Μια έκθεση και ένα συγκινητικό ταξίδι μνήμης και περίσκεψης
Έργα τέχνης Εβραίων κρατουμένων στα βρετανικά στρατόπεδα κράτησης στην Κύπρο 1946-1949, σε έκθεση στο Μουσείο του Παγκυπρίου Γυμνασίου στη Λευκωσία
ΤΑ ΕΡΓΑ εκτέθηκαν στο Τελ-Αβίβ τον Απρίλη 1948. Από τότε, τα περισσότερα, φυλάχθηκαν στα αρχεία του Hashomer Ha Tzair
Από τα κρατικά αρχεία του Ισραήλ, όπου για 65 χρόνια φυλάγονταν ξεχασμένα, τα έργα τέχνης Εβραίων κρατουμένων στα βρετανικά στρατόπεδα κράτησης στην Κύπρο την τριετία 1946-1949, επέστρεψαν στην Κύπρο και παρουσιάζονται σε έκθεση στο Μουσείο του Παγκυπρίου Γυμνασίου στη Λευκωσία, τα εγκαίνια της οποίας έγιναν την περασμένη Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014, από τον Υπουργό Παιδείας Κώστα Καδή και τον Πρέσβη του Ισραήλ στην Κύπρο Michael Harari. H έκθεση θα διαρκέσει μέχρι τις 12 Δεκεμβρίου 2014.
Ταξίδι μνήμης και περίσκεψης
Η έκθεση είναι στην πραγματικότητα ένα συγκινητικό ταξίδι μνήμης και περίσκεψης για τους επισκέπτες, σ' εκείνη τη μακρινή και δύσκολη περίοδο της αποικιοκρατίας, όπου ο πρόσφυγας εβραϊκός λαός και ο κυπριακός λαός συναντήθηκαν κάτω από αντίξοες συνθήκες και δέθηκαν μεταξύ τους, με έναν ακατάλυτο δεσμό φιλίας και αλληλεγγύης.
Όπως αναφέρεται σε επεξηγηματικό σημείωμα, τα έργα τέχνης που δημιουργήθηκαν από τους Εβραίους πρόσφυγες στη διάρκεια της παραμονής τους στην Κύπρο, αποτύπωναν τις εμπειρίες τους και απέδιδαν τη μονοτονία της καθημερινής ζωής στα στρατόπεδα κράτησης στον Καράολο της Αμμοχώστου, στη Δεκέλεια και την Ξυλοτύμπου, ή απεικόνιζαν το περιβάλλον γύρω από τους «κάμπους». Οι κρατούμενοι ανυπομονούσαν να εκθέσουν τα έργα τους.
Τον Οκτώβρη 1947 πραγματοποιήθηκε μια αξιομνημόνευτη έκθεση τέχνης, στο στρατόπεδο της Ξυλοτύμπου. Τα εκθέματα στάλθηκαν αργότερα στο Τελ-Αβίβ και εκτέθηκαν εκεί τον Απρίλη 1948. Από τότε, τα περισσότερα από τα εκθέματα φυλάχθηκαν στα αρχεία του Hashomer Ha Tzair και παρέμειναν εκεί μέχρι σήμερα, καλυμμένα από τη σκόνη της Ιστορίας.
Μετά το Ολοκαύτωμα, οι «κάμποι» της Κύπρου
Στον τίτλο της έκθεσης γίνεται αναφορά σε «άγνωστες πτυχές της Ιστορίας», που οι νεότερες γενιές των Κυπρίων, δυστυχώς, αγνοούν παντελώς. Να αναφέρουμε ότι, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, επιζώντες του Ολοκαυτώματος και των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης κατευθύνθηκαν πίσω στην Παλαιστίνη, την γη των πατέρων τους, το Eretz Israel. Η Παλαιστίνη εκείνη την περίοδο ήταν υπό Βρετανική Εντολή και συνεπώς ήταν σχεδόν μη προσβάσιμη για τους Εβραίους μετανάστες.
