιθετικότητα και προβλήματα προσήλωσης.

Εντούτοις, καθώς τα παιδιά αυτά μεγαλώνουν, αυτές οι επιδράσεις ενδέχεται να υποχωρούν.
Στην περίπτωση της χρήσης κοκαΐνης και αμφεταμινών κατά την εγκυμοσύνη, μπορεί να παρατηρηθεί μειωμένη ροή αίματος στον πλακούντα, γεγονός που πιθανόν να οδηγήσει, μεταξύ άλλων, σε αποβολή κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης ή πρόωρο τοκετό.

Παρόλο που κατά τα πρώτα δύο χρόνια ζωής του παιδιού δεν αναφέρθηκαν αναπτυξιακές ανωμαλίες, εντούτοις κάποιες έρευνες έχουν αναφέρει αυξημένη συχνότητα αιφνίδιου θανάτου και ορισμένες διαταραχές συμπεριφοράς».

Υψηλός κίνδυνος θνησιμότητας
Αναφέρεται συμπερασματικά ότι, «παρόλο που λιγότερες γυναίκες στην Ευρώπη κάνουν χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών σε σχέση με τους άντρες, εντούτοις οι γυναίκες που κάνουν χρήση αντιμετωπίζουν υψηλότερο κίνδυνο θνησιμότητας και άλλων συναφών προβλημάτων.

Οι νομοθεσίες στην Ευρώπη, που αφορούν συγκεκριμένα στις εγκύους γυναίκες που κάνουν χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών ή στα αγέννητα παιδιά τους, διευκολύνουν την επιλογή για κατάλληλη θεραπεία σε πολλές χώρες. Πέραν από τις νομοθεσίες που υπάρχουν σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες, έχουν αναπτυχθεί και διάφορες παρεμβάσεις (πολλές από αυτές επιστημονικά τεκμηριωμένες), με σκοπό να παρέχουν βοήθεια στις εγκύους γυναίκες που κάνουν χρήση ουσιών εξάρτησης, σε εθισμένους γονείς και στα παιδιά τους.

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία όσον αφορά στην επικράτηση της χρήσης ουσιών εξάρτησης μεταξύ των εγκύων γυναικών και γι’ αυτόν τον λόγο, τα προγράμματα που σχεδιάζονται για να παρέχουν υπηρεσίες στις γυναίκες αυτές ενδέχεται να μη γνωρίζουν το πραγματικό μέγεθος της ομάδας στόχου.

Το γεγονός ότι η λειτουργία των θεραπευτικών προγραμμάτων συχνά εξαρτάται από την κρατική χορηγία και το ότι η οικονομική κρίση επέφερε μειώσεις στα κονδύλια αυτά, οι επιπτώσεις στη λειτουργία των διαφόρων δομών που επηρεάζουν μεταξύ άλλων και τις εγκύους γυναίκες που βρίσκονται στη θεραπεία είναι εμφανείς».

Η πρόσβαση εγκύων στη θεραπεία
Τονίζεται, τέλος, ότι «η συστηματική παρακολούθηση και αξιολόγηση των παρεχόμενων υπηρεσιών, αλλά και ο προσδιορισμός του πραγματικού μεγέθους της ομάδας στόχου θα βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση του προβλήματος, των αναγκών και των πιθανών λύσεων σε προβλήματα που σχετίζονται με τις εγκύους γυναίκες που κάνουν χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών, αλλά και των γυναικών που κάνουν χρήση γενικότερα. Η απομάκρυνση των εμποδίων που σχετίζονται με την πρόσβαση των εγκύων γυναικών στη θεραπεία, όπως για παράδειγμα η έλλειψη δομών φροντίδας παιδιών και ο φόβος των νομικών επιπτώσεων, θα έδινε τη δυνατότητα στα άτομα αυτά να απευθυνθούν ευκολότερα για θεραπεία».