Εξελίξεις για τον κλεμμένο πίνακα του Ντεγκά
Διαπιστώθηκε ακόμη πως ο ένας εκ των δύο συλληφθέντων είχε τηλεφωνική επικοινωνία την ώρα της διάρρηξης με έναν εκ των τριών άλλων υπόπτων που τελούν υπό κράτηση


Δύο πρόσωπα από τη Λάρνακα, 47 και 48 χρονών, συνέλαβε χθες τα ξημερώματα η Αστυνομία σε σχέση με την υπόθεση κλοπής του έξι εκατομμυρίων ευρώ πίνακα του Γάλλου ιμπρεσιονιστή ζωγράφου Εντγκάρ Ντεγκά, από οικία 70χρονου στην κοινότητα Απεσιάς, στις 29 Σεπτεμβρίου. Οδηγήθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου, το οποίο διέταξε την εξαήμερη κράτησή τους. Οι δύο αρνούνται κάθε ανάμειξη στην υπόθεση.

Τηλεπικοινωνιακά δεδομένα
Σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στο δικαστήριο, από τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα που εξασφαλίστηκαν μόλις προχθές, διαπιστώθηκε ότι τα κινητά των δύο υπόπτων, που έχουν απασχολήσει στο παρελθόν με παρόμοιες υποθέσεις την Αστυνομία, εξέπεμπαν σήμα από την Απεσιά την ώρα της διάπραξης της διάρρηξης.

Διαπιστώθηκε ακόμη πως ο ένας εξ αυτών είχε δύο φορές τηλεφωνική επικοινωνία την ώρα εκείνη με έναν εκ των τριών άλλων προσώπων που ήδη κρατούνται για την ίδια υπόθεση (δύο Ε/κ, 44 και 53 χρονών και ένας 55χρονος Ρώσος).

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με δύο μαρτυρίες, τα πρόσωπα που θεάθηκαν να εξέρχονται από αυτοκίνητο έξω από την οικία του παραπονουμένου την ώρα της διάρρηξης, ομοιάζουν με τους δύο υπόπτους, ενώ ιδίου τύπου είναι και το όχημα ενός εκ των υπόπτων.

Στο δικαστήριο αναφέρθηκε, επίσης, ότι ο ένας εκ των συλληφθέντων είχε κληθεί για προφορική ανάκριση από την πρώτη μέρα της διάρρηξης και παρουσιάστηκε την επομένη στο ΤΑΕ Λάρνακας, όπου υποστήριξε πως την ώρα εκείνη βρισκόταν μαζί με τη σύζυγό του στην οικία του.

Αρνήθηκαν ανάμιξη
Οι δύο ύποπτοι ισχυρίζονται πως δεν έχουν καμία σχέση με την υπόθεση, με τους δικηγόρους τους να αμφισβητούν τα τεκμήρια της Αστυνομίας και τη διαδικασία για την έκδοση διατάγματος κράτησής τους να βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.

Μετά τη σύλληψη των δύο υπόπτων, αναμένεται να ληφθούν 41 καταθέσεις, να γίνουν πέντε έρευνες σε Λεμεσό και Λάρνακα, έξι αναγνωριστικές παρατάξεις και να εξασφαλιστούν διατάγματα αποκάλυψης τραπεζικών λογαριασμών και τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, καθώς στην κατοχή τους εντοπίστηκαν διάφορα κινητά και προπληρωμένες κάρτες κινητής τηλεφωνίας.

Εκτός από τον πίνακα, που παραμένει άφαντος, οι διαρρήκτες απέσπασαν και ένα μεταλλικό χρηματοκιβώτιο, το οποίο περιείχε επτά χρυσά ρολόγια, τρία ζευγάρια χρυσά γυαλιά όπερας, τρία χρυσά γυαλιά και είκοσι μανικετόκουμπα, συνολικής αξίας 162.000 ευρώ.

ΠΗΓΗ: ΚΥΠΕ

Ποιος είναι ο Εντγκάρ Ντεγκά
Ο Εντγκάρ Ντεγκά, πλήρες όνομα Edgar Germain Hilaire Degas, 19 Ιουλίου 1834-27 Σεπτεμβρίου 1917, ήταν Γάλλος ζωγράφος, χαράκτης και γλύπτης, από τους σημαντικότερους του 19ου αιώνα, που ανήκει στο κίνημα του ιμπρεσιονισμού και κατά την έκφραση του Μπωντλαίρ «αγαπούσε το ανθρώπινο σώμα σαν μια αρμονία υλική, σαν ένα ωραίο αρχιτεκτόνημα και πάνω από όλα την κίνηση». Γεννήθηκε στο Παρίσι, γιος του τραπεζίτη Ωγκύστ και της Σελεστίν. Το 1870 ξεσπά ο Γαλλοπρωσικός Πόλεμος και ο Ντεγκά επιστρατεύεται για να υπηρετήσει στο πυροβολικό, όπου αρχίζει να εμφανίζει πρόβλημα όρασης. Δύο χρόνια μετά ταξιδεύει στη Νέα Ορλεάνη για να επισκεφτεί συγγενείς και επιστρέφει μετά από ένα χρόνο.

Το 1874 πεθαίνει ο πατέρας του, κληροδοτώντας του πολλά χρέη, κι έτσι αναγκάζεται να πωλήσει μεγάλο μέρος από τη συλλογή του. Το 1880 κερδίζει τον σεβασμό και την καταξίωση όλου του παριζιάνικου καλλιτεχνικού κόσμου.

Ο Ντεγκά, αναγνωρισμένος ως αυθεντία της κινούμενης ανθρώπινης μορφής, είναι κυρίως γνωστός για τις χορεύτριές του, που τις απεικόνισε σε πίνακες, χαρακτικά και γλυπτά σε μπρούντζο.
Καθώς η όρασή του χειροτερεύει, ο Ντεγκά στρέφεται προς τη γλυπτική και τα παστέλ, που δεν απαιτούν οξεία όραση. Το 1908 η όρασή του χειροτερεύει και σταματά οριστικά να ασχολείται με την τέχνη. Του κάνουν έξωση από το σπίτι του, και παρά το γεγονός ότι βρέθηκε καινούργιο στούντιο, αυτός συνεχίζει να τριγυρνά στους δρόμους του Παρισιού σαν «τυφλός Όμηρος». Το 1917 πεθαίνει στο Παρίσι, στις 27 Σεπτεμβρίου, σε ηλικία 83 ετών. Τη σορό του συνοδεύουν, μεταξύ άλλων, ο Κλοντ Μονέ και ο Ζαν Λουί Φορέν.