«Συνυπεύθυνο» το κράτος με τον καταγγελλόμενο
Κόλαφος κατά του κράτους, ως εργοδότη νεαρής νοσηλεύτριας, θύματος σεξουαλικής παρενόχλησης από τον προϊστάμενό της, στο χειρουργείο κρατικού νοσοκομείου, η πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών
ΕΠΙΔΙΚΑΣΤΗΚΑΝ υπέρ της παραπονουμένης, αποζημιώσεις 5 χιλιάδων ευρώ και εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα ως νομικού συμβούλου της Κυπριακής Δημοκρατίας και του καταγγελλομένου
Κόλαφος κατά του κράτους, ως εργοδότη νεαρής νοσηλεύτριας, θύματος σεξουαλικής παρενόχλησης από τον προϊστάμενό της, στον χώρο εργασίας της, στο χειρουργείο κρατικού νοσοκομείου, είναι η πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, να επιδικάσει υπέρ της παραπονούμενης αποζημιώσεις ύψους 5 χιλιάδων ευρώ και εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα, ως νομικού συμβούλου της Κυπριακής Δημοκρατίας και του καταγγελλόμενου πρώτου νοσηλευτικού λειτουργού, «προσωπικώς και ή αλληλεγγύως», όπως αναφέρεται.
Η απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε στις 7 Αυγούστου 2014 και αφορά καταγγελία για σεξουαλική παρενόχληση, που έγινε τον Αύγουστο 2004 (!). Η υπόθεση αυτή αποκαλύπτει ότι ακόμα και δέκα χρόνια μετά, ο δημόσιος τομέας δεν έχει κώδικα πρόληψης και αντιμετώπισης φαινομένων σεξουαλικής παρενόχλησης, αυτής της εξευτελιστικής μεταχείρισης εκατοντάδων, αν όχι χιλιάδων γυναικών, από συναδέλφους και κυρίως από προϊσταμένους τους που εκμεταλλεύονται τη θέση εξουσίας τους, για να ασκήσουν σεξουαλική βία σε υφιστάμενές τους.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στην απόφασή του το Δικαστήριο δηλώνει ρητά ότι θεωρεί «συνυπεύθυνο» το κράτος με τον καταγγελλόμενο, για τις πράξεις του τελευταίου σε σχέση με τη σεξουαλική παρενόχληση που ασκούσε σε βάρος της παραπονούμενης.
Ένας χρόνος παρενόχλησης
Στην απόφασή του το Δικαστήριο, με Πρόεδρο τον Ι. Α. Χατζητζιοβάννη και μέλη τους Π. Μαραθεύτη και Μ. Κούκου, αναφέρεται στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως «ο καθ’ ου η αίτηση 1» και στον καταγγελλόμενο ως «ο καθ’ ου η αίτηση 2». Περιγράφοντας τα γεγονότα αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «η αιτήτρια υπηρετεί από το 1993 ως νοσηλευτική λειτουργός.
Το 2000 τοποθετήθηκε στο δεύτερο χειρουργείο με προϊστάμενό της, τον καθ’ ου η αίτηση 2, ο οποίος κατείχε τη θέση του πρώτου νοσηλευτικού λειτουργού. Είναι η θέση της αιτήτριας, όπως αποκαλύπτεται στους γενικούς λόγους της αίτησης, ότι από τον Μάρτιο 2003, ο καθ’ ου η αίτηση άρχισε να την παρενοχλεί σεξουαλικά μέχρι και τον Μάρτιο 2004, οπότε ενημέρωσε τον σύζυγό της.
Στις 23.8.2004, η αιτήτρια προχώρησε σε καταγγελία και στις 22.9.2004, ο καθ’ ου η αίτηση 2, τέθηκε σε διαθεσιμότητα, μέχρι τις 21.1.2005, που ολοκληρώθηκε η εναντίον του πειθαρχική έρευνα. Επιστρέφοντας στην εργασία του, από 1.2.2005, αποσπάθηκε εκτός νοσοκομείου, στον τομέα προσφορών του Υπουργείου Υγείας. Μετά από πειθαρχική δίκη, ο καθ’ ου η αίτηση 2 κρίθηκε ένοχος σε όλες τις εναντίον του κατηγορίες, με αποτέλεσμα να του επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της αναγκαστικής αφυπηρέτησης, από 19.6.2007».
