Πολλές γυναίκες δεν καταγγέλλουν διακρίσεις σε βάρος τους
Σεξουαλική παρενόχληση και εγκυμοσύνη-τοκετό, αφορούν τα περισσότερα παράπονα έμφυλων διακρίσεων


Οι συχνότερες έμφυλες διακρίσεις στην εργασία, όπως τουλάχιστον φαίνεται σε σχετικό πίνακα παραπόνων που υποβλήθηκαν κυρίως από γυναίκες θύματα, την τριετία 2011-2013, στην Επίτροπο Διοικήσεως ως Αρχή Ισότητας και στο Τμήμα Εργασίας, αφορούν εγκυμοσύνη-τοκετό (172 παράπονα) και σεξουαλική παρενόχληση (58 παράπονα). Πρόκειται για γυναίκες που απολύονται παράνομα από την εργασία τους στον ιδιωτικό τομέα, είτε γιατί είναι έγκυοι είτε γιατί πήραν άδεια μητρότητας, ή για γυναίκες που υφίστανται τον εφιάλτη της σεξουαλικής παρενόχλησης, συνήθως από προϊσταμένους και εργοδότες τους. Όμως, πολύ περισσότερα θύματα διακρίσεων και βίας, όπως η σεξουαλική παρενόχληση, δεν καταγγέλλουν τις διακρίσεις σε βάρος τους και τις υπομένουν σιωπηλά. («Η σεξουαλική παρενόχληση αποτελεί κατ’ ουσίαν έμφυλη βία», όπως είπε η Επίτροπος Διοίκησης και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Ελίζα Σαββίδου, σε παρέμβασή της στην εκδήλωση του Παρατηρητηρίου Ισότητας Κύπρου, στη Λευκωσία, στις 16 τρέχοντος).

Απολύσεις λόγω φύλου
Όπως σχολίασε στη «Σ» η Άννα Πηλαβάκη, Επιστημονική Συνεργάτιδα της Επιτροπής Ισότητας των Φύλων στην Απασχόληση και την Επαγγελματική Εκπαίδευση, με βάση τον πίνακα αυτό, παρατηρείται μείωση στη λήψη παραπόνων από την Αρχή Ισότητας, εκτός από το 2012, οπότε υπάρχουν καταγγελίες από 4 άντρες, για διακρίσεις λόγω του φύλου τους. Αντίθετα, στο Τμήμα Εργασίας υπάρχει αυξητική τάση στις απολύσεις λόγω εγκυμοσύνης, μητρότητας, γαλουχίας και σεξουαλικής παρενόχλησης για το διάστημα των τριών αυτών χρόνων.

Η κ. Πηλαβάκη μάς ανέφερε ότι συνεχίστηκε η ίδια τάση μέσα στο 2014, οπότε η Επιτροπή, που έχει συμβουλευτικό ρόλο και μέλη της είναι οι κυριότερες συνδικαλιστικές και εργοδοτικές οργανώσεις, όπως
και τα Υπουργεία Εργασίας, Οικονομικών και Δικαιοσύνης, δέχτηκε μόνο 4 παράπονα για απόλυση λόγω μητρότητας. Είπε ότι η Επιτροπή προσφέρει νομική αρωγή στις τέσσερις κοπέλες, οι υποθέσεις των οποίων
βρίσκονται για εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Στο διάστημα αυτό, καταγγελίες για διακρίσεις στον χώρο εργασίας δέχτηκε και το Τμήμα Εργασίας.

