Κυπριακός Ελληνισμός - Η διάδοση της εθνικής εικόνας
«…Οι πτωχοί οι Κυπριώτες, διατί είνε απλικεμένοι απάνω εις μία πέτραν εις την θάλασσαν, και από τη μίαν μερίαν είνε οι εχθροί του Θεού οι Σαρακηνοί και από την άλλην οι Τούρκοι…» (Λεόντιος Μαχαιράς)
«Η γης δεν έχει κρικέλια για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν», έγραφε δηκτικά ο λογοτέχνης και διπλωμάτης Γιώργος Σεφέρης για την κατάσταση στη Μεγαλόνησο (Σαλαμίνα της Kύπρoς, Νοέμβρης '53). Όμως, η μεταφορά και διάδοση στο εξωτερικό της δημόσιας εικόνας της Κύπρου και ευρύτερα της Ελλάδας πραγματοποιήθηκαν μέσα από τη μαρτυρία των ξένων, κυρίως Ευρωπαίων, περιηγητών, που αποτύπωσαν τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις τους, ήδη από τον 15ο αιώνα, σε χρονικά-ημερολόγια, μυθιστορήματα, χαρακτικά, λευκώματα και χάρτες, όταν δεν υπήρχαν ακόμη ο φωτογραφικός φακός και τα σύγχρονα έντυπα και ηλεκτρονικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (ΜΜΕ).
Σήμερα, οι αρχές άσκησης της δημόσιας διπλωματίας κάθε χώρας επιχειρούν με μία στρατηγικά σχεδιασμένη επικοινωνιακή δράση (διαδίκτυο, μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εκδόσεις, διαφήμιση, χορηγία, πολιτιστικές και μορφωτικές πρωτοβουλίες κ.ά.) να προβάλλουν μία θετική εθνική εικόνα (nation brand name) στη διεθνή πολιτική σκηνή, με τη συνδρομή πάντα της τεχνολογίας και των ΜΜΕ.
Σε περίπτωση μάλιστα μόνιμων ή συγκυριακών θραυσμάτων στη δημόσια εικόνα προωθείται η ανακατασκευή της (nation branding), μέσα από την εντατικοποίηση επικοινωνιακών δράσεων. Η λογοτεχνία αναδεικνύεται σταθερά σε έναν ισχυρό συνδετικό κρίκο επικοινωνίας λαών και πολιτισμών, και αξιοποιείται συχνά σε σημαντικό βαθμό στο πλαίσιο μίας ενεργητικής δημόσιας διπλωματίας, χωρίς καμία αναχρονιστική σημασιολογία της «πολιτικά στρατευμένης» γραφής.
Τα τελευταία, μάλιστα, χρόνια παρατηρείται στην αγορά του βιβλίου μία έντονη αναζωπύρωση των ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με έμφαση στη «βιογραφία» χωρών ή πόλεων, όπου πέρα από την ιστορία και την αρχαιολογία, τη γλώσσα και τον πολιτισμό, το φυσικό τοπίο και την αρχιτεκτονική, ενσωματώνονται παρατηρήσεις πάνω στην ανθρωπογεωγραφία, την κοινωνία, την πολιτική και την οικονομία, που μεταφέρουν στον αναγνώστη μία σφαιρική δημόσια εικόνα του τόπου που αναλύεται.
Ζώντας τις τελευταίες ημέρες του λίβα, τ’ άγριου καιρού και των θλιβερών επετειακών αναμνήσεων του καλοκαιριού, στη χρυσοπράσινη γη που μυρίζει λεμονιά, ελιά, πεύκο και κυπάρισσο -για να θυμηθούμε τους στίχους του Λεωνίδα Μαλένη-, παρατίθεται ένα ενδεικτικό δείγμα ταξιδιωτικής λογοτεχνικής γραφής για την Κύπρο, σε καμία περίπτωση αντιπροσωπευτικό ή εξαντλητικό. Ήδη από τον 15ο αιώνα και μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, οι ξένοι περιηγητές ενέτασσαν τη σημερινή ελληνική και κυπριακή επικράτεια στα ταξίδια τους στην επονομαζόμενη τότε «Ανατολή» (Orient), περιγράφοντας με την πένα τους τη γεωγραφία, το φυσικό τοπίο και τις καιρικές συνθήκες, σημαντικά και ασήμαντα στιγμιότυπα από την καθημερινή ζωή, τις κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις εξουσίας και πολυπολιτισμικής συμβίωσης, καθώς και τη συμπεριφορά και τα βαθιά ριζωμένα ήθη και έθιμα, με κεντρικό άξονα τη θρησκεία. Η ξένη αντίληψη του ελληνικού χώρου δομείται όλην αυτήν την περίοδο και μέσα από αυτές τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις, με κεντρικό άξονα τη «συνάντηση» της τότε σύγχρονης Ευρώπης με την αρχαία Ελλάδα.