Ζήτησαν απόρριψη της αίτησης
Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, «με την υπό κρίση αίτηση, που καταχωρήθηκε στις 23.12.2005, η αιτήτρια αξιώνει από τους καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, αποζημιώσεις για σεξουαλική παρενόχληση και/ή παράλειψη παροχής προστασίας έναντι σεξουαλικής παρενόχλησης και ή δυσμενή και ή άνιση μεταχείριση, βάσει του Περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου του 2002, νόμιμο τόκο, έξοδα και ΦΠΑ.
Ο καθ’ ου η αίτηση 1 με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, αρνείται και απορρίπτει τις εναντίον του αξιώσεις, ισχυριζόμενος ότι έλαβε όλα τα απαιτούμενα μέτρα για την προστασία της αιτήτριας, αμέσως μετά που ενημερώθηκε για το παράπονό της. Ως επακόλουθο, ζητά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα.
»Ο καθ’ ου η αίτηση 2, με τη σειρά του απορρίπτει τους ισχυρισμούς της αιτήτριας και αρνείται τις εναντίον του αξιώσεις και ειδικά ότι υπήρξε εκ μέρους του οποιαδήποτε σεξουαλική παρενόχληση και ή δυσμενής μεταχείριση και ή ότι η αιτήτρια δικαιούται σε αποζημιώσεις για σεξουαλική παρενόχληση».
«Ερωτευμένη με τον άντρα μου»
Περιγράφοντας τη μαρτυρία της παραπονούμενης, το Δικαστήριο αναφέρει ότι «περί τον Μάρτιο 2003, που επέστρεψε στα καθήκοντά της, μετά από ένα χρόνο μετεκπαίδευσης στην εντατική νοσηλευτική, η συμπεριφορά του καθ’ ου η αίτηση 2 προς την ίδια, ήταν ιδιαίτερα θερμή και επαινετική.
Ταυτόχρονα προωθούσε τη συμμετοχή της σε χειρουργικές επεμβάσεις, προκειμένου να εμπλουτίσει τις γνώσεις της. Σταδιακά, όμως, άρχισε να της απευθύνει διάφορα κομπλιμέντα, ερωτήσεις και σχόλια, όπως: “είσαι πολύ όμορφη, λάμπεις, είσαι ερωτευμένη με κανένα; Γιατί εγώ είμαι, από τον καιρό που επέστρεψες”. Στην αλλαγή της βάρδιας, της έλεγε επίσης “ω καλώς την, τι ωραία που μυρίζεις, τι άρωμα φορείς σήμερα;”. Όταν, δε, τη ρωτούσε αν είναι ερωτευμένη, του απαντούσε “ναι, με τον άντρα μου”.
Περί τον Ιούλιο 2003, περίοδος κατά την οποία το προσωπικό στο χειρουργείο ήταν μειωμένο, ο καθ’ ου η αίτηση 2 άρχισε να την προσεγγίζει με κάθε ευκαιρία, λέγοντάς της πόσο ερωτευμένος ήταν μαζί της, κάτι που η ίδια απέρριπτε, ζητώντας του να αποταθεί αλλού, γιατί δεν είναι απ’ αυτές που ξέρει.
Στην αίθουσα του χειρουργείου, ενώ τη βοηθούσε να βάλει την αποστειρωμένη ρόμπα, φρόντιζε να την ακουμπά στο λαιμό και στην πλάτη, κάτι που την έκανε να νιώθει πολύ άσχημα και πολύ άβολα. Σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, την προσέγγισε με τα ακόλουθα λόγια: «Είμαι πολύ ερωτευμένος μαζί σου, τόσο που δεν μπορώ να κοιμηθώ τα βράδια. Σε βλέπω μπροστά μου. Πήγαινε στην αποθήκη και θα έρθω κι εγώ».
Στην προσπάθειά της να τον αποτρέψει, του απαντούσε με έντονο ύφος: «Είμαι παντρεμένη γυναίκα, αγαπώ τον άντρα μου, είμαι χωρκάτισσα, έχω άλλες αρχές, η μάνα μου μού έλεγε αντί να βγει το όνομά σου, καλύτερα να βγει το μάτι σου. Να με αφήσεις ήσυχη».
