Η ίδρυση του Εθνογραφικού Μουσείου Πάφου
Ο Γιώργος Ηλιάδης, με τα λίγα οικονομικά μέσα που διέθετε, κατάφερε να το ιδρύσει το 1958, εμπλουτισμένο με όλα τα είδη λαϊκής τέχνης
ΤΟ ΚΤΙΡΙΟ είναι πετρόκτιστο και αποτελείται από δύο πατώματα, ενώ η αρχιτεκτονική τεχνοτροπία της οικοδομής ανήκει στην κατηγορία «της αστικής αρχιτεκτονικής»
ΛΕΖΑΝΤΑ
ΚΑΘΕ γωνιά του μουσείου φιλοξενεί δεκάδες αντικείμενα, με τρόπο που ο επισκέπτης να παίρνει μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα, όχι μόνο από τη ζωή αλλά και τη παράδοση της Κύπρου.
Από το καλοκαίρι του 1939 ο μακαριστός Γιώργος Ηλιάδης άρχισε το μάζεμα του υλικού, που θα αποτελούσε τον πυρήνα για τη δημιουργία μιας ιδιωτικής συλλογής, που αρχικά πήρε το όνομα Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και αργότερα, όταν είχαν εμπλουτιστεί οι συλλογές, μετονομάστηκε σε Εθνογραφικό Μουσείο, καλύπτοντας όλες τις φάσεις του πολιτισμού μας, τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις, με μια λέξη τις ρίζες μας.
Το 1958 ανοίγει το μουσείο για το κοινό. Το κτίριο στο οποίο στεγάζονται οι συλλογές χτίστηκε στα 1894 από τους δύο αδελφούς Ευθύβουλο και Ευρυβιάδη Ιωάννη Αντωνιάδη, που ήσαν έμποροι(πατέρας και θείος της συζύγου του Γιώργου Ηλιάδη Χρύσως). Αυτοί σχεδίασαν και τον αρχιτεκτονικό τύπο του σπιτιού. Στη σιδερένια καγκελόπορτα, η οποία με το κιγκλίδωμα είναι οκτώ χρόνια μεταγενέστερη, διαβάζει ο επισκέπτης τα αρχικά των δύο αδελφών και ιδρυτών του σπιτιού Ε.Ι.Α. 1902. Τα αρχικά των ονομάτων και η χρονολογία επαναλαμβάνονται σε όλο το κιγκλίδωμα.
Η κύρια πρόσοψη του σπιτιού καλύπτεται από τρεις καμάρες, που έχουν το σχήμα της παραλλαγής του «style gothique», γοτθικού τόξου και σχηματίζουν μια σκεπασμένη στενόμακρη βεράντα.
Το κτίριο είναι πετρόκτιστο και αποτελείται από δύο πατώματα. Η αρχιτεκτονική τεχνοτροπία της οικοδομής ανήκει στην κατηγορία «της αστικής αρχιτεκτονικής». Το πάνω πάτωμα αποτελείται από πέντε δωμάτια και έναν ηλιακό. Το ένα δωμάτιο είναι η μεγάλη βιβλιοθήκη του μ. Γιώργου Ηλιάδη.
Πολλοί καθηγητές και επιστήμονες καθώς και φοιτητές έρχονται να δουν τη βιβλιογραφία. Το άλλο δωμάτιο είναι η βικτωριανή εποχή. Στον μεγάλο ηλιακό είναι σεντούκια (κασέλες), ξυλόγλυπτη σουβάντζα και πολύχρωμα βενετσιάνικα πιάτα και μερρέχες (ροδοσταγμιές).
Υπάρχουν αμφορείς και μια σπάνια συλλογή νομισμάτων, μια βιτρίνα με κοσμήματα 200-300 χρόνων, καθώς και μια βιτρίνα με νεολιθικές αξίνες και μια συλλογή από προϊστορικά εργαλεία, που ανάγονται στην περίοδο των Ίνκας και προέρχονται από την Αμερική. Ακόμη μια βιτρίνα κοσμεί το πάνω πάτωμα με γεωμετρικά αγγεία της 7ης χιλιετηρίδας π.Χ., το κεφάλι του Απόλλωνα κλασική περίοδος και τερακότες. Διάφορα άλλα εκθέματα διακοσμούν τον πάνω όροφο, όπως βενετσιάνικοι καθρέφτες, ένας αυτοκρατορικός καθρέφτης του 1879, λάμπες και διάφορες αντίκες.
