Μια ενδιαφέρουσα συζήτηση στην κοινοβουλευτική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Μετά από επτά χρόνια λειτουργίας του, από το 2007, το κυβερνητικό καταφύγιο για αναγνωρισμένα θύματα εμπορίας προσώπων, που είναι υπό την ευθύνη των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, δεν διαθέτει ακόμα εσωτερικούς κανονισμούς λειτουργίας, ενώ οι γυναίκες θύματα, που κατά καιρούς φιλοξενεί, το θεωρούν φυλακή και συνήθως φεύγουν, πριν καταθέσουν ως μάρτυρες κατηγορίας σε δίκες σωματεμπόρων, αναφέρθηκε χθες, σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση στην κοινοβουλευτική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Η συζήτηση αφορούσε τα πιθανά λειτουργικά προβλήματα στο κυβερνητικό καταφύγιο, μετά από πρόταση της βουλευτού της ΕΔΕΚ Ρούλας Μαυρονικόλα, αλλά επεκτάθηκε σε όλες τις πτυχές του εγκλήματος της σωματεμπορίας στην Κύπρο και ανέδειξε ευρύτερα προβλήματα, όπως η απουσία συντονισμού για το θέμα αυτό μεταξύ αρμόδιων κυβερνητικών τμημάτων, αλλά και μεταξύ αυτών και των μη κυβερνητικών οργανώσεων.

Η μάχη κατά των σωματεμπόρων
Να αναφέρουμε πάντως ότι σύμφωνα με την εκπρόσωπο των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας Χαρά Ταπανίδου, η οριστικοποίηση των εσωτερικών κανονισμών λειτουργίας του κρατικού καταφυγίου θα γίνει μέχρι το τέλος του 2014.

Καθοριστική ήταν η παρουσία στη συνεδρία της επικεφαλής του Γραφείου της Αστυνομίας για την Καταπολέμηση της Εμπορίας Προσώπων, Υπαστυνόμου Ρίτας Σούπερμαν, που έδωσε αριθμούς, αλλά και αποκάλυψε μέρος της σκληρής πραγματικότητας της μάχης που δίνεται καθημερινά εναντίον των σωματεμπόρων και για προστασία των αλλοδαπών γυναικών, θυμάτων τους. Είπε ότι μέσα στο 2014 μέχρι στιγμής, έχουν αναγνωριστεί 35 θύματα εμπορίας, από τα οποία 16 θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης, 14 θύματα εργασιακής εκμετάλλευσης και 5 θύματα μέσω εικονικών γάμων.

Πρόσθεσε ότι μέχρι σήμερα, για το 2014 έχουν διερευνηθεί 22 υποθέσεις και διέμειναν 14 θύματα στο καταφύγιο. Αναφέρθηκε στα προβλήματα αναγνώρισης των θυμάτων από το Γραφείο της και τόνισε ότι «σίγουρα υπάρχουν πάρα πολλά θύματα που δεν αναγνωρίζονται - κι αυτό συνδέεται με την αλλαγή του φαινομένου της εμπορίας. Σήμερα η εμπορία παρουσιάζεται με νέες μορφές και νέες τάσεις, αφού δεν υπάρχουν τα προηγούμενα φαινόμενα βίας και ξυλοδαρμών θυμάτων. Σήμερα γίνεται περισσότερο πλύση εγκεφάλου στα θύματα και οικονομική τους εκμετάλλευση, οπότε είναι πολύ δύσκολη η αναγνώριση, γιατί τα ίδια τα θύματα δεν αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους ως θύματα(!)».

Η εμπιστοσύνη και η αναγνώριση
Η Ρίτα Σούπερμαν ανέφερε ότι «το μεγαλύτερο ποσοστό των θυμάτων δεν έρχονται από μόνα τους στην Αστυνομία και στις κρατικές Αρχές να δηλώσουν ότι είναι θύματα εμπορίας και να ζητήσουν βοήθεια - νιώθουν φόβο, δεν έχουν εμπιστοσύνη στις Αρχές, δεν τηλεφωνούν για να ζητήσουν βοήθεια. Συνήθως αυτό γίνεται μέσω άλλων προσώπων και μη κυβερνητικών οργανισμών. Μην ξεχνάτε ότι συνήθως δεν έχουν εμπιστοσύνη ούτε στις Αρχές των χωρών τους, οπότε δεν είναι εύκολο να έχουν εμπιστοσύνη στις Αρχές μιας ξένης χώρας. Ωστόσο εμείς κάνουμε συνεντεύξεις, πριν από την αναγνώριση. Δεν υπάρχει καθορισμένος αριθμός, γίνονται ανάλογα με το πρόσωπο, κατά πόσο μπορεί να συνεργαστεί, πόσο εμπιστεύεται τις Αρχές, οπότε κτίζουμε σιγά-σιγά μια σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ μας, για να προβούμε μετά στην αναγνώριση».

