Ώρα μηδέν για το κυπριακό ποδόσφαιρο
Το κυπριακό ποδόσφαιρο βρέθηκε, από τον θανατηφόρο εναγκαλισμό της κομματικοποίησης, που εξακολουθεί να το στραγγαλίζει, στον επίσης θανάσιμο εναγκαλισμό κερδοσκοπικών φατριασμών και έκνομων δραστηριοτήτων


Και τώρα, τι θα κάνουμε χωρίς βαρβάρους; Χωρίς τις «βάρβαρες» φυλές των γηπέδων και τους αποτρόπαιους φυλάρχους των σκοτεινών αποδυτηρίων/παρασκηνίων τους; Γιατί οι βάρβαροι αυτοί ήτο, πράγματι, μία λύσις, απέναντι στην επελαύνουσα δυσώδη αποφορά των σκανδάλων, τους οχετούς της διαφθοράς και της διαπλοκής όπου κατακρημνίζονται «έθνη και κράτη», κατά τις άτεγκτες προρρήσεις της ποιήσεως.
Το κυπριακό ποδόσφαιρο, κομμάτι κι αυτό της κυπριακής κοινωνίας, επιμολυσμένο, αναπόδραστα, με όλες τις παθογένειες και τις καρκινογενέσεις της, για χρόνια έμοιαζε απρόσβλητο μέσα στο «βασίλειο των σκιών», σαν μια παράσταση ιερής παντομίμας, που κανένας δεν τολμούσε να διακόψει την πάνσεπτη τελετουργία της.

Έμοιαζε απρόσβλητο και ανέγγιχτο όχι μόνον απέναντι στις αιχμές της καχύποπτης ψιθυρολογίας, των υπονοούμενων διαδόσεων και των φημών, αλλ’ ακόμη και απέναντι στις αδιάψευστες προφάνειες των γεγονότων, που κατέκλυζαν το πεδίο του ορατού, του γνωστού και του γνώσιμου με μιαν αποστομωτική προδηλότητα.

Υπόνοιες και καταγγελίες για στημένα παιγνίδια, «πιασμένους διαιτητές», προαποφασισμένους αγώνες, ύποπτες διαμεσολαβήσεις μάνατζερ και παραγόντων, διάτρητα συμβόλαια ποδοσφαιριστών, συμμετοχή ομάδων στα… όρια των κριτηρίων της ΟΥΕΦΑ, ιλιγγιώδη ποσά στον βωμό της στοιχηματικής ασυδοσίας και άλλα τόσα στον βωμό της τηλεθεαματικής παράκρουσης, κόκκινοι και κίτρινοι φάκελοι που έμεναν ανεξιχνίαστοι λόγω… έλλειψης στοιχείων, ομάδες των… 50-100 φιλάθλων που συντηρούνταν εδώ και δεκαετίες, με παχυλότατους προϋπολογισμούς, στην Α’ Κατηγορία.

Στα ερείπια του αθλητικού ιδεώδους
Όλο αυτό το σκηνικό της πάλαι ποτέ εδεμικής ελευθερίας και ηδονής που μας περιέβαλλε και μας συνάρπαζε κάθε βδομάδα -με τις μέρες του λυτρωτικού εδεμισμού μας να μεταναστεύουν από τα Σαββατοκύριακα και να αγκυροβολούν και στις Δευτέρες, τις Τρίτες, τις Τετάρτες και τις Πέμπτες- καταρρέει σύγκορμο, μόλις μία από τις εποχικά περιστρεφόμενες κούκλες της απέκτησε νεύρο εύτολμης φωνής για να μιλήσει. Και, ξαφνικά, οι υποψίες, οι υπόνοιες και οι (ας πούμε μη… αναπόδεικτες) βεβαιότητες άρχισαν να διαλαμβάνουν τον χαρακτήρα συλλογικής αναστάτωσης, διοχετεύσιμης στους παφλασμούς ενός εξαγνιστικού θεσμικού αφρόλουτρου.

Με κήνσορες, φευ (!), του καθαρκτικού λουτρού που ετοιμάζεται, όλους εκείνους που, εμμέσως ή αμέσως -πολιτεία, σωματεία, παράγοντες, διαιτητές, ποδοσφαιριστές, ΜΜΕ, και οπαδούς- μερίμνησαν, είτε με τη συμμετοχή είτε με την ανοχή είτε τη σιωπή τους, ώστε το ποδόσφαιρό μας να μετατραπεί στο πτώμα που βυσσοδομεί, σήμερα, σηπόμενο στα ερείπια του αθλητικού ιδεώδους. Κάποιοι, για ακόμη μια φορά, θα υποδυθούν ότι δεν συμβαίνει τίποτα, περιμένοντας τις καταγγελίες να γίνουν ενδείξεις, τις ενδείξεις βάσιμα στοιχεία και αυτά τα τελευταία αποδείξεις στις αίθουσες των δικαστηρίων.
Άλλοι θα αναπετάξουν αμέσως το λάβαρο της κάθαρσης, προτρέχοντας των διαδικασιών και των εξελίξεων, προκειμένου να καταχωνιάσουν, μέσα σ’ ένα παραπλανητικό σύννεφο σκόνης, τις δικές τους ευθύνες ή παραλείψεις.