Το Βρετανικό Ναυτικό επέβαλε πλήρη αποκλεισμό και έτσι μεταξύ Αυγούστου 1946 και Μαΐου 1948, 39 πλοία φορτωμένα μετανάστες, που αποπειράθηκαν να σπάσουν τον αποκλεισμό, καταλήφθηκαν και οι πρόσφυγες στάλθηκαν στην Κύπρο, όπου στήθηκαν δώδεκα στρατόπεδα ή «κάμποι» κράτησης για να τους «φιλοξενήσουν» - πέντε «καλοκαιρινοί» κάμποι στην περιοχή Καράολου Αμμοχώστου που αποτελούντο κυρίως από αντίσκηνα και επτά «χειμερινοί» στη Δεκέλεια και την Ξυλοτύμπου, που αποτελούντο από τις γνωστές στους παλαιότερους προκατασκευασμένες παράγκες Nissen Huts, φτιαγμένες από ημικυλινδρική επιφάνεια αυλακωτού ατσαλιού.
Οι κάμποι διοικούντο από το βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών, το υπουργείο Αποικιών, την Εντολοδόχο κυβέρνηση και από τον Βρετανικό Στρατό. Όμως η εσωτερική διοίκηση ήταν στα χέρια των ίδιων των μεταναστών, που κατάφεραν να οργανώνουν δραστηριότητες όπως επαγγελματική εκπαίδευση, εκπαιδευτικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις, καλλιτεχνικά εργαστήρια, μαθήματα μουσικής, θεατρικές παραστάσεις, αθλητικές συναντήσεις, ενώ δημιούργησαν μια χορωδία και μια ορχήστρα. Η δημιουργία τέχνης κάτω από τις σκληρές συνθήκες κράτησης, ήταν ένας τρόπος για να ξεπεράσουν τις δυσκολίες.
Κατά την περίοδο αυτή, 53 χιλιάδες Εβραίοι πρόσφυγες έζησαν στα βρετανικά στρατόπεδα μέχρι τον Φεβρουάριο 1949, που έκλεισαν οριστικά και οι τελευταίοι κρατούμενοι έφυγαν για το νεοσυσταθέν κράτος του Ισραήλ. Οι Κύπριοι που εργάζονταν στους κάμπους, και άλλοι εθελοντές, συμπεριφέρθηκαν με φιλικότητα στους κρατούμενους Εβραίους, βοήθησαν πολλούς από αυτούς ακόμα και να δραπετεύσουν κι εξέφρασαν με διάφορους τρόπους την αλληλεγγύη τους.
Οι δύο αναμνήσεις του Ehud Leibner
ΣΤΑ εγκαίνια της έκθεσης παρέστη και μίλησε, ως προσκεκλημένος της Πρεσβείας του Ισραήλ, ο 75χρονος Ισραηλινός Ehud Leibner, που σε ηλικία 7-8 χρονών έζησε στην Αμμόχωστο για ενάμιση χρόνο, από το 1947 μέχρι το 1949, που έκλεισε ο κάμπος του Καράολου και διδασκόταν μαθήματα εβραϊκών και μουσικής, από Εβραίους κρατουμένους μέσα στο στρατόπεδο. Ο πατέρας του Joshua Leibner, σημαίνον στέλεχος των εβραϊκών κοινοτήτων στην Παλαιστίνη, πριν από τη δημιουργία του Ισραηλινού κράτους είχε σταλεί με την οικογένειά του στην Αμμόχωστο, ως Βοηθός Διευθυντής του στρατοπέδου κράτησης του Καράολου. Διευθυντής ήταν ο Αμερικανο-εβραίος Moish Laub, που είχε σταλεί στην Κύπρο από τις ΗΠΑ, εκ μέρους της Αμερικανο-εβραϊκής Επιτροπής Βοήθειας (American Jewish Joint Distribution Committee).
Ήταν συγκλονιστική η αφήγηση δύο αναμνήσεων του Ehud Leibner, από εκείνη την περίοδο της ζωής του. «Είναι τιμή μου να γιορτάζω μαζί σας τα 65 χρόνια από το κλείσιμο των προσφυγικών κάμπων στην Κύπρο», είπε και πρόσθεσε: «Ήμουν ένα αγόρι 7-8 χρονών τότε. Η οικογένειά μας έζησε στην Αμμόχωστο για ενάμιση χρόνο σε ένα ενοικιαζόμενο σπίτι, πολύ κοντά στο λιμάνι. Οι δύο αναμνήσεις που επέλεξα να μοιραστώ μαζί σας, συνδυάζουν την απλή αγορίστικη περιέργεια και τα εξαιρετικά σημαντικά γεγονότα που συνέβαιναν γύρω μας συνεχώς - πολιτικά, εθνικά και ιστορικά.
