Ποιοι είναι οι δύο ισοβίτες που επιδιώκουν ελευθερία
Χθες, το αρμόδιο συμβούλιο απέρριψε το αίτημα αποφυλάκισης του Παναγιώτη Καυκαρή. Την ίδια ώρα ο Κίτας, άλλως Αλ Καπόνε, παρουσιαζόταν στο Ανώτατο με ουσιαστικά τον ίδιο στόχο


Το Συμβούλιο Αποφυλάκισης Κρατουμένων Επ' Αδεία, με τρεις ψήφους κατά και δύο υπέρ, απέρριψε χθες το μεσημέρι το αίτημα αποφυλάκισης του 70χρονου Παναγιώτη Αγαπίου Καυκαρή, του μακροβιότερου καταδίκου στην ιστορία των Κεντρικών Φυλακών. Ο Καυκαρής βρίσκεται στη φυλακή εδώ και 28 χρόνια και πριν από μερικούς μήνες υπέβαλε αίτημα αποφυλάκισης.

Σύμφωνα με έγκυρη πληροφόρηση της «Σημερινής», τα τρία μέλη που ψήφισαν κατά της αποφυλάκισης του 70χρονου, έκριναν ότι ο ισοβίτης δεν έχει επιδείξει μεταμέλεια για την τριπλή δολοφονία που διέπραξε το 1987, λαμβάνοντας υπόψη ότι αρνείται να κατονομάσει τους ηθικούς αυτουργούς.

Στην αίτησή του προς το Συμβούλιο Αποφυλάκισης Επ’ Αδεία, ο ισοβίτης επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, τα 28 χρόνια συμπληρωμένα που εξέτισε στις φυλακές, την καλή διαγωγή και την ηλικία του. Μετά την απορριπτική απόφαση, ο Καυκαρής φαινόταν συνετριμμένος, ανέφερε πηγή, καθώς ανέμενε πως το αίτημά του θα γινόταν αποδεκτό. Είχε ετοιμάσει και τις βαλίτσες του για να επιστρέψει στο σπίτι, όπου τον αναμένει η μητέρα του. Ο ισοβίτης δικαιούται, βάσει της νομοθεσίας, να υποβάλει νέο αίτημα αποφυλάκισης μετά από δυο χρόνια.

Τριπλή δολοφονία
Στις 10 Μαρτίου 1989 το Κακουργιοδικείο Λεμεσού ανακοίνωσε ποινή ισόβιας φυλάκισης για κάθε μια από τις τρεις κατηγορίες φόνου εκ προμελέτης που διαπράχθηκε στις 10 Ιουλίου 1987 στη Λεμεσό. Ο Παναγιώτης Καυκαρής τοποθέτησε εκρηκτικό μηχανισμό κάτω από το αυτοκίνητο του επιχειρηματία Πανίκου Μιχαήλ. Όταν το θύμα του μπήκε στο αυτοκίνητο μαζί τα δυο του παιδιά, ηλικίας 11 και 13 ετών, ο Καυκαρής πυροδότησε τον μηχανισμό και τους σκότωσε. Ο τρίτος γιος της οικογένειας, μόλις δύο ετών, γλίτωσε όπως και η μητέρα του.

Το έγκλημα προκάλεσε συγκλονισμό στην κοινή γνώμη, κυρίως λόγω του θανάτου των παιδιών. Ο Καυκαρής δεν αποκάλυψε ποτέ τον ηθικό αυτουργό της εγκληματικής ενέργειας, ο οποίος φέρεται να του είχε υποσχεθεί 10.000 λίρες. Το 2008 ο ισοβίτης κέρδισε προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) με αίτημα τον καθορισμό των ισοβίων, που τότε σήμαιναν φυλάκιση μέχρι το βιολογικό τέλος. Το αίτημά του στάθηκε αφορμή για να τροποποιηθεί η νομοθεσία, ώστε στα δώδεκα χρόνια οι κατάδικοι να έχουν δικαίωμα υποβολής αιτήματος αποφυλάκισης. Ο εν λόγω νόμος πέρασε το 2009.

Στο Ανώτατο ο Κίτας
Στο μεταξύ, ο ισοβίτης Αντώνης Προκοπίου Κίτας, άλλως Αλ Καπόνε, παρουσιάστηκε χθες ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου για την ακρόαση του αιτήματος που υπέβαλε για έκδοση προνομιακού διατάγματος "habeas corpus". Η ακρόαση αναβλήθηκε για τις 24 Νοεμβρίου.

Ο Κίτας ισχυρίζεται ότι η συνέχιση της φυλάκισής του είναι παράνομη, διότι όταν είχε καταδικαστεί δεν ίσχυε ο υφιστάμενος νόμος για την ισόβια φυλάκιση. Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, του είχε δοθεί συγκεκριμένη ημερομηνία αποφυλάκισης σε 20 χρόνια. Ο Κίτας δεν έχει υποβάλει αίτημα αποφυλάκισης στο αρμόδιο Σώμα. Εάν απορριφθεί το αίτημά του στο Ανώτατο, δικαιούται να αποταθεί στο ΕΔΑΔ.