Κατεβαίνοντας τη σκάλα που οδηγεί στο κάτω πάτωμα, ο επισκέπτης θα δει ένα εντοιχισμένο οικόσημο τον δικέφαλο αετό, σύμβολο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Προχωρώντας θα διαβάσει την επιγραφή σε χαλικόστρωτο «ΧΑΙΡΕ» και μπορεί να αρχίσει την περιήγηση του Μουσείου που αποτελείται από πέντε μεγάλα δωμάτια, ένα χαλικόστρωτο διάδρομο σε σχήμα σταυρού με την επιγραφή «ΕΠΑΓΑΘΩ» και την πλακόστρωτη αυλή. Πάνω από κάθε πόρτα υπάρχουν εντοιχισμένα πιάτα σε σχήμα σταυρού για το καλό γούρι. Το υπνοδωμάτιο με τις τοπικές ενδυμασίες, κεντήματα κ.λπ.
Το χωριάτικο δωμάτιο με τον αργαλειό (βούφα), σιδεροδούλαππο, οι ανέμες, τα σύνεργα του βοσκού. Τα κόσκινα, η καλαθοπλεκτική και άλλα πολλά είδη της καθημερινότητας της ζωής της υπαίθρου. Ένας χαλικόστρωτος διάδρομος σε σχήμα σταυρού με χειρόμυλους, δύο αμάξια, οι δουκάνες, τα άροτρα, οι ζυγοί, τα δρεπάνια και άλλα γεωργικά εργαλεία. Το δωμάτιο της κεραμικής με αγγεία από Βαρώσι, Λάπηθο, Φοινί και Κόρνο. Το δωμάτιο της Χαλκολιθικής περιόδου, 3η χιλιετηρίδα π.Χ. με αξίνες προϊστορικές, γουδιά και γουδοχέρια και απολιθώματα εκατομμυρίων χρόνων. Το πλυσταριό και οι φούρνοι.
Μια μεγάλη πλακόστρωτη αυλή με τον ελαιόμυλο. Υπάρχει αυθεντικός τάφος στην αυλή, ελληνιστικής περιόδου 3ος π.Χ. αιώνας, κάτι που εντυπωσιάζει τους επισκέπτες. Ένα παρεκκλήσι με εικονίσματα (λαξευμένη σπηλιά) που χρησιμοποιείτο σαν ασκητήριο για τους χριστιανούς τον 2ο αιώνα μ.Χ. Στην αυλή υπάρχουν πιθάρια και άλλα αντικείμενα που προσδίδουν το τοπικό χρώμα.
Ένα άλλο σημείο που πρέπει να τονίσουμε είναι η διάταξη και τοποθέτηση των αντικειμένων, που τα χαρακτηρίζει η συμμετρία και η αρμονία. Ο Γιώργος Ηλιάδης, με τα λίγα οικονομικά μέσα που διέθετε, κατάφερε να δώσει ένα ζωντανό μουσείο, εμπλουτισμένο με όλα τα είδη λαϊκής τέχνης. Κάθε γωνιά του μουσείου φιλοξενεί δεκάδες αντικείμενα, με τρόπο που ο επισκέπτης να παίρνει μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα, όχι μόνο από τη ζωή αλλά και τη παράδοση της Κύπρου.
Για το Εθνογραφικό Μουσείο γίνεται εύφημη μνεία στον ημερήσιο Τύπο, σε περιοδικά ντόπια και ξένα. Σε αρκετούς οδηγούς τουριστικούς δικούς μας και ξένους -κυρίως ξενόγλωσσου γίνεται εκτενής περιγραφή των συλλογών. Επισκέπτες περιωπής, διεθνούς φήμης, προσωπικότητες, όπως ο έκπτωτος αείμνηστος τέως Βασιλιάς της Ιταλίας Ουμπέρτο, Πρωθυπουργοί και Υπουργοί διαφόρων χωρών, ακαδημαϊκοί, καθηγητές πανεπιστημίων, Πατριάρχες, Αρχιεπίσκοποι, Μητροπολίτες, διπλωμάτες, στρατηγοί και αξιωματικοί, συγγραφείς, άνθρωποι του πνεύματος, των Καλών Τεχνών και του θεάτρου, καλλιτέχνες, λογοτέχνες, δημοσιογράφοι, καθηγητές, φοιτητές, άνθρωποι διαφόρων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων έρχονται για να μυηθούν στο πνεύμα του λαϊκού πολιτισμού μας,
Η προσωπικότητα του Γιώργου Ηλιάδη είναι στενότατα συνυφασμένη με την όλη λειτουργία του μουσείου. Ο μακαριστός Ηλιάδης ήταν λάτρης της Τέχνης, της κουλτούρας, του λαϊκού πολιτισμού. Με το έργο του ανύψωσε τον πολιτισμό μας. Το έργο του μ.Ηλιάδη θα αποβεί ανεκτίμητη πληροφοριακή πηγή για τις επερχόμενες γενιές. Ο Ηλιάδης αγκάλιασε το αρχαίο και νέο πνεύμα σε όλο του το μεγαλείο.