Συνεπώς, αυτά τα «ταξιδιωτικά», ουσιαστικά όμως «πολιτικά-κοινωνιολογικά», κείμενα αποδεικνύονται ένα πολύτιμο έντυπο και εικονογραφικό υλικό για την έρευνα λειτουργίας της ευρωπαϊκής διαμεσολάβησης στην κατασκευή μίας δημόσιας εθνικής εικόνας, αλλά και για τη μελέτη της ίδιας της ευρωπαϊκής ιστορίας, πολιτικής, φιλολογίας και τέχνης. Ιδιαίτερα, η ξένη ματιά περιήγησης στα χώματα της Κύπρου, αρχαϊκό σταυροδρόμι Ανατολής και Δύσης, περιέχει έντονες θετικές και αρνητικές αποχρώσεις, αντανακλώντας τις τότε συνθήκες διαβίωσης του ντόπιου πληθυσμού και τις σχέσεις με τον εκάστοτε δυνάστη, αλλά και την παιδεία και την ιδεολογία του ίδιου του περιηγητή. Κι αυτή η ματιά, παρά το υποκειμενικό στοιχείο του περιηγητή-καταγραφέα, είναι πολύτιμη στη μελέτη της ιστορίας του Ελληνισμού και της συνύπαρξής του με άλλους λαούς και πολιτισμούς, στην ανατολική άκρη της Μεσογείου.
Ο Γάλλος ρομαντικός ποιητής, μυθιστοριογράφος, ιστοριογράφος και πολιτικός Alphonse Marie Louis de Prat de Lamartine, γνωστός στην ελληνική ιστοριογραφία ως Λαμαρτίνος, (Voyage en Orient, 1832) αποτύπωσε τις εντυπώσεις του σε οκτώ Τετράδια, κατεχόμενος από τη φλόγα της εξερεύνησης νέων τόπων και με έντονο το πολιτικο-κοινωνικό στοιχείο στη γραφή του, από ένα ταξίδι που πραγματοποίησε στην τότε επονομαζόμενη «Ανατολή», με κύριους σταθμούς τις Καρχηδόνα, Μάλτα, Ελλάδα, Κύπρο, Βηρυτό, Λίβανο, Ναζαρέτ, Ιερουσαλήμ, Βηθλεέμ και Συρία.
Υπό την επήρεια του ιδεαλιστικού θαυμασμού του για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, ο Λαμαρτίνος εκπλήσσεται δυσάρεστα και αντιδρά στην τότε τουρκοκρατούμενη εικόνα της Ελλάδας, όπως και άλλοι Ευρωπαίοι ρομαντικοί, καθώς διαψεύδεται η ωραιοποιημένη εικόνα που είχαν στο μυαλό τους προτού φθάσουν στην περιοχή. Βρίσκει την Ελλάδα «μικρή, τεμαχισμένη, βασανισμένη, λεηλατημένη», «σαν το σκελετό ενός νάνου!», αντικρίζοντας την Αττική και τα νησιά του Αργοσαρωνικού. Μόνο στη Ρόδο αναθαρρεί κάπως, η οποία «ξεφυτρώνει σαν ένα πράσινο μπουκέτο μέσα από τον κόλπο των κυμάτων», μαγεμένος από τον ανατολίτικο χαρακτήρα με τους μιναρέδες και την ασιατική βλάστηση.
Αποπλέει για την Κύπρο, ως τόπο σύντομης ανάπαυλας στο ταξίδι του με προορισμό τη Συρία, αλλά δεν βρίσκει τίποτα αξιόλογο στη φύση και τους ανθρώπους, καθώς η νήσος «μοιάζει εξ ολοκλήρου με όλα τα μαδημένα, μονότονα, γυμνά νησιά του Αρχιπελάγους. Είναι το κουφάρι ενός από αυτά τα μαγεμένα νησιά όπου η αρχαιότητα τοποθέτησε τη σκηνή των πιο ποιητικών δογμάτων της». Ας μην ξεχνάμε ότι ο Λαμαρτίνος γοητεύτηκε ήδη από το ταξίδι αυτό από την τότε τουρκική εξουσία και τον ισλαμικό πολιτισμό, ώστε το 1854 συνέγραψε την Ιστορία της Τουρκίας.
