Οδοιπορικό στη σκλαβωμένη Αμμόχωστο

Όλα είναι ίδια με πέρυσι, πρόπερσι, πριν από δέκα και πριν από είκοσι χρόνια…

ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ άφησαν την πόλη να καταστραφεί… δεν έχει μείνει τίποτα όρθιο, κατέρρευσαν οι εκκλησίες… αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν κανένα σεβασμό, καμιά ντροπή…


Γι' ακόμα μια φορά βρέθηκα στον δρόμο από την κατεχόμενη Αμμόχωστο στη Δερύνεια, ξυστά από το σκουριασμένο συρματόπλεγμα του κατοχικού στρατού, που περιφράσσει και πνίγει την πόλη. Η διαφορά είναι ότι φέτος η επέτειος, στρογγύλεψε. Σαράντα χρόνια ακριβώς.

Κατά τα άλλα, όλα είναι ίδια με πέρυσι, πρόπερσι, πριν από δέκα και πριν από είκοσι χρόνια.

Την αφόρητη ζέστη του Αυγούστου χειροτερεύει, όπως πάντα, η συναισθηματική ένταση που ανεβάζει στα ύψη την αδρεναλίνη. Αυτός ο δρόμος στοιχειώνει την παιδική μου ηλικία στην Κάτω Δερύνεια, γιατί πριν από σαράντα χρόνια οδηγούσε στο σχολείο μου και τώρα οδηγεί σε ένα αδιέξοδο, όπου είμαστε όλοι παγιδευμένοι.

Με συνοδεύει σε αυτό το οδοιπορικό, όπως πριν από δύο χρόνια ακριβώς, ο συγγραφέας των συγκλονιστικών βιβλίων «Αγνοηθέντες 1974» και «Μνήμες», Πανίκος Νεοκλέους, γνωστός ακτιβιστής του άπιαστου ονείρου των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών - της επανένωσης της Κύπρου και της ειρηνικής συνύπαρξης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

Με την καρδιά «καμένη» για το σπίτι της

Καθώς ο Πανίκος οδηγεί από το Κάτω Βαρώσι προς την Κάτω Δερύνεια, διασταυρωνόμαστε με ένα αυτοκίνητο με ελληνοκυπριακούς αριθμούς εγγραφής, που έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση. Του λέω να κάνει στροφή επιτόπου και να προσπαθήσουμε να το προλάβουμε, πριν χαθεί μέσα στην πόλη. Τα καταφέραμε.

Μεταφέρει τα πέντε μέλη της ίδιας οικογένειας. Τα δύο αδέλφια από το Κάτω Βαρώσι Μιχάλη και Αντώνη Στασουλλή, 58 και 55 χρονών αντίστοιχα, την 54χρονη σύζυγό του Μιχάλη, την Παναγιώτα, από τον Σταυρό Αμμοχώστου και την 53χρονη σύζυγο τού Αντώνη, την Αντιγόνη, από την Αραδίππου. Μαζί τους και η 25χρονη Αγγελική, κόρη του Αντώνη και της Αντιγόνης. Βρίσκονται εδώ για να αγναντεύσουν από μακριά το σπίτι της Παναγιώτας, που βρίσκεται μέσα στην κλειστή πόλη.

«Από εδώ στον δρόμο της Δερύνειας, μπορούμε να δούμε το σπίτι μου γιατί είναι διπλοκατοικία», μας είπε η Παναγιώτα Στασουλλή και μας δείχνει ένα σημείο ανάμεσα στα ρημαγμένα ερείπια των κτιρίων, πέρα από τα συρματοπλέγματα. Πρόσθεσε ότι η οικογένεια διαμένει στο Τραχώνι Λεμεσού. «Ήρθαμε για πρώτη φορά εδώ μόλις άνοιξαν τα οδοφράγματα, πριν από δέκα χρόνια», σχολίασε. «Μαζί μας ήρθαν τότε η κόρη μας και ο μεγάλος μας γιος, αλλά όχι ο δεύτερος γιος μας, γιατί δεν θέλει να δείξει διαβατήριο ή ταυτότητα στις κατοχικές αρχές».