Το μουσείο αυτό τώρα συντηρείται από δύο ανθρώπους, την Χρύσω Γ. Ηλιάδου, σύζυγο του μ. Γιώργου Ηλιάδη και την κόρη της Φρύνη Γ. Ηλιάδη.
Ο Γιώργος Ηλιάδης
Ο ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΣ φιλόλογος, συγγραφέας και ερευνητής Γιώργος Σ. Ηλιάδης γεννήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 1912 στην Πάφο. Εκεί πήρε την πρώτη του μόρφωση και συνέχισε αργότερα με πανεπιστημιακές σπουδές στη Φιλολογία και τη Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Το 1943 άρχισε την καριέρα του ως καθηγητής σε διάφορα Γυμνάσια της Κύπρου. Το 1968 έγινε Γυμνασιάρχης. Κατά την εκπαιδευτική του δράση ανέπτυξε μια πλούσια πολιτιστική δράση, που τον καθιέρωσε στη συνείδηση των ανθρώπων της Πάφου και του τόπου, σαν τον κατ’ εξοχήν ερευνητή, μελετητή και εκφραστή της όποιας ιστορικής, αρχαιολογικής και πολιτιστικής παράδοσης της Πάφου.
Από το 1950 γίνεται επίτιμος έφορος του Επαρχιακού Αρχαιολογικού Μουσείου της Πάφου και το 1954, με μία τρίμηνη υποτροφία του Βρετανικού Συμβουλίου, επισκέπτεται μουσεία, πινακοθήκες και αρχαιολογικούς χώρους στην Αγγλία, Σκοτία και Ιρλανδία.
Το 1959 εκλέγεται μέλος της «Διεθνούς Ένωσης Κλασσικής Αρχαιολογίας» που εδρεύει στη Ρώμη. Είναι επίσης μέλος της «Διεθνούς Ένωσης Προϊστορικών και Πρωτο-ιστορικών Επιστημών».
Πήρε μέρος σε πολλές ανασκαφές στην Πάφο και συνεργάστηκε με διάφορες αρχαιολογικές αποστολές, που ήρθαν από το εξωτερικό για ανασκαφές στην Κύπρο. Από τις χώρες προέλευσης των αποστολών αυτών τιμήθηκε με ξεχωριστές διακρίσεις. Από το 1950 μέχρι το 1955 υπηρετεί σαν Πρόεδρος του Φ.Π.Ο.Π. Με αυτήν την ιδιότητα ίδρυσε τη Νυκτερινή Σχολή Κτήματος 1951-52 και το Ινστιτούτο Ανωτέρας Λαϊκής Μόρφωσης.
Στα ίδια χρόνια πρωτοστάτησε στη διοργάνωση και αναβίωση πολλών πολιτιστικών εκδηλώσεων. Από το 1950 ίδρυσε το ιδιωτικό Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Πάφου - που από το 1958 είναι ανοικτό για το κοινό - και από το 1972 μετονομάστηκε σε Εθνογραφικό Ηλιάδειον Μουσείο.
Το συγγραφικό του έργο - εκτός από τον τόμο «Μελέτες και Άρθρα» που εκδόθηκε το 1970 και περιέχει δημοσιεύματά του σε εφημερίδες και περιοδικά για θέματα λαογραφίας, τέχνης και πολιτισμού του τόπου, περιλαμβάνει επιπλέον τη «Μεθοδολογία της Ιστορίας και τα προβλήματά της ως ιστορικής επιστήμης» το 1974, τον αρχαιολογικό οδηγό «Ο Οίκος του Διονύσου» το 1979, που μεταφράστηκε στα Αγγλικά, Γερμανικά, Ιταλικά και Ρωσικά, καθώς και τον Οδηγό του Εθνογραφικού Μουσείου το 1987, που μεταφράστηκε στα Αγγλικά και Γερμανικά. Το 1981 εκδίδει τον τόμο «Ο Παλαμάς και η Πάφος», η «Ελληνολατρία στην Παλαμική ποίηση».