Τα περιστατικά, περισσότερα από τα παράπονα
Σύμφωνα με την Άννα Πηλαβάκη, αρκετές γυναίκες που απολύονται λόγω εγκυμοσύνης δεν προχωρούν σε επίσημη καταγγελία, ενόψει της μικρής αποζημίωσης που θεωρούν ότι θα επιδικάσει το Δικαστήριο. «Κάθε μέρα παίρνουμε πολλά τηλεφωνήματα και παράπονα για παράνομες απολύσεις, εγκύων, ή γυναικών που πήραν άδεια μητρότητας, αλλά αρκετά θύματα δεν θέλουν να υποβάλουν επίσημη καταγγελία στην Επιτροπή», μας είπε η κ. Πηλαβάκη. «Αυτό συμβαίνει πολύ περισσότερο στις περιπτώσεις σεξουαλικής παρενόχλησης,

όπου τα πραγματικά περιστατικά, με βάση και τα τηλεφωνήματα που δεχόμαστε, είναι πολύ περισσότερα από τα παράπονα που έχουν καταγραφεί», πρόσθεσε. «Εδώ υπάρχει μεγάλο πρόβλημα ότι οι γυναίκες θύματα δεν υποβάλλουν επίσημη καταγγελία, από τον φόβο της απώλειας της εργασίας τους, ή της κοινωνικής έκθεσης σε κουτσομπολιά και σχόλια στον περίγυρό τους. Υπάρχουν και αρκετές περιπτώσεις που εργαζόμενες κοπέλες παραιτήθηκαν από τη δουλειά τους λόγω σεξουαλικής παρενόχλησης, χωρίς να καταγγείλουν τον δράστη, επειδή θεώρησαν αδύνατη την τεκμηρίωση της βίας σε βάρος τους - πρόκειται για περιπτώσεις που οι κοπέλες εργάζονταν μόνες με τον εργοδότη τους, χωρίς άλλο προσωπικό και συνεπώς δεν υπάρχει τρίτη μαρτυρία για ενίσχυση ενδεχόμενης καταγγελίας τους».

Η «δυσχέρεια» του θύματος «να ακουστεί»
Σημειώνουμε ότι στην πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, να καταδικάσει την Κυπριακή Δημοκρατία ως εργοδότη νεαρής νοσηλεύτριας, θύματος σεξουαλικής παρενόχλησης από τον προϊστάμενό της, στον χώρο εργασίας της, στο χειρουργείο κρατικού νοσοκομείου, γίνεται επίκληση μελέτης του ελληνικού Κέντρου Ερευνών για θέματα Ισότητας, περί της σεξουαλικής παρενόχλησης στην εργασία, όπου αναφέρονται και τα εξής: «Η ενδεχόμενη γνωστοποίηση της σεξουαλικής παρενόχλησης στο εργασιακό και κοινωνικό περιβάλλον επιδρά ανασταλτικά σε κάποια δυναμική αντίδραση του θύματος. Υπάρχουν
θύματα που θα ήθελαν να καταγγείλουν αυτό που τους συνέβη, αλλά η αβεβαιότητα για τον τρόπο αντιμετώπισής τους από το κοινωνικό περιβάλλον (συνάδελφοι, φίλοι, οικογένεια), όπως και η αντιμετώπισή τους από τις αστυνομικές και δικαστικές Αρχές, στέκεται εμπόδιο στην απόφασή τους αυτή.

Η αντιμετώπιση της γυναίκας-θύματος είναι δυσμενέστερη από τον άνδρα και είναι πολύ εύκολο να κατηγορηθεί ότι έκανε την καταγγελία για προσωπικούς ή εκδικητικούς λόγους απέναντι στον εργοδότη, τον προϊστάμενο, τον συνάδελφο. Όπως είναι το ίδιο εύκολο να ειπωθεί ότι “προκάλεσε” η ίδια, με κάποιους τρόπους, τη σεξουαλική παρενόχληση. Αντιμετωπίζεται με δυσπιστία τόσο από το οικογενειακό τους περιβάλλον, όσο και από το σύστημα απονομής ποινικής δικαιοσύνης, κάτι που ίσως έχει σχέση με την έλλειψη εκπαίδευσης και ευαισθητοποίησης σε θέματα κακοποίησης των γυναικών. Κατά την άποψη του καθηγητή Ιάκ. Φαρσεδάκη: “Εκείνο που χαρακτηρίζει τη γυναίκα θύμα, είναι η σιωπή της εξαιτίας του φόβου της για τις ουσιαστικές σε βάρος της συνέπειες της όλης ποινικής διαδικασίας, αλλά και η δυσχέρειά της να ακουστεί όταν αποφασίσει να μιλήσει”».

