Σαν ένας ελάχιστος φόρος τιμής στον εκλιπόντα, πια, ψυχιάτρο

Πώς, ένα φοβισμένο δημοσιογραφικό μειράκιο κάποτε, βρέθηκε να αναπληροί τη στήλη του στη City free press

ΗΤΑΝ ΗΔΗ πολυσυζητημένη, η ανηλεώς διαπεραστική γραφίδα του, για πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις του κοινωνικοπολιτικού μας βίου


Ήταν πριν από πολλά χρόνια, σε μιαν άλλη συγκυρία, με ζείδωρο τον ενθουσιασμό για την «ανάπτυξη» του δημοσιογραφικού επαγγέλματος και την άνθηση των Μέσων, όπου άνθρωποι σαν τον Γιάγκο Μικελλίδη (και όχι μόνον), ερχόμενοι από άλλους χώρους, ανέπτυσσαν, με θέση και με άποψη, ανεξαρτήτως τού αν συμφωνούσες ή διαφωνούσες μαζί τους, έναν ακμαίο, διεισδυτικό και, ενίοτε, ανατρεπτικό λόγο για τα δημόσια πράγματα του τόπου.

Αν μπορούσα να τοποθετήσω χρονικά την ενδιαφέρουσα αυτή συγκυρία, θα έλεγα πως ήταν γύρω στα οκτώ με δέκα περίπου χρόνια πριν, όταν κάποιοι, με κοφτερά ακονισμένη διαίσθηση και εμβριθέστερη γνώση των βαθύτερων ψυχικών, κοινωνικοπολιτικών, οικονομικών και πολιτισμικών διεργασιών που συντελούνταν στην κυπριακή κοινωνία, κάτω από το κέλυφος του, πολυεπίπεδα και σε πυρηνικό βάθος, επιμολυσμένου κυπριακού «θαύματος», συνελάμβαναν αυτό που επέρχετο, όχι σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία, αλλά στο πλαίσιο ενός επικαιρικού, πλην όμως διαχρονικά επικαιροποιημένου κριτικού λόγου για το παρόν.

Φρονώ, πως, ο Γιάγκος Μικελλίδης, παρά τις όποιες αντιρρήσεις θα μπορούσε να εγείρει κανείς για το «ύφος», τις «μεταμορφώσεις» ή τις θέσεις του, ήταν ένας από αυτούς, εξ ου και η ευχέρεια με την οποία η επιστημονική του κατάρτιση εκχυνόταν απροσχημάτιστη, σε μια χειμαρρώδη, ενίοτε, παρεμβατική διαλογική για τα κοινά, προκαλώντας ουκ ολίγες αναταράξεις στο αδιαταράκτως διερχόμενο τα πορθμεία της συναλλαγής και της διαφθοράς πολιτικό μας εποικοδόμημα.

Ήταν, ήδη, πολυσυζητημένη, η ανηλεώς διαπεραστική γραφίδα του, για πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις του κοινωνικοπολιτικού μας βίου.

Στην εβδομαδιαία έκδοση της πρωτοπόρου, τότε, για τα δημοσιογραφικά μας πράγματα, City free press, η επιφυλλίδα του Γιάγκου Μικελλίδη λειτουργούσε, για τους περισσότερους από τις αναγνώστες της, ως απαράγραπτη ευαγγελική διακήρυξη, κάτι σαν ένα επιστήθιο και βαθύρριζα κρουόμενο άσμα ασμάτων.

Λοιπόν, στην αρχή εκείνου του (ακόμη μια φορά!) πολύπαθου Αυγούστου του 2006, εκλήθη η απροσμέτρητη ταπεινότητά μου, να «καλύψει», για τέσσερις εβδομάδες, (όσες και οι μέρες της απουσίας του), τη στήλη του, εκλιπόντος, πια, ψυχιάτρου.

Την αρχική πανικόβλητη άρνηση για το, προφανέστατα, αδύνατον της αναπλήρωσης, διαδέχτηκε, σταδιακά, η ράθυμη συγκατάβαση κάποιου που ξέρει πως πάει να παίξει ένα παιγνίδι από τα πριν χαμένο. Γιατί όχι, σκέφτηκα, αφού θα περάσω τέσσερις φορές, χωρίς ιδιαίτερο μόχθο και άγχος, σαν άλτης που δεν μπορεί να μεγαλώσει το ύψος του, κάτω από ένα δυσθεώρητο πήχη! Πρώτο - επίφοβο, είναι αλήθεια - απόσταγμα της ράθυμης εκείνης συγκατάβασης, είναι το κάτωθι πόνημα, που επαναδημοσιεύει σήμερα η «Σ», σαν ένας ελάχιστος φόρος τιμής, στον Γιάγκο Μικελλίδη:

Στον καθρέφτη της γραφής ενός άλλου

«Να γράψεις στη θέση του Γιάγκου Μικελλίδη, στη στήλη του - να παρέμβεις, δηλαδή, στον καθρέφτη, που κατοπτρίζεται ο αειθαλής έρωτας με τους αναγνώστες του - τι άλλο θα σήμαινε από την a priori ακύρωσή σου ως ‘γραφέα’, δηλαδή, μια απερίσκεπτη πράξη αυτοκτονίας.