«Πάλι παντρεμένοι θα είμαστε»…
Σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, «ο καθ’ ου η αίτηση 2 συνέχισε να την παρενοχλεί με κάθε ευκαιρία, παρά την αρνητική στάση και τη ρητά απορριπτική αντίδρασή της. Κατά την ίδια μάλιστα περίοδο, την προσκάλεσε να τον συνοδεύσει σε επαγγελματικό ταξίδι στην Ελλάδα και όταν η ίδια αρνήθηκε, τονίζοντάς του ότι είναι παντρεμένη, η απάντησή του ήταν "πάλι παντρεμένοι θα είμαστε, εν να το κάμεις παναΰρι;". Γυρνώντας την πλάτη να φύγει, της είπε με έντονο ύφος, ότι νευριάζει όταν τον αποφεύγει.
»Περί τα τέλη του 2003, ενώ εργάζονταν απογευματινή βάρδια, ο καθ’ ου η αίτηση 2 την επισκέφθηκε στο γραφείο, την αγκάλιασε παρά τη θέλησή της και ζητούσε επίμονα να τον φιλήσει. Τρομοκρατημένη τον έσπρωξε και άρχισε να του φωνάζει ότι δεν ανεχόταν τέτοιου είδους μεταχείριση.
Φοβούμενος μην τους ακούσουν, την παρακάλεσε να σταματήσει. Μερικές μέρες αργότερα, ενώ την κάλεσε στο γραφείο του για κάποιες εντολές που είχαν σχέση με τα καθήκοντά της στο χειρουργείο, σε κάποια στιγμή της ανέφερε: “Φαίνεται ότι με κάποιον άλλο τα έχεις, δεν μου το βγάζεις από το μυαλό, ξέρεις ότι ζηλεύω και αλίμονό σου αν μάθω ότι τα έχεις με άλλον, θα πιάσεις τα πράγματά σου και θα φύγεις από το χειρουργείο”.
»Σύμφωνα με την αιτήτρια, τα πιο πάνω περιστατικά, τα ανέφερε τόσο στην Μ. Σ., όσο και στον εκπρόσωπο της συντεχνίας, ζητώντας του για ακόμα μια φορά, τη μετακίνησή της από το χειρουργείο. Επίσης, γνωρίζοντας για τις κενές θέσεις στη Νοσηλευτική Διεύθυνση του Υπουργείου Υγείας, στις 7.3.2004 υπέβαλε αίτηση για απόσπαση».
Μετά την καταγγελία, η εκδίκηση
«Τον Μάρτιο 2004», συνεχίζει το Δικαστήριο, «επισκέφθηκε οικογενειακώς το σπίτι της αδελφής της, όπου της ανέφερε τα προαναφερθέντα συμβάντα. Τη συζήτηση άκουσε και ο σύζυγος, ο οποίος επιστρέφοντας στο σπίτι, της ζήτησε εξηγήσεις, οπόταν του περιέγραψε την όλη κατάσταση. Το ίδιο βράδυ, ο σύζυγός της επικοινώνησε με τον καθ’ ου η αίτηση 2 και τον κάλεσε με έντονο ύφος όπως σταματήσει άμεσα να την παρενοχλεί σεξουαλικά, γεγονός που περιήλθε σε γνώση της, μετά που υπέβαλε την καταγγελία.
Ξαφνικά ο καθ’ ου η αίτηση 2 άρχισε να την αντιμετωπίζει εχθρικά, δεν της απηύθυνε το λόγο για κανένα θέμα, την αγριοκοίταζε, της έκανε συνεχώς παρατηρήσεις για ασήμαντα πράγματα και ταυτόχρονα την εμπόδιζε να συμμετέχει σε εγχειρήσεις όπου εφαρμόζονταν νέες τεχνικές και απ’ όπου θα μπορούσε να εμπλουτίσει τις γνώσεις της και να αποκτήσει εμπειρίες σε νέες ιατρικές τεχνικές και μεθόδους. Το τι βίωνε, το μοιραζόταν με τον σύζυγό της, ο οποίος τη συμβούλευε να καταγγείλει την υπόθεση».
Επίσημη καταγγελία και απογοήτευση
«Θέλοντας να δώσει ένα τέλος στην απαράδεκτη συμπεριφορά του προϊσταμένου της, στις 23.8.2004 επισκέφθηκε την προϊσταμένη του Νοσοκομείου, Α. Κ., και υπέβαλε επίσημη καταγγελία», αναφέρεται στην απόφαση και συνεχίζεται: «Προς μεγάλη της απογοήτευση, η προϊσταμένη το μόνο που έκανε, ήταν να εισηγηθεί τη μετακίνησή της σε άλλο τμήμα για να κλείσει η υπόθεση. Ακολούθως την ίδια μέρα επισκέφθηκε την προϊσταμένη της Διεύθυνσης και Ανάπτυξης Νοσηλευτικού Προσωπικού, όπου στην παρουσία της Α. Κ. και του εκπροσώπου της συντεχνίας, υπέβαλε το παράπονό της.
