Υπό την αιγίδα της Πρεσβείας της Ελλάδος
Εγκαινιάστηκε Μόνιμη Συλλογή κειμηλίων του Συνδέσμου Μικρασιατών Κύπρου, σε ειδικά διαμορφωμένη πτέρυγα του Βυζαντινού Μουσείου του Πολιτιστικού Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄


Μικρά Ασία - Κύπρος - Ελλάδα. Ενωμένες με ένα πανίσχυρο νήμα γεωγραφικής εγγύτητας, μα κυρίως κοινής καταγωγής, πολιτισμού, αδιάλειπτης επικοινωνίας και ιστορικής πορείας. Ενωμένες σε ξεσηκωμούς και αγώνες, σε επιτυχίες και χαρές, σε ήττες και καταστροφές. Η Μικρά Ασία, από τους προϊστορικούς χρόνους, υπήρξε σταυροδρόμι πολιτισμών και σημείο συνάντησης μεταναστευτικών φυλών, που μετακινούνταν από την Ανατολή προς τη Δύση ή και αντίστροφα. Από τον 9ο έως τον 6ο αι. π.Χ., τα ελληνικά φύλα των Ιώνων, Αιολών και Δωριέων έφθασαν σε επάλληλα μεταναστευτικά κύματα και αποίκισαν τη Μικρά Ασία, δημιουργώντας πόλεις-κράτη και αναπτύσσοντας ένα λαμπρό πολιτισμό, με γνωστότερη την ιωνική προσωκρατική φιλοσοφία. Η Κύπρος, «μία πέτρα εις την θάλασσαν» κατά την περιγραφή του Λεόντιου Μαχαιρά, αποτέλεσε ένα πανάρχαιο σταυροδρόμι γόνιμης συνάντησης φυλών και πολιτισμών στην Ανατολική Μεσόγειο, με δεδομένη την ελληνική πληθυσμιακή και πολιτισμική επικράτηση από τον 13ο αι. π.Χ., αφότου άρχισαν να καταφθάνουν σε επάλληλα ρεύματα οι Αρκάδες άποικοι από την Πελοπόννησο.

Στις 2 Οκτωβρίου τελέστηκαν τα εγκαίνια της Μόνιμης Συλλογής κειμηλίων του Συνδέσμου Μικρασιατών Κύπρου σε ειδικά διαμορφωμένη πτέρυγα του Βυζαντινού Μουσείου, του Πολιτιστικού Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, υπό την αιγίδα της Πρεσβείας της Ελλάδος. Ο χώρος αποτελεί μία φιλόξενη στέγη για κειμήλια Ελλήνων προσφύγων της Μικράς Ασίας, που εγκαταστάθηκαν και δημιούργησαν στην Κύπρο, όσων κατόρθωσαν να διαφύγουν από τις γενοκτονικές διώξεις, κυρίως μετά την κατάρρευση του μετώπου του ελληνικού στρατού το 1922. Μάλλον δεν είναι τυχαίο ότι αυτήν την ημέρα η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη των μαρτύρων Κυπριανού και Ιουστίνης, αμφότεροι με καταγωγή την Αντιόχεια, πρωτεύουσα της μικρασιατικής Πισιδίας.

Η ιστορική τεκμηρίωση και μελέτη της άφιξης και προσαρμογής των μικρασιατών προσφύγων στην Κύπρο, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι., μίας εν πολλοίς άγνωστης πτυχής της νεότερης κυπριακής ιστορίας, αν και αναπόσπαστου μέρους της πορείας όλου του Ελληνισμού, είναι ο κύριος στόχος του Συνδέσμου Μικρασιατών Κύπρου. Ιδρύθηκε το 2010, με Πρόεδρο τη φιλόλογο και λογοτέχνιδα Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου (έδρα: Λεμεσός, e-mail επικοινωνίας: [email protected], Έφη Βαρναβίδου). Τα προσεχή εγκαίνια της Μόνιμης Συλλογής διασωθέντων κειμηλίων του Μικρασιατικού Ελληνισμού - που έχουν συγκεντρωθεί και καταλογογραφηθεί χάρη στις άοκνες και γενναιόδωρες προσπάθειες της Προέδρου και πολλών μελών του Συνδέσμου, όπως και του διευθυντή του Βυζαντινού Μουσείου Ιωάννη Ηλιάδη - σηματοδοτούν την έναρξη λειτουργίας ενός σταθερού χώρου προβολής των πανάρχαιων δεσμών Κύπρου και Μικράς Ασίας, προώθησης της ιστορικής έρευνας και φιλοξενίας σχετικών εκδηλώσεων.