Ό,τι κι αν πεις, ό,τι κι αν γράψεις κι όσο ‘καλά’ κι αν το γράψεις, ακόμη κι αν βάλεις σε ενέργεια «όλα τα καραγκιοζλίκια σου» - έστω και καραγκιοζλίκια που ο ‘εθνικός’ ψυχίατρος του κάθε Καραγκιόζη και Καραγκιοζοπαίχτη της καθ’ ημάς δεν έχει στη διάθεσή του, το αποτέλεσμα θα είναι τραγικά οικτρό. Εκ των υστέρων, βεβαίως, το μετάνιωσα, αλλά, πλέον, είμαι πιασμένος στην ποντικοπαγίδα, δεν υπάρχει διαφυγή, όπως ακριβώς είναι πιασμένοι, στον ανειρήνευτο φαύλο κύκλο της βίας, στον σιδερόφρακτο ιστορικό κλοιό, οι πάσχοντες της μεσανατολικής αλληλοσφαγής.

Εκεί που γύρευα, λοιπόν, να αγρεύσω από τον ίδιο κανα δυο παρηγορητικά λόγια - δίκην ‘εξήγησης’ του υπέρτατου παραλογισμού, όπως, εν τη αφελεία μου, ίσως, νομίζω πως είναι αιματοχυσία στο Λίβανο - να ’μαι να… χορεύω ο ίδιος ‘στο φτερό του καρχαρία’, να προσπαθώ να ισορροπήσω τη σκέψη και το συναίσθημα, επιχειρώντας να αραδιάσω μια - δυο καθησυχαστικές αράδες ακριβοδίκαιης λύπης για το ανήκουστο των ανθρωπίνων.

Μάταιος ο κόπος, κι ο συρφετός του παρόντος λόγου, αποδεικνύει το αληθές. Μόνον η λίγη, εισερχόμενη από τα καλαμορούθουνα της πάνδημης ενοχής μας, εγερτήρια τσίκνα της ποίησης μπορεί να αντισταθμίσει την μπόχα των ημερών: «Δεν πάει πια μέσα απ' τις λέξεις η υπόθεση», έγραψε πριν από καμιά 20αριά χρόνια ο Νίκος Καρούζος, για να προσθέσει: «Εάν υπάρχω, κατά τα 9 μου δέκατα είμαι λυκόφως» - ναι, εδώ, σ’ αυτό το λυκαυγές του Πολιτισμού και των πολιτισμών -, γιατί «είναι ο πρόχειρος θάνατος ένα κλούβιο ρολόι», κι εγώ «φθέγγομαι τρόμο…

Επιτέλους, τι νομίζεις πως είναι τα ιδανικά; Είναι όπως αλευρώνουμε τα ψάρια πριν από το τηγάνισμα»… Ε, και; Ας σταματήσω… Γιατί, όντως, δεν πάει πια, δεν πάει άλλο μέσα από τις λέξεις η υπόθεση. Γιατί η προχθεσινή φρικώδης θηριωδία της Κανά, δεν ρίχνει λάδι μόνον στις πληγές του μίσους εκατέρωθεν, ούτε επιδαψιλεύει το μίσος προς τους δράστες: μας κάνει να μισούμε τον εαυτό μας γι’ αυτό που μπορεί να συμβεί - κι αυτό που επίκειται - με την υφέρπουσα συνενοχή μας, γι’ ό,τι συμβαίνει γύρω και μπροστά στα μάτια μας όντας ανήμποροι να του αντισταθούμε, έστω σαν μια ανυπόληπτη κραυγή άρνησης και καταδίκης του.

Εδώ, στην Κύπρο, καθιερώσαμε, σάμπως μιαν ατίθαση ηχώ απέλπιδος αληθο-φιλίας μέσα στις τόσες ψευδολογίες και ψευδαισθήσεις μας, τον όρο ψευδοκράτος για τους απέναντι - ψευδοκράτος, ψευδοπρωθυπουργός, ψευδοκυβέρνηση, ψευδοβουλευτής κ.τ.λ., κ.τ.λ. - μήπως και περισώσουμε, έστω μέσα στις αγκυλώσεις της γλωσσικής μας συνήθειας, το μετα-ιστορικό απολειφάδι των τετελεσμένων που μας επισώρευσε η Ιστορία. Ίσως, θα έπρεπε να το μετατρέψουμε σε εθνική πατέντα, όπως το χαλούμι, τη ζιβανία και τα λοιπά, και να το θέσουμε σε οικουμενική χρήση για όλα τα ψευδο-συμβάντα, τις ψευδο-έννοιες, τα ψευδο-ιδανικά και τις παγκόσμιες ψευδο-υποθέσεις. Ίσως, αυτό να ήτο μία λύσις, απέναντι στο κατεδαφιστικό βάρος της αλήθειας των γεγονότων…».