Περαιτέρω υπέβαλε γραπτώς το παράπονό της και στον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Υγείας. Σημείωσε ότι κανένα από τα πιο πάνω πρόσωπα δεν γνώριζε τη διαδικασία που θα έπρεπε να ακολουθήσουν, ως επακόλουθο της καταγγελίας της. Για τον Γ. Διευθυντή του Υπουργείου Υγείας, ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε καν την ύπαρξη της σχετικής νομοθεσίας.
Στις 25.8.2004 προέβη περαιτέρω σε σχετική γραπτή καταγγελία στην Επίτροπο Διοίκησης και την επομένη ενημέρωσε σχετικά την Πρόεδρο του Παρατηρητηρίου Ισότητας Κύπρου, Άννα Πηλαβάκη, η οποία επικοινώνησε και ενημέρωσε σχετικά τον Γ. Διευθυντή του Υπουργείου Υγείας. Ο οποίος, με επιστολή του ημερ. 30.8.2004, ζήτησε από την αιτήτρια όπως του παραθέσει συγκεκριμένα στοιχεία ως προς την ακριβή χρονική περίοδο των γεγονότων που περιέχονταν στην καταγγελία, ώστε να διευκολυνθεί η διαδικασία έναρξης της δέουσας έρευνας.
Εξευτελισμός, οργή και φόβος
Η Επίτροπος Διοικήσεως, με επιστολή ημερ. 6.9.2004 προς την Υπουργό Υγείας, την ενημέρωνε ότι είχε αρχίσει η διερεύνηση της καταγγελίας και εφιστούσε την προσοχή στον σχετικό νόμο. Μετά από δημοσίευση του όλου θέματος σε εφημερίδες και δελτία ειδήσεων, ο καθ’ ου η αίτηση 2 τέθηκε σε διαθεσιμότητα στις 22.9.2004.
Σημείωσε, μάλιστα, ότι από την πρώτη μέρα που έγινε η καταγγελία εκ μέρους της, μέχρι και την ημέρα της διαθεσιμότητας, ήταν αναγκασμένη να βρίσκεται στον ίδιο χώρο με τον καθ’ ου η αίτηση 2 και να εργάζεται υπό την επίβλεψή του.
Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό της αιτήτριας, ότι παρά το γεγονός της διαθεσιμότητας, ο καθ’ ου η αίτηση 2 μερίμνησε ώστε να επηρεάσει αρνητικά εις βάρος της νοσηλευτές και εξωτερικούς προμηθευτές, με αποτέλεσμα να γίνουν προκλητικά εχθρικοί απέναντί της και να αρνούνται να συνεργαστούν μαζί της, γεγονός που της προκάλεσε καθημερινά προβλήματα όσον αφορά τις επαγγελματικές, αλλά και τις διαπροσωπικές της σχέσεις με συναδέλφους.
Τέλος σημειώνει ότι τα όσα είχε βιώσει, ένεκα της παρενόχλησης που ετύγχανε από τον καθ’ ου η αίτηση 2, της δημιούργησαν προβλήματα που επηρέαζαν σε μέγιστο βαθμό την προσωπική και οικογενειακή της ζωή και την επαγγελματική της απόδοση, νιώθοντας τον εξευτελισμό και την προσβολή της αξιοπρέπειάς της, σ’ όλο του το μεγαλείο.
Επίσης η κακομεταχείριση και η συνεχής απρεπής συμπεριφορά που βίωνε, είχαν επηρεάσει την ψυχολογική κατάσταση και διάθεσή της, αλλά και την ψυχική της γαλήνη. Της δημιούργησαν αισθήματα οργής και φόβου, την κυρίευαν τύψεις και συνεχώς βρισκόταν σε αγχώδη κατάσταση. Υπέφερε από αϋπνίες και κατάθλιψη, ενώ απέφευγε να συζητά με τον σύζυγο ή τα παιδιά της με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί από κοντά τους και να χάσει κάθε ενδιαφέρον για τη ζωή.