Μνημείο κραυγαλέας αποτυχίας
Δεν παύει, ωστόσο, να είναι το μνημείο της κραυγαλέας αποτυχίας όσων ασχολήθηκαν και ασχολούνται μαζί του - από την πολιτεία, την ΚΟΠ, τα σωματεία και τους παράγοντες, έως τους διαιτητές, τα ΜΜΕ και τους απλούς φιλάθλους. Όλους εμάς, δηλαδή, εν χορώ. Αλλά και πυώδες απόστημα μιας ανεπούλωτης θλίψης για όσους κάποτε το αγάπησαν και τώρα το ατενίζουν, από μακριά, στο λοίσθιο ταξίδι της κατακρήμνισής του.
Όλοι έχουν ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης μέσα σ’ αυτό τον αργόσυρτο χορό της ανευθυνότητας που σέρνει το άθλημα στο βάραθρο και όσο αρνούνται να την αναλάβουν, τόσο περισσότερο υπόλογοι καθίστανται γι’ αυτήν.

Η ανεξέλεγκτη βία, η βαθυνόμενη κρίση αξιοπιστίας του αθλήματος αλλά και των θεσμών που το διοικούν, η εντεινόμενη αναντιστοιχία ανάμεσα στην προσφερόμενη ποιότητα του προϊόντος και την πληρωτέα αξία του (ολοένα πιο ακριβά εισιτήρια για ένα θέαμα που ολοένα φθίνει, σε χώρους-γήπεδα εντελώς απρόσφορους για τις ανάγκες μιας σύγχρονης απαιτητικής θέασης), αποτελούν μερικές μόνον από τις μορφές της γενικευμένης απαξίωσης του κυπριακού ποδοσφαίρου.

Πράξη εξόχως πολιτική
Η πράξη, όμως, που εκδραματίζεται μπροστά στο ενεό βλέμμα μας, είναι εξόχως πολιτική: Οι καταγγελίες του Μάριου Παναγή διαζωγραφίζουν το ίδιο δύσοσμο σκηνικό της διαφθοράς και της σήψης, που επεκτείνεται σε ολόκληρο το πάσχον σώμα του κοινωνικού και πολιτειακού μας βίου. Και, ακόμη πιο ανησυχητικό και επικίνδυνο, εκφάνσεις των ίδιων εκείνων εξουσιών -οικονομικών και πολιτικών- που απεργάστηκαν ανέλεγκτα και συμπράττουσες την καταλήστευση του δημόσιου και ατομικού πλούτου, καθώς και την κατεδάφιση κάθε έννοιας δημοκρατικής και δικαιοκρατικής πολιτικής, διαφαίνεται να πρωταγωνιστούν και στην ποδοσφαιρική εποποιία της σήψης και της διαφθοράς.

Το κυπριακό ποδόσφαιρο, βρέθηκε, όχι βεβαίως εν μια νυκτί, αλλά μ’ έναν αμετάστρεπτο βηματισμό, από τον θανατηφόρο εναγκαλισμό της κομματικοποίησης και της στρεβλής ιδεολογικοποίησης, που εξακολουθεί να το στραγγαλίζει, στον επίσης θανάσιμο εναγκαλισμό του αλόγιστου οικονομικού κέρδους, βορά κερδοσκοπικών φατριασμών και συχνά έκνομων δραστηριοτήτων.

Καρκινοβόρος παρασιτισμός
Για όλα αυτά, πολλοί «αρμόδιοι» και «υπεύθυνοι» δεν γνώριζαν απλώς, αλλά συνέπρατταν, ενώ όλοι οι υπόλοιποι γνωρίζαμε - πεισματικά, ωστόσο, αδιαφορούντες. Το τραγικό είναι ότι ολόκληρο αυτό το σύμπαν της αποφοράς και της σαπίλας παρασιτεύει και καρκινοφορεί πάνω στο άδολο πάθος αγνών φιλάθλων για το άθλημα και την ομάδα τους, που συνεχίζουν να υπόκεινται σε κάθε είδους θυσία -ψυχική, επαγγελματική, οικονομική, ακόμη και σωματική- για να το συντηρούν.

Κανείς, όμως, πλέον, δεν ξέρει ποια είναι τα επόμενα βήματα. Γιατί ήδη τα λόγια και οι αποφάσεις των αρμοδίων έχουν απολέσει πλήρως κάθε ίχνος σοβαρότητας και κανέναν δεν μπορούν να πείσουν ότι θέλουν και μπορούν να γιατρέψουν το σάπιο οικοδόμημα του κυπριακού φουτμπόλ.

Δυστυχώς η πορεία προς το τέλμα μοιάζει μη αναστρέψιμη. Σαν μια παρατεταμένη αρρώστια χωρίς ελπίδα ίασης. Γιατί φαίνεται ότι την παράγουν και τη μεταδίδουν αυτοί που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να τη θεραπεύσουν.

Εν τω μεταξύ, η καχυποψία θα αυξαίνει, οι φίλαθλοι -οι υγιώς, τουλάχιστον, σκεπτόμενοι- θα εγκαταλείπουν τα γήπεδα, η βία θα εκρήγνυται και οι υπόλοιποι θα αναζητούν λόγο ύπαρξης στον άσχημο κόσμο του ποδοσφαίρου μας.