Εφιάλτης η Κύπρος για τη «μικρή νέγρα»
Την ανησυχία της εκφράζει η Επίτροπος Διοικήσεως Ελίζα Σαββίδου στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της ως Εθνική Ανεξάρτητη Αρχή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για την εικόνα της Κύπρου διεθνώς, όπως αυτή προκύπτει από πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου Μεταναστευτικών Διαφορών του Βελγίου, που ακύρωσε προηγούμενη απόφαση των βελγικών μεταναστευτικών Αρχών, για επιστροφή στην Κύπρο, αιτήτριας ασύλου από το Καμερούν.

Όπως αναφέρεται σε ανακοίνωσή της Αρχής, η αιτήτρια είχε φτάσει στο Βέλγιο τον Δεκέμβριο του 2013 και υπέβαλε αίτημα ασύλου. Οι βελγικές Αρχές εφάρμοσαν τον Κανονισμό Δουβλίνο ΙΙ και αποφάσισαν να την προωθήσουν πίσω στην Κύπρο, αφού είχε ήδη υποβάλλει αντίστοιχο αίτημα στην Κύπρο.

Η ενδιαφερόμενη προσέφυγε ενώπιον του Συμβουλίου υποστηρίζοντας ότι η επιστροφή της στην Κύπρο θα ισοδυναμούσε με παραβίαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Σύμφωνα με την αιτήτρια, «είχε εγκαταλείψει την Κύπρο γιατί εκεί έτυχε μεταχείρισης ως “η μικρή νέγρα”». Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι «το άτομο που την μετέφερε στην Κύπρο την εξανάγκαζε στην πορνεία και ότι, όταν μετά από δύο μήνες καταναγκαστικής πορνείας κατάφερε να διαφύγει, συνελήφθη από την Αστυνομία, τραυματίστηκε κατά τη σύλληψή της, δέχτηκε προσβολές στον χώρο κράτησής της και δεν μπορούσε να επικοινωνήσει επαρκώς εξαιτίας της απουσίας μεταφραστή».

Δεδομένου ότι «δεν αποκλείστηκε, με σαφή και συγκεκριμένο τρόπο, ότι η επιενέχει κίνδυνο για απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείρισή της, το Συμβούλιο ακύρωσε την απόφαση επιστροφής». Η θέση αυτή, σύμφωνα με την κ. Σαββίδου, «είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, αφού ενώ η ανταπόκριση της Κύπρου προς διεθνείς και ευρωπαϊκές της υποχρεώσεις θα έπρεπε να θεωρείται αυταπόδεικτη και δεδομένη, πλέον τίθεται υπό αμφισβήτηση».

«Οι συνέπειες, δε, θα είναι ακόμα πιο σοβαρές αν επικρατήσει η εικόνα, ότι, σύμφωνα και με την ορολογία του Δουβλίνου ΙΙΙ, στην Κύπρο παρατηρούνται “συστημικές ελλείψεις στη διαδικασία ασύλου και στις συνθήκες υποδοχής, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης”», προστίθεται.

Η κ. Σαββίδου θεωρεί «απαραίτητο οι αρμόδιες πολιτειακές Αρχές να προβληματιστούν από την πρόσφατη απόφαση του βελγικού δικαστηρίου και να επιδιώξουν τη βελτίωση και ενίσχυση των διαδικασιών που εφαρμόζονται για προστασία των αιτητών ασύλου και των θυμάτων εμπορίας προσώπων».