Ο Βρετανός δανδής Alexander Kinglake (Eothen or Traces of travel brought home from the East, 1844), ο πρώτος που εισήγαγε ένα νέο τρόπο γραφής ταξιδιωτικών εντυπώσεων τον 19ο αιώνα, προβάλλοντας τις προσωπικές εντυπώσεις και συναισθήματα από «χαρτογραφημένα» μέρη της «Ανατολής» και αδιαφορώντας για την παράθεση εξαντλητικών πληροφοριών ή την «ανακάλυψη» άγνωστων στο τότε ευρωπαϊκό κοινό τόπων, έφθασε στην Κύπρο το 1834 με ένα ελληνικό μπρίκι από τη Σμύρνη, συνεχίζοντας μετά το ταξίδι του στον Λίβανο. Ομολογεί, στα χώματα της Πάφου, πως «το νησί είναι ωραιότατο. Προχώρησα στην άκρη ανθισμένων αγρών, μέχρι τις πλαγιές του χιονισμένου Ολύμπου, με τα βαθιά ρέματα πνιγμένα στις μυρτιές και τους σχίνους. Ο αέρας, ζεστός και ευωδιαστός, έφτανε στα χείλη μου σαν την αρωματισμένη αναπνοή της θεάς Αφροδίτης και αισθάνθηκα τη μυστικιστική δύναμή της να με κυριεύει». Κι ένα σχόλιο για την ντόπια γυναικεία γοητεία: «Όπως λένε στην Ανατολή, μπορεί οι Κύπριες να είναι λιγότερο όμορφες από τις Σμυρνιές, αλλά ο Έλληνας που γυρίζει αλώβητος τα λιμάνια της Ανατολής, σίγουρα θα την πάθει στο νησί της Αφροδίτης και θα γνωρίσει εκεί τους καημούς και τα βάσανα της αγάπης».
Αργότερα, στον 20ό αιώνα, Έλληνες λογοτέχνες εντάσσουν την Κύπρο στις ταξιδιωτικές εμπειρίες τους, πάντα με έντονο το στοιχείο των προαιώνιων άρρηκτων δεσμών εθνικής ταυτότητας και συμπόρευσης. Μία ειδοποιός διαφορά από τους ξένους, ακόμη και ρομαντικούς και φιλέλληνες ξένους επισκέπτες. Ιδιαίτερα πλούσια είναι, ως γνωστόν, η βιβλιογραφία για τη γόνιμη σχέση του Γιώργου Σεφέρη με την Κύπρο. Ας δούμε μίαν άλλη γραφή από τη σεφερική. Ο Κώστας Ουράνης (φιλολογικό ψευδώνυμο του Κώστα Νέαρχου), σε μία «κρουαζιέρα» μαζί με ξένους τουρίστες στα ελληνικά νησιά του Αιγαίου και τις μικρασιατικές ακτές, λίγο πριν ξεσπάσει ο αγώνας της ΕΟΚΑ, μαγεύεται από την ιστορία και «το άρωμα της Φαμαγκούστας», «τις ώρες της Λευκωσίας» και «την ομορφιά του Μπελλαπαΐς». Δεν αντιστέκεται στη σύγκριση μεταξύ «τριών νησιών-τριών κρατών» τότε, της Κρήτης, της Ρόδου και της Κύπρου, αντιπαραβάλλοντας την κοινή εθνική ταυτότητα, ιστορική εξέλιξη και μεσογειακή φύση με την «τραγελαφικότητα» της έξωθεν επιβληθείσας πολιτικής κατάστασης:
«Ελληνική σημαία κυματίζει στο παλιό κάστρο του Ηρακλείου, ιταλική στο κάστρο των Ιπποτών της Ρόδου, αγγλική στο κάστρο της Αμμοχώστου». Ο περιηγητής δηλώνει πως νιώθει στα κατάβαθα της ψυχής του πόσο γνώριμο είναι το άρωμα και των τριών νησιών, καθώς ο ίδιος, με καταγωγή από την Πόλη, έχει ξεκινήσει το ταξίδι από την ηπειρωτική Ελλάδα «των ίδιων μεσογειακών ουρανών και τοπίων». Συμπληρώνει με λυρισμό: «Το θυμάρι των κρητικών λόφων, τα τριαντάφυλλα που άνθιζαν στις τάπιες του κάστρου της Ρόδου κ’ οι άγριες μιμόζες που πλημμύριζαν τις αμμουδιές της Κύπρου ενώνονται σ’ ένα αρωματισμένο μπουκέτο», μέσα στη μνήμη και το υποσυνείδητο του ίδιου και των κατοίκων των νησιών που επισκέπτεται.