Στην εργασία αδυνατούσε να συγκεντρωθεί, ένιωθε άβολα, ενώ διακατεχόταν από νευρικότητα και άγχος. Ιδιαίτερα, μετά τη γνωστοποίηση της καταγγελίας, είχε γίνει αντικείμενο σχολιασμού και αυτό την επηρέασε ακόμη περισσότερο. Περαιτέρω, λόγω του υπερβολικού άγχους, κλονίστηκε και η υγεία της».
Αποκαλύψεις και...συγκαλύψεις
«Με πλήρη επίγνωση του προσωπικού τους συμφέροντος να θέσουν τα γεγονότα στη μορφή που συνέφερε στους ίδιους, από την όλη εμφάνιση και συμπεριφορά τους, η όλη εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο η αιτήτρια, ήταν θετική», αναφέρει το Δικαστήριο, αξιολογώντας τις μαρτυρίες.
«Διαπιστώνουμε», συνεχίζει, «ότι με σταθερότητα και φυσικότητα, απαντούσε στις ερωτήσεις και ότι στο στάδιο της αντεξέτασης, δεν περιέπεσε σε ουσιαστικές αντιφάσεις που θα μπορούσαν να πλήξουν την αξιοπιστία της. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης, διαπιστώνουμε ότι παρέμεινε σταθερή στα όσα προέβαλε κατά την κυρίως εξέταση, επιμένοντας στις θέσεις της και στα κατ’ ισχυρισμόν ανεπιθύμητα, κατά την ίδια, λόγια και πράξεις που δέχθηκε από τον καθ’ ου η αίτηση 2.
»Αντίθετα με την αιτήτρια, ο καθ’ ου η αίτηση 2, δεν πιστεύουμε να αποκάλυψε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ό,τι χαρακτήριζε την όλη εμφάνισή του, στη διάρκεια της ενώπιόν μας παρουσίας του, ήταν η έντονη προσπάθειά του να συγκαλύψει τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και να τα παρουσιάσει όπως συνέφεραν στον ίδιο.
Η αιτήτρια κατάφερε να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά από τα οποία πιθανολογείται η ύπαρξη διάκρισης και δη σεξουαλικής παρενόχλησης εις βάρος της από τον καθ’ ου η αίτηση 2. Ο τελευταίος, ωστόσο, έχων το βάρος απόδειξης, δεν προσκόμισε ενώπιον τού Δικαστηρίου αποδεικτικά στοιχεία που θα παρείχαν πλήρη δικανική πεποίθηση για τη μη ύπαρξη διάκρισης και δη σεξουαλικής παρενόχλησης εις βάρος της αιτήτριας».
Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο κάνει αναφορά σε καταθέσεις - μαρτυρίες δέκα περίπου νοσηλευτριών, για παρόμοια γεγονότα με αυτά που η αιτήτρια ισχυρίζεται - για σεξουαλική παρενόχλησή τους από τον καταγγελλόμενο και για κατάχρηση εξουσίας.
Το κράτος παρέβη νομική του υποχρέωση
Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών: «Θέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το πρίσμα του νόμου και της νομολογίας, διαπιστώνουμε ότι ο καθ’ ου η αίτηση 1 ως εργοδότης, δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα για την πρόληψη και αποτροπή σεξουαλικών παρενοχλήσεων στον χώρο εργασίας όπου απασχολείτο η αιτήτρια. Δεν φαίνεται να πληροφόρησε το προσωπικό του σε ό,τι αφορά την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών στην εργασία και ειδικότερα για το θέμα της σεξουαλικής παρενόχλησης, παραβαίνοντας έτσι μιαν από τις σημαντικότερες νομικές του υποχρεώσεις που προκύπτουν μέσα από τον Νόμο του 2002.
Δεν έλαβε άμεσα τα αναγκαία και πρόσφορα μέτρα που απαιτούντο για την παύση της σεξουαλικής παρενόχλησης και την άρση των συνεπειών της. Για όλα τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι συνευθύνεται με τον καθ’ ου η αίτηση 2, για τις πράξεις του τελευταίου. Κρίνουμε εύλογη και δικαιολογημένη την επιδίκαση υπέρ της αιτήτριας, αποζημιώσεων ύψους 5 χιλιάδων ευρώ και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, προσωπικώς και ή αλληλεγγύως».