Η Υπαστυνόμος Σούπερμαν είπε ότι «στο κυβερνητικό καταφύγιο στέλνονται όχι μόνο τα αναγνωρισμένα θύματα, αλλά και τα πιθανά θύματα, γιατί η αναγνώριση είναι μια διαδικασία που παίρνει χρόνο. Δεν γίνεται απέλαση θυμάτων, τουλάχιστον αυτών που έρχονται σε επαφή με το Γραφείο Καταπολέμησης της Εμπορίας Προσώπων και θεωρούνται πιθανά θύματα ή αναγνωρίζονται ως θύματα».

Έλλειψη χρόνου, προσωπικού, χρημάτων…
Απαντώντας σε ερωτήσεις βουλευτών, η Ρίτα Σούπερμαν ανέφερε ότι «οι έφοδοι σε διάφορα υποστατικά δεν είναι ο μόνος τρόπος για να φτάσουμε στα πιθανά θύματα ή για να αναγνωρίσουμε θύματα. Ναι, τολμώ να πω ότι είναι μειωμένος ο αριθμός των αστυνομικών εφόδων και των επιχειρήσεων (μετά από πληροφορίες), για πολλούς λόγους και γι' άλλα προβλήματα που έχει η Αστυνομία». Μετά από επιμονή βουλευτών, για τους «λόγους» αυτούς, απάντησε ότι «δεν υπάρχουν μέσα, προσωπικό, χρόνος, χρήματα…είναι πολύ δύσκολο με τη δομή και τα μέσα που υπάρχουν σήμερα, να φτάσουμε σε ένα πολύ καλό αποτέλεσμα για το θέμα αυτό. Δεν είναι εύκολο θέμα να μπεις σε ένα υποστατικό, να πάρεις τα τεκμήριά σου και να φύγεις. Χρειάζεται προετοιμασία και προεργασία, χρήματα και πολλά άλλα μέτρα, για να στοιχειοθετήσουμε υπόθεση».

«Εκτός από το να τρώει και να κοιμάται»…
Σε ερώτηση της Ρούλας Μαυρονικόλα, για το πώς λειτουργεί το κυβερνητικό καταφύγιο, είπε η Ρίτα Σούπερμαν: «Το καταφύγιο προσφέρει στις κοπέλες θύματα τις “πρώτες βοήθειες” και θα ήταν ευχής έργο, αν πρόσφερε κάτι περισσότερο. Όντως αντιμετωπίζουμε πολλά προβλήματα με τα θύματα, όταν αναφέρονται στο καταφύγιο, γιατί τα θύματα δεν θέλουν να μείνουν στο καταφύγιο. Θεωρούν ότι βρίσκονται στη φυλακή, αφού δεν έχουν να κάνουν τίποτε μέσα στο καταφύγιο κι αυτό είναι αρνητικό. Τα θύματα έρχονται σ’ επαφή με την Αστυνομία και τους λέμε ότι θα τα προστατεύσουμε.

Αλλά, πόσες μέρες αντέχει ένας άνθρωπος σε ένα σπίτι, χωρίς να κάνει τίποτε, εκτός από το να τρώει και να κοιμάται; Δεν υπάρχει κάτι άλλο, ώστε να μπορέσουμε να τις κρατήσουμε εκεί. Πρέπει να πω ότι ο περισσότερος χρόνος μας δίνεται στα θύματα που κάθε μέρα θέλουν να μας βλέπουν και θέλουν να έρχονται στο Γραφείο, ακριβώς γιατί δεν ικανοποιείται η ανάγκη τους στο καταφύγιο. Όταν υπάρχουν προβλήματα στο καταφύγιο, τηλεφωνούν στο Γραφείο μας, αλλά δεν διευθύνουμε εμείς το καταφύγιο. Αν ένα θύμα είναι προβληματικό και κάνει φασαρία, δεν υπάρχει δυνατότητα από πλευράς του καταφυγίου να ηρεμήσει αυτό το θύμα ή να το κρατήσει εκεί. Αν το θύμα εκφράσει επιθυμία να φύγει, το καταφύγιο ανοίγει την πόρτα και το θύμα φεύγει. Αυτό μάς κρατά πίσω από την αστυνομική μας δουλειά».