Η πρώτη ανάμνηση, είναι ότι ξύπνησα στο μέσο της νύχτας στο υπνοδωμάτιο όπου κοιμόμουν με τη μικρή αδελφή μου που ήταν βρέφος… άκουσα ένα θόρυβο, κοίταξα κάτω από το κρεβάτι μου και είδα κάποιον να κοιμάται εκεί! Άλλος ένας άγνωστος, κοιμόταν κάτω από το κρεβάτι της αδελφής μου. Πετάχτηκα τρομαγμένος και έτρεξα στη μητέρα μου που κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο με τον πατέρα μου. Την ξύπνησα και της είπα για τον άγνωστο στο δωμάτιό μου. Μου είπε ότι "είναι εντάξει, είναι φιλοξενούμενοί μας και δεν έχουμε έξτρα κρεβάτια στο σπίτι μας"…
Η αλήθεια, βέβαια, ήταν ότι επρόκειτο για μετανάστες που είχαν δραπετεύσει από τον κάμπο του Καράολου και αναζήτησαν καταφύγιο για να περάσουν τη νύχτα τους πριν κολυμπήσουν, μόλις ξημέρωνε, στο πλοίο που ήταν αραγμένο κοντά στην ακτή, με προορισμό την Παλαιστίνη.
»Η δεύτερη ανάμνησή μου, είναι από το ίδιο σπίτι κοντά στον Κόλπο της Αμμοχώστου… Ήμουν ο πρώτος που ξύπνησα εκείνο το πρωί… Άνοιξα τις μεγάλες κουρτίνες στο μπροστινό παράθυρο και ουάου! είδα δύο από τα μεγαλύτερα πλοία που είχα δει μέχρι τότε στη ζωή μου… ξύπνησα τους γονείς μου φωνάζοντας "κοιτάξτε τα μεγάλα πλοία στο λιμάνι!".
Επρόκειτο για φορτηγά πλοία που μετέφεραν μπανάνες από λιμάνι σε λιμάνι, τα οποία Εβραίοι εθελοντές από την τότε Παλαιστίνη ταξίδεψαν στην Ευρώπη και τα μετέτρεψαν, για να μεταφέρουν περίπου 7.500 επιβάτες το καθένα. Όπως περιέγραψε αργότερα ένας από τους διοικητές των πλοίων, μια εκπληκτική ομάδα εργατών έστησε 125 τουαλέτες σε κάθε πλοίο και 7.500 ξύλινες κουκέτες για να κοιμούνται οι επιβάτες στο καθένα από αυτά. Οι Βρετανοί και οι Αμερικανοί προσπάθησαν να εμποδίσουν τη μεταφορά μεταναστών με τα πλοία, αλλά αυτή γινόταν έτσι κι αλλιώς.
Οι Βρετανοί γνώριζαν για τα πλοία που έμπαιναν στη Μεσόγειο και τελικά συμφώνησαν να τους επιτρέπουν να συνεχίζουν το ταξίδι τους μέχρι το λιμάνι της Αμμοχώστου, απ’ όπου οι μετανάστες μεταφέρονταν στους κάμπους. Οι καπετάνιοι των δύο πλοίων γνώριζαν τον πατέρα μου καλά και επισκέπτονταν συχνά το σπίτι μας στη διάρκεια της αναγκαστικής παραμονής τους στην Κύπρο. Αυτές οι δύο αναμνήσεις, έφεραν μαζί δύο από τα πιο σημαντικά γεγονότα από τις μέρες των κάμπων της Κύπρου, για μένα και πολλούς άλλους από τους 53 χιλιάδες μετανάστες, που τελικά έφτασαν στην Παλαιστίνη\Ισραήλ, μετά που πέρασαν μέρος της ζωής τους σ’ αυτό το νησί».