Οι πρόσφυγες ενίσχυσαν με τον φιλοπρόοδο χαρακτήρα, την προηγμένη τεχνογνωσία και την καινοτόμα διάθεση την κυπριακή κοινωνική, πολιτική, οικονομική και πολιτιστική ζωή. Μετέφεραν μία πλούσια προφορική παράδοση, τη μουσική και τα τραγούδια, το γλωσσικό ιδίωμα, ήθη και έθιμα, γαστρονομία και τεχνογνωσία. Σε υλικό επίπεδο, κατόρθωσαν να διασώσουν και να κουβαλήσουν μαζί τους φωτογραφίες και έγγραφα, καραμανλίδικα βιβλία, ιερά κείμενα, εικόνες Αγίων, κοσμήματα, στολές, κεντήματα, έπιπλα, χαλιά και άλλα περιουσιακά στοιχεία, δείγματα των οποίων θα εκτίθενται πλέον μόνιμα στο Βυζαντινό Μουσείο. Είχε προηγηθεί η έκθεση μικρασιατικών κειμηλίων (12.12.2012-31.3.2013), που συνοδεύτηκε από καλαίσθητο λεύκωμα με τίτλο «90 χρόνια Μικρασίας… Κειμήλια, έγγραφα και έργα τέχνης των προσφύγων από τη Μικρά Ασία στην Κύπρο» (εκδ. Σύνδεσμος Μικρασιατών Κύπρου, 2012). Σημειώνεται πως το Βυζαντινό Μουσείο ιδρύθηκε το 1982 κι αποτελεί ένα σημαντικό αξιοθέατο για τους κατοίκους και τους ξένους επισκέπτες της Μεγαλονήσου.

Ταξίδι στον χρόνο του κυπριακού Ελληνισμού
ΟΙ επισκέπτες μπορούν να ταξιδέψουν στα τελευταία 1.500 χρόνια ιστορίας του κυπριακού Ελληνισμού, μέσα από την τέχνη της παλαιοχριστιανικής περιόδου (4ος αι.-649 μ.Χ.), την περίοδο των αραβικών επιδρομών (649 - 965 μ.Χ.), της Μέσης Βυζαντινής περιόδου (965 - 1191 μ.Χ.), της Φραγκοκρατίας (1191 - 1489 μ.Χ.), της Βενετοκρατίας (1489 - 1571 μ.Χ.) και της Τουρκοκρατίας (1571 -1878 μ.Χ.). Ένα σημαντικό επίτευγμα, κατά τη γνώμη μου, με την εγκαινίαση και τον συνεχή εμπλουτισμό της Μόνιμης Συλλογής μικρασιατικών εκθεμάτων στο Μουσείο, είναι η χωροχρονική γέφυρα που ανεγείρεται μεταξύ περιοχών και ιστορικών περιόδων, όπου δημιούργησε, άνθισε, υπέφερε, πληγώθηκε, αποδεκατίστηκε, επιβίωσε και συνέχισε να αγωνίζεται ο Ελληνισμός. Αξιέπαινη η προσπάθεια, καθώς θεωρώ πως η συλλογική ιστορική μνήμη δεν θα πρέπει να λειτουργεί ως ανούσια συρραφή και αναμάσηση νεκρών αναμνήσεων θρήνου ή θριάμβου, που μεταφέρονται στην προφορική παράδοση, τον γραπτό λόγο και την Τέχνη, παρά ως μία ενεργή και συνεχής διαδικασία δημιουργίας νοημάτων στο παρόν και στο μέλλον.

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΛΑΜΠΡΟΥ
Δρ σε θέματα Πολιτιστικής Πολιτικής, Διαχείρισης και Επικοινωνίας, Σύμβουλος Επικοινωνίας Α΄ στην Πρεσβεία της Ελλάδος στην Κύπρο