Απαντώντας σε ερώτηση του Προέδρου της Επιτροπής Σοφοκλή Φυττή, είπε η Ρ. Σούπερμαν: «Σήμερα τα θύματα, συνήθως, δέχονται επηρεασμό από κυκλώματα. Σήμερα η μορφή της εμπορίας είναι πιο αναβαθμισμένη. Έχουμε θύματα που προέρχονται από κυκλώματα. Αυτά τα θύματα φοβούνται και δέχονται επηρεασμό. Άρα, η συλλογική προσπάθεια των Υπηρεσιών θα έπρεπε να στοχεύει στο να κρατήσουμε αυτά τα θύματα στο καταφύγιο, να μιλήσουμε μαζί τους, να φέρουμε τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας, να μπουν σ’ ένα πρόγραμμα, το κάθε θύμα ανάλογα με τη δική του περίπτωση, αφού ό,τι ισχύει για το ένα, δεν ισχύει απαραίτητα για το άλλο».

Ένας σωματέμπορος λιγότερος στη φυλακή
Έλενα Πισσαρίδου, λειτουργός της οργάνωσης για την προστασία θυμάτων σεξουαλικής βίας και εκμετάλλευσης «ΣΤΙΓΜΑ»: «Ο μεγαλύτερος αριθμός των γυναικών θυμάτων σωματεμπορίας βρίσκεται, πλέον, στις μπιραρίες. Η δική μας οργάνωση, που από το 2004-08 λειτουργούσε καταφύγιο αναγνωρισμένων θυμάτων, λειτουργεί τώρα χωρίς καταφύγιο, αλλά με ξενώνα, γιατί δεν έχουμε κρατική χορηγία και οικονομική δυνατότητα. Ο ξενώνας μας φιλοξενεί το πιθανό θύμα πριν αναγνωριστεί, για λίγες μέρες συνήθως, μέχρι τον επαναπατρισμό του, χωρίς κόστος για τη φιλοξενούμενη κοπέλα».

Ρίτα Σούπερμαν: «Καλώ την κυρία Πισσαρίδου να αναφέρει στην Αστυνομία αυτά τα θύματα, γιατί δεν έχουν αναφερθεί ποτέ. Πρέπει να τα δούμε για σκοπούς αναγνώρισης και πρόσβασης στα δικαιώματά τους».
Έλενα Πισσαρίδου: «Εμείς πάμε και συναντούμε τη γυναίκα-θύμα και εξαρτάται, τι η ίδια θέλει. Παλαιότερα, τις καθοδηγούσαμε να παραμείνουν και να συνεργαστούν με τις Αρχές. Στη συνέχεια, διαπιστώσαμε ότι η στήριξη δεν υπάρχει από τις Αρχές και ότι μπορεί να θυματοποιηθούν ξανά. Τις κατευθύνουμε λοιπόν περισσότερο στον επαναπατρισμό, που για εμάς σημαίνει και λιγότερο κόστος ως ΜΚΟ. Η οργάνωσή μας έχει στόχο την προστασία του θύματος. Αν κρίνουμε ότι η γυναίκα θα προστατευθεί, αν την υποστηρίξουμε και ενδυναμώσουμε και τη στείλουμε στην οικογένειά της, ας υπάρχει και ένας σωματέμπορος λιγότερος στη φυλακή».

Ναι, στον αυστηρό εποπτικό έλεγχο
Ιωσηφίνα Αντωνίου Επίτροπος Ισότητας των Φύλων: «Είναι γνωστές οι κριτικές για τον τρόπο λειτουργίας του κυβερνητικού καταφυγίου για αναγνωρισμένα θύματα, αλλά και οι επικρίσεις από μη κυβερνητικές οργανώσεις, που είναι και μέλη της Πολυθεματικής Συντονιστικής Ομάδας. Η ίδια η γραμματέας της Πολυθεματικής μίλησε για έλλειψη συντονισμού μεταξύ αρμοδίων κρατικών υπηρεσιών στο θέμα αυτό, αλλά κι έλλειψη συντονισμού με τις ΜΚΟ.

Είναι λυπηρό και εντελώς αντιπαραγωγικό, όταν η Πολιτεία συστήνει υποδομές, δαπανά χρήματα για να καλύψει ανάγκες που προκύπτουν, αλλά και για να εκπληρώσει υποχρεώσεις που αναλαμβάνει, τα διαδικαστικά και οι προσωπικές αδυναμίες, να ακυρώνουν την όλη προσπάθεια. Θεωρώ ότι η συνεργασία μεταξύ των κρατικών και υπηρεσιακών φορέων μπορεί να επιτευχθεί με την άσκηση αυστηρότερου εποπτικού ελέγχου. Άμεσα αναγκαία επίσης είναι και η σύνταξη πρωτοκόλλων συνεργασίας μεταξύ δημοσίων υπηρεσιών και κρατικών φορέων, με μη κυβερνητικές οργανώσεις, στην προσπάθεια για την καλύτερη προστασία των θυμάτων».