Με αφορμή ανακοίνωση της Επιτρόπου Διοικήσεως
Έντονη αντίδραση Σωκράτη Χάσικου κατά Ελίζας Σαββίδου, για την αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του συστήματος ασύλου της Κύπρου
Η πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου Μεταναστευτικών Διαφορών του Βελγίου, που ακύρωσε προηγούμενη απόφαση των βελγικών μεταναστευτικών Αρχών, για επιστροφή στην Κύπρο, αιτήτριας ασύλου από το Καμερούν, θύμα σωματεμπορίου, την οποία αποκαλούσαν στο νησί «μικρή νέγρα» και η σχετική προχθεσινή ανακοίνωση της Επιτρόπου Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με την οποία εκφράζει ανησυχία για την αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του συστήματος ασύλου της Κύπρου, εκ μέρους του Βελγικού Δικαστηρίου, προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Υπουργού Εσωτερικών Σωκράτη Χάσικου.
«Διαφωνούμε με εκτιμήσεις της Επιτρόπου»
Σε χθεσινή του ανακοίνωση, σε ασυνήθιστα υψηλό τόνο, ο κ. Χάσικος αναφέρει ότι «διαφωνούμε, πλήρως, με τις εκτιμήσεις της Επιτρόπου Διοικήσεως» και συνεχίζει: «Θέλω να είμαι απόλυτα σαφής και κατηγορηματικός και να υπογραμμίσω ότι, επειδή η εν λόγω αιτήτρια είχε αναφέρει κακοποίηση και προ της εισδοχής της στην Κυπριακή Δημοκρατία και παράλληλα είχε δηλώσει ότι ήταν ανήλικη, όχι μόνον εξετάσθηκε το αίτημά της από την Υπηρεσία Ασύλου και ακολούθως παραπέμφθηκε στο ιατροσυμβούλιο, αλλά μέχρι και την παράνομη αναχώρησή της από την Κύπρο, είχε τοποθετηθεί τόσο σε στέγες προστασίας ανηλίκων, όσο και θυμάτων εμπορίας προσώπων.
» Αξίζει να αναφερθεί η σχετική επισήμανση στην εντοπισθείσα περιληπτική απόφαση του Βελγικού Δικαστηρίου, προς τη βελγική υπηρεσία Ασύλου, ότι η βελγική υπηρεσία Ασύλου δεν διενέργησε τη σχετική έρευνα για τους ισχυρισμούς της αιτήτριας και δη ότι θα παραβιασθούν στην Κύπρο τα βασικά της δικαιώματα - στο άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο τονίζει στη βελγική υπηρεσία Ασύλου ότι επιβάλλεται η ανάγκη ακριβούς απεικόνισης των επικρατουσών συνθηκών στην Κύπρο, που αφορούν την υποδοχή ανηλίκων αλλά και θυμάτων εμπορίας προσώπων και όχι γενικόλογες εκτιμήσεις».
«Θεωρώ απαράδεκτο το γεγονός...»
Ο Υπουργός Εσωτερικών προσθέτει στην ανακοίνωσή του ότι «από τα πιο πάνω, φαίνεται καθαρά ότι δεν υπήρχε εύρημα δικαστηρίου για τις επικρατούσες συνθήκες στην Κύπρο. Είναι ξεκάθαρο, με βάση τις αρχές του διοικητικού δικαίου, ότι σε κάθε περίπτωση διοικητικής προσφυγής στην οποία προσβάλλεται η νομιμότητα μιας πράξης, εξετάζεται κατά πόσο πραγματοποιήθηκε η δέουσα έρευνα πριν την έκδοσή της. Η έλλειψη δέουσας έρευνας αποτελεί λόγο για ακύρωση της διοικητικής πράξης. Είναι προφανές ότι το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση της συγκεκριμένης απόφασης του Βελγικού Δικαστηρίου».
Και ο Σωκράτης Χάσικος καταλήγει ως εξής: «Θεωρώ απαράδεκτο το γεγονός ότι έχουν εξαχθεί τέτοιου είδους συμπεράσματα από αυτή την απόφαση εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, πολύ δε περισσότερο όταν αυτού του είδους τα “συμπεράσματα”, διαχέονται ή και υιοθετούνται από το Γραφείο της Επιτρόπου Διοικήσεως».