Πέρα από την υποκειμενική ματιά ξένων και Ελλήνων ταξιδιωτών, η Φανή-Μαρία Τσιγκάκου υπενθυμίζει μία λιτή περιγραφή της αντικειμενικής γεωπολιτικής κατάστασης του κυπριακού Ελληνισμού, πριν από έξι σχεδόν αιώνες, από την πένα του ντόπιου ιστοριογράφου Λεόντιου Μαχαιρά (Εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου η οποία λέγεται κρόνακα τουτέστιν χρονικόν, 1426-1432), «…Οι πτωχοί οι Κυπριώτες, διατί είνε απλικεμένοι απάνω εις μία πέτραν εις την θάλασσαν, και από τη μίαν μερίαν είνε οι εχθροί του Θεού οι Σαρακηνοί και από την άλλην οι Τούρκοι…».
Η σύγχρονη Πομπηία…
ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ όμως, η εθνική ταυτότητα, η αντοχή και η συνοχή του Ελληνισμού ανιχνεύονται συχνά από ξένους παρατηρητές μέχρι σήμερα, πέρα από απλοϊκές περιγραφές γραφικότητας και «couleur local». Καυστικές και ειρωνικές αρνητικές ταξιδιωτικές εντυπώσεις, όπως ονομάζονταν στο παρελθόν ή «ανταποκρίσεις» και ταξιδιωτικές «βιογραφίες» όπως αποκαλούνται σήμερα, μάλλον μένουν στην επιφάνεια και δεν αναζητούν τη βαθύτερη «μήτρα» από την οποία αναδύεται η εθνική εικόνα, όπως έλεγε ο Γάλλος μελετητής Jacques Lacarri?re. Στο περίφημο Ελληνικό Καλοκαίρι (L’ ?t? grec: une Gr?ce quotidienne de 4000 ans, 1976), αποτυπώνει τις εμπειρίες που έζησε από το 1947 ώς το 1966, ξεναγώντας τον αναγνώστη στην αληθινή Ελλάδα που είναι κρυμμένη από την απλή καθημερινότητα μέχρι τους αόρατους δεσμούς του συλλογικού ασυνείδητου και ταυτότητας.
Ο περιηγητής εντοπίζει ένα «θαύμα» στην ηπειρωτική Ελλάδα και στα νησιά που είναι σπαρμένα στη Μεσόγειο, καθώς «μέσ’ απ’ τις πλημμυρίδες και τις αμπώτιδες της ιστορίας της, τις τύχες του πολιτισμού της, τα συνεχή πηγαινέλα ενός πληθυσμού αιωνίων Αργοναυτών, η Ελλάδα συνέχισε να υπάρχει και να παραμένει Ελλάδα». Ο ίδιος συμπεριέλαβε στην περιδιάβασή του αργότερα και την Κύπρο, ως χρονικό περιπλάνησής του στη Νεκρή Ζώνη της Λευκωσίας, μιας «σύγχρονης Πομπηίας», όπως την αποκάλεσε. Θεωρώ ταπεινά πως αυτή η λογοτεχνική γραφή, παλαιότερα και στις μέρες μας, αντανακλά και μεταφέρει πιστότερα τη δημόσια εθνική εικόνα των χωρών μας στο εξωτερικό και συμβάλλει στην αυτογνωσία και τη συνομιλία με άλλους λαούς και πολιτισμούς.
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΛΑΜΠΡΟΥ
Δρ σε θέματα Πολιτιστικής Πολιτικής, Διαχείρισης και Επικοινωνίας, Σύμβουλος Τύπου & Επικοινωνίας στην Πρεσβεία της Ελλάδος στην Κύπρο [email protected]




