Δίκη Μιχαηλίδη στην Αθήνα σε υψηλούς τόνους
Συνεχίστηκε στη δίκη Μιχαηλίδη στην Αθήνα η εξέταση, από τη μεριά της υπεράσπισης, του μάρτυρα κατηγορίας Παναγιώτη Βλάχου


Είναι ο ειδικός επιστήμονας ο οποίος κλήθηκε από τον ανακριτή της υπόθεσης, Γαβριήλ Μαλλή, να διερευνήσει «τη διαδρομή του χρήματος» που, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ξεκίνησε με την αγορά του ρωσικού αντιπυραυλικού συστήματος TOR-M1 από την ελληνική κυβέρνηση, και κατέληξε με τη δωροδοκία του τότε Υπουργού Άκη Τσοχατζόπουλου, και το ξέπλυμα μαύρου χρήματος.

Για αυτήν ακριβώς τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, δικάζονται από τον περασμένο Μάιο στο Τριμελές Κακουργιοδικείο της Αθήνας, ο πρώην Υπουργός Εσωτερικών της Κύπρου Ντίνος Μιχαηλίδης, ο επιχειρηματίας γιος του Μιχάλης Μιχαηλίδης, το ζεύγος Αναστασίου και Μαρία Σοφού και ο Σύρος Φουάντ αλ Ζαγιάντ, έμπορος όπλων.

Από τους πέντε κατηγορούμενους, μόνο οι δύο πρώτοι είναι προφυλακισμένοι εδώ και σχεδόν ένα χρόνο, ενώ ο αλ Ζαγιάντ είναι φυγόδικος, με δηλωμένη διεύθυνση στη Λευκωσία και ένταλμα σύλληψης εις βάρος του, που δεν έχει εκτελεστεί.

Εξεταζόμενος χτες ο μάρτυς κατηγορίας από τον συνήγορο υπεράσπισης του Ντίνου Μιχαηλίδη, Γιάννη Μαντζουράνη, παραδέχτηκε ότι:
- Ο πρώην Υπουργός Εσωτερικών, αν και πληρεξούσιος στον τραπεζικό λογαριασμό του γιου του, Μιχάλη Μιχαηλίδη, όπου φέρεται να κατατέθηκαν, κατόπιν εντολής του αλ Ζαγιάντ, τρεις επιταγές συνολικού ύψους 5.710.000 ελβετικών φράγκων με σκοπό να δοθούν κατόπιν στον Άκη Τσοχατζόπουλο, δεν έκανε οποιαδήποτε πράξη σ’ αυτόν τον λογαριασμό.

- Δεν έχει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι οι Ντίνος και Μιχάλης Μιχαηλίδης από κοινού έδωσαν αυτά τα χρήματα αλλού, δηλαδή στον Τσοχατζόπουλο.

Ο κ. Βλάχος επανέλαβε εδώ ότι οδηγείται στο συμπέρασμα ότι τα χρήματα όντως κατέληξαν στον πρώην Υπουργό Άμυνας της Ελλάδος, τόσο εκ του γεγονότος ότι, όπως είπε, «ο Ντίνος Μιχαηλίδης ήταν πληρεξούσιος στον λογαριασμό», όσο εκ του ότι τακτική του Τσοχατζόπουλου ήταν πάντα «να καλύπτει καλά τα ίχνη του».

Η υπεράσπιση στάθηκε επίσης στο ότι τα επίμαχα χρηματικά ποσά που κατατέθηκαν σε ξένο τραπεζικό λογαριασμό του Μιχάλη Μιχαηλίδη παρέμειναν σε αυτόν ως και τις 31/12/2003, ενώ το κατηγορητήριο ορίζει ως τελική ημερομηνία τέλεσης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική πράξη την 31/12/2001.

Απαντώντας σε αυτό, ο μάρτυς είπε πάλι ότι ήταν «πάγια τακτική του Τσοχατζόπουλου να "παρκάρει" λεφτά σε διάφορους λογαριασμούς και να τα παίρνει κατόπιν όποτε ήθελε εκείνος». Πρόσθεσε ότι παρά την παραμονή των χρημάτων στον λογαριασμό των Μιχαηλίδηδων ως τις 31/12/2003 δεν σημαίνει ότι ο Τσοχατζόπουλος δεν τα πήρε νωρίτερα. Ανέφερε δε ότι μπορεί να του τα είχαν δώσει από πριν στην Κύπρο, από άλλους λογαριασμούς, ή ακόμα και να είχαν επενδυθεί στο Χρηματιστήριο ή αλλού.

Η υπεράσπιση ζήτησε από τον μάρτυρα να μην απαντά με εικασίες και προσωπικές εκτιμήσεις, και να περιοριστεί μόνο σε γεγονότα και στοιχεία. Εκείνος επέμεινε ότι η υπόθεση είναι τόσο πολύπλοκη, ιδίως όταν πρόκειται για ξέπλυμα μαύρου χρήματος, που είναι αδύνατον κάποιος να μην λάβει υπ’ όψιν «την τακτική και μεθοδολογία που ακολουθούσε συστηματικά ο Τσοχατζόπουλος για να νομιμοποιήσει τα χρήματα που ήταν να λάβει».

Ο δικηγόρος Γιάννης Μαντζουράνης είπε ότι ελίσσεται «σαν χέλι του Αμβρακικού Κόλπου», και απευθυνόμενος στη δικαστή τον χαρακτήρισε «επικίνδυνα έξυπνο», λέγοντάς της ότι «θα καταλάβετε από τις μη απαντήσεις του το τί ακριβώς γίνεται, και όχι από τις απαντήσεις».

Από την εξέταση του μάρτυρα από τον δικηγόρο υπεράσπισης του Μιχάλη Μιχαηλίδη, Ηλία Αναγνωστόπουλο, ο κ. Βλάχος επανέλαβε ότι δεν έδωσε κανένα στοιχείο στον ανακριτή με τον οποίο συνεργάστηκε που να συνδέει την εταιρεία Beeston (στο όνομα της οποίας ελέχθη ότι εδόθη εντολή από τον αλ Ζαγιάντ να εκδοθούν τρεις επιταγές ύψους 5.710.000 ελβετικών φράγκων) με τον Μιχάλη Μιχαηλίδη.

Είπε επίσης, ο μάρτυς, ότι δεν γνωρίζει γιατί ο ανακριτής αναφέρει στο πόρισμά του ότι η Beeston συνδέεται με τους Μιχαηλίδηδες. Και συνηγόρησε στο ότι δεν γνωρίζει εκείνος να υπάρχουν στοιχεία που να εξαρτούν άμεσα την Beeston με όποια αποκτήματα φέρεται να έλαβε ο Τσοχατζόπουλος.