Δύο μήνες καταναγκαστικής πορνείας
Να υπενθυμίσουμε ότι στην προχθεσινή της ανακοίνωση η Επίτροπος Διοικήσεως πληροφορεί, μεταξύ άλλων, σε σχέση με την υπόθεση της νεαρής Καμερουνέζας ότι «η ενδιαφερόμενη προσέφυγε ενώπιον του Συμβουλίου Μεταναστευτικών Διαφορών του Βελγίου, υποστηρίζοντας ότι η επιστροφή της στην Κύπρο θα ισοδυναμούσε με παραβίαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Ανέφερε, ειδικότερα, ότι είχε εγκαταλείψει την Κύπρο, γιατί εκεί έτυχε μεταχείρισης ως "η μικρή νέγρα". Εξήγησε, δε, ότι το άτομο που τη μετέφερε στην Κύπρο, την εξανάγκαζε στην πορνεία και ότι, όταν μετά από δύο μήνες καταναγκαστικής πορνείας κατάφερε να διαφύγει, συνελήφθηκε από την Αστυνομία, τραυματίστηκε κατά τη σύλληψή της, δέχτηκε προσβολές στον χώρο κράτησής της και δεν μπορούσε να επικοινωνήσει επαρκώς εξαιτίας της απουσίας μεταφραστή.
Παράλληλα, δεν της δόθηκε πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη, σε ψυχολογική υποστήριξη, σε νομική συμβουλή ή σε επαφή με Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις. Βάσει των πιο πάνω, η αιτήτρια δεν είχε εμπιστοσύνη ούτε στο κυπριακό σύστημα ασύλου, ούτε στην κυπριακή αστυνομία. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της, προσκόμισε εκθέσεις Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, όπως της Διεθνούς Αμνηστίας, που αναφέρονταν σε ελλιπείς συνθήκες υποδοχής των αιτητών ασύλου, σοβαρές παραβιάσεις δικαιωμάτων των άτυπων μεταναστών και απουσία αποτελεσματικής προστασίας των θυμάτων εμπορίας προσώπων στην Κύπρο».
Η Κύπρος δεν είναι ασφαλής…
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτρόπου, «το Βελγικό Συμβούλιο, στην υπόθεση που είχε ενώπιόν του, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τόσο το περιεχόμενο των δηλώσεων της αιτήτριας, όσο και οι πληροφορίες που είχαν προσκομιστεί σε σχέση με τη γενική κατάσταση της προστασίας των αιτητών ασύλου και των θυμάτων εμπορίας προσώπων στην Κύπρο, επέβαλλαν στις βελγικές μεταναστευτικές Αρχές την ενδελεχή και επισταμένη εξέταση της υπόθεσης, κάτι που δεν έγινε.
Δεδομένου, συνεπώς, ότι δεν αποκλείστηκε, με σαφή και συγκεκριμένο τρόπο, ότι η επιστροφή της αιτήτριας στην Κύπρο δεν ενέχει κίνδυνο για απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείρισή της, το Συμβούλιο ακύρωσε την απόφαση επιστροφής. Με αυτό τον τρόπο, το Βελγικό Συμβούλιο, παρότι δεν διατύπωσε την άποψη ότι στην Κύπρο υπάρχει παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εντούτοις αποδέχτηκε ότι, από τη σκοπιά του ευρωπαϊκού δικαίου, η Κύπρος δεν τεκμαίρεται άνευ ετέρου, ασφαλής χώρα, τουλάχιστον όσον αφορά στις κατηγορίες των αιτητών ασύλου και των θυμάτων εμπορίας προσώπων».
Δεν είναι ανεκτή η εμπορία προσώπων
Στο μεταξύ, σε χαιρετισμό του χθες σε ημερίδα στην Πάφο με θέμα την εμπορία προσώπων, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης Ιωνάς Νικολάου (τον διάβασε, εκ μέρους του, ο Προϊστάμενος Μονάδας Διεθνούς Νομικής Συνεργασίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Ανδρέας Κυριακίδης), αναφέρει, μεταξύ άλλων: «Η εμπορία προσώπων είναι ένα από τα χειρότερα εγκλήματα κατά της ανθρώπινης ύπαρξης, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που δεν γνωρίζει σύνορα, φυλή, θρησκεία, ηλικία και εθνικότητα. Είμαστε αποφασισμένοι, ωστόσο, να λάβουμε όλα τα αναγκαία διοικητικά και θεσμικά μέτρα για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων όλων των ανθρώπων που διαμένουν στη χώρα μας. Η εμπορία προσώπων δεν μπορεί να γίνεται πλέον ανεκτή και στο έργο για πάταξή της η στενή συνεργασία μεταξύ των εμπλεκόμενων Υπουργείων, της Αστυνομίας και γενικότερα των Αρχών μαζί με το σύνολο των πολιτών, είναι απαραίτητη».