Σκότωσε δύο κοπέλες
Ο Αντώνης Προκοπίου Κίτας, γνωστός και με το παρατσούκλι «Αλ Καπόνε», καταδικάστηκε σε ισόβια το 1994, μαζί με τον οδηγό ταξί Μιχάλη Ιακωβίδη, για τους φόνους της 28χρονης Κριστίν Κωνσταντινίδου, οικιακής βοηθού, και της 21χρονης Οξάνα Λίσνα, καλλιτέχνιδας. Η Κριστίν Κωνσταντινίδου θάφτηκε στον σκουπιδότοπο του Κοτσιάτη, ενώ η Οξάνα Λίσνα ρίχθηκε σε ξεροπήγαδο στα Λειβάδια.

Χρειάστηκε η επιστράτευση δέκα εσκαφεών για να εντοπιστεί η σορός της Κριστίν που ήταν κρυμμένη κάτω από τόνους σκουπιδιών. Οι σοροί των δύο γυναικών βρέθηκαν σε πλήρη αποσύνθεση. Πριν από τους δύο φόνους, ο Κίτας είχε απασχολήσει, επανειλημμένα, την Αστυνομία για διαρρήξεις, κλοπές και άλλα αδικήματα.

Δύο αποδράσεις
Σύμφωνα με δημοσιεύματα της «Σημερινής», την τότε εποχή, ο Αλ Καπόνε επέδρασε δύο φορές, μια φορά το 1993, όταν είχε συλληφθεί στην Αθηένου για κλοπή κοσμηματοπωλείου. Είχε ζητήσει από τους αστυνομικούς να περάσουν από το σπίτι του, λέγοντας πως ήθελε να αλλάξει ρούχα. Οι αστυνομικοί τον ανέμεναν στην είσοδο της οικίας, ωστόσο, αυτός το έσκασε από την πίσω πόρτα.

Η δεύτερη απόδρασή του ήταν το 2008, από το παράθυρο του Απολλώνειου Νοσοκομείου στη Λευκωσία, χρησιμοποιώντας σκάλα που του έφεραν άλλα πρόσωπα. Διέφυγε μαζί τους με αυτοκίνητο. Η απόδρασή του δεν έγινε αμέσως αντιληπτή. Κατά τη διάρκεια άγριας καταδίωξης και πυροβολισμών στους δρόμους της πρωτεύουσας, αστυνομικοί αναγνώρισαν τον Κίτα ως έναν από τους δράστες.

Η απόδραση προκάλεσε σωρεία αντιδράσεων. Το τότε Υπουργικό Συμβούλιο, παρουσία του τότε Γενικού Εισαγγελέα Πέτρου Κληρίδη, αποφάσισε τον διορισμό ποινικών ανακριτών για να διερευνηθούν οι συνθήκες της απόδρασης. Ο τότε Υπουργός Δικαιοσύνης Κύπρος Χρυσοστομίδης και ο τότε Αρχηγός Αστυνομίας Ιάκωβος Παπακώστας υπέβαλαν παραίτηση.

Η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας έθεσε σε διαθεσιμότητα τον Διευθυντή των Κεντρικών Φυλακών Μιχάλη Χατζηδημητρίου, η υπόθεση του οποίου ακόμη εκκρεμεί, καθώς και άλλα μέλη του προσωπικού των φυλακών. Τελικά ο Κίτας συνελήφθη στις 5 Ιανουαρίου 2009 στο Παραλίμνι και έκτοτε παραμένει στη φυλακή.

Η κλοπή των λειψάνων του Τάσσου
Ενόσω βρισκόταν στη φυλακή, ο Αντώνης Προκοπίου Κίτας καταδικάστηκε ξανά από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, μαζί με τον αδελφό του Μάμα και τον Ινδό Σαρμπτζίτ Σινγκ σε φυλάκιση (20 μηνών οι δυο πρώτοι και 18 μηνών ο τρίτος) για την κλοπή των λειψάνων του πρώην Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσου Παπαδόπουλου. Το αδίκημα διαπράχθηκε στις 11 Δεκεμβρίου του 2009.

Όπως ανέφεραν στην ομόφωνη απόφασή τους οι τρεις δικαστές του Κακουργιοδικείου, ο κατάδικος Αντώνης Προκοπίου Κίτας ζήτησε από τον αδελφό του Μάμα Προκοπίου να κλέψει τα λείψανα του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας, επειδή πίστευε ότι αν ο ίδιος έδινε στη συνέχεια πληροφορίες στις Αρχές που θα οδηγούσαν στην ανεύρεση των λειψάνων, θα τύγχανε επιεικούς μεταχείρισης και θα γλίτωνε από την ισόβια κάθειρξη.

Ο Μάμας Προκοπίου Κίτας, με τη βοήθεια του Σινγκ, ξέθαψε τη σορό του Τάσσου Παπαδόπουλου από το κοιμητήριο της κοινότητας Δευτεράς, κοντά στην κυπριακή πρωτεύουσα και τη μετέφεραν σε άλλο κοιμητήριο, όπου και την έθαψαν πρόχειρα. Τα λείψανα βρέθηκαν έπειτα από περίπου ένα χρόνο.