Μας είπε παρεμβαίνοντας ο Μιχάλης Στασουλλής: «Δεν μπορώ να καταλάβω, τόσα χρόνια επαναπροσέγγιση και φιλία… πού μας έβγαλε; Παραγνωριστήκαμε και τίποτα δεν έγινε. Η μάνα μου μένει σε τουρκοκυπριακό σπίτι και λέει ότι δεν είναι δικό της. Αυτή είναι η διαφορά. Ενώ οι Τούρκοι που μένουν στα δικά μας σπίτια, ξέρουν ότι δεν είναι δικά τους, αλλά λένε πως είναι δικά τους... Το σπίτι της γυναίκας μου είναι στην κλειστή περιοχή, η καρδιά της είναι καμένη να το δει… κι όμως δεν μπορεί... Αυτό που κάνουν οι Τούρκοι είναι να ροκανίζουν τον χρόνο για να φύγει και η γενιά η δική μας. Ήδη πέρασαν σαράντα χρόνια κι έφυγε η γενιά του πατέρα μας… αν φύγει και η δική μας γενιά, τα παιδιά μας δεν ξέρουν τίποτα...».

Να τα κάνουμε όπως ήταν πριν

Ο Αντώνης Στασουλλής είναι αντιπρόεδρος της κυπριακής κοινότητας της Αδελαΐδας. Μετανάστευσε στην Αυστραλία από το 1981, όπου ήδη ήταν εγκατεστημένη -από το 1976- η μεγαλύτερη αδελφή του. «Φέραμε στην Αμμόχωστο την κόρη μας την Αγγελική, γιατί ήθελε να δει το μέρος που γεννήθηκα», μας είπε. «Εγώ γεννήθηκα και πήγαινα σχολείο μέχρι τα 15 μου χρόνια στο Κάτω Βαρώσι, εδώ λίγο παρακάτω.

-Ελπίζεις ότι οι Τούρκοι θα δώσουν πίσω την πόλη;

-Ελπίζω, αλλά πρέπει να γίνει μεγάλη υποδομή. Πρέπει να χαλάσουν όλα τα κτίρια και να ξανακτιστούν από την αρχή. Και όλοι αυτοί οι παράνομοι έποικοι, πού θα πάνε; Λένε ότι είναι δικός τους ο τόπος…

-Εσύ τι λες, Αγγελική;

-Εγώ είμαι σοκαρισμένη από αυτό που βλέπω… οι Τούρκοι άφησαν την πόλη να καταστραφεί… δεν έχει μείνει τίποτα όρθιο, κατέρρευσαν οι εκκλησίες… αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν κανένα σεβασμό, καμιά ντροπή…

-Θα μπορούσες να ζήσεις εδώ, αν έδιναν πίσω την πόλη;

-Δεν νομίζω. Όχι όπως είναι τώρα. Όλα πρέπει ν' αλλάξουν, να έχουμε ξανά τον έλεγχο και να τα κάνουμε όπως ήταν πριν.

Οι καρποί της παρατεταμένης αβεβαιότητας

Ελάχιστοι από τους Τούρκους και τους Τουρκοκυπρίους που συναντήσαμε και κουβεντιάσαμε λίγη ώρα προηγουμένως στην εντός των τειχών Αμμόχωστο, θέλουν, ή πιστεύουν ότι «τα πράγματα μπορούν να γίνουν όπως ήταν πριν». Ακόμα και άνθρωποι με καλή θέληση, όπως η κοινοτάρχης («μουχτάραινα») της παλιάς Αμμοχώστου Νεβίν Σεμερτζίογλου και ο 85χρονος γείτονάς της Μεχμέτ Εμίν. Η Νεβίν εκλέγεται και υπηρετεί στη θέση αυτή τα τελευταία 20 χρόνια.

Ο πατέρας της είναι από τη Μελάνδρα της Πάφου και η μητέρα της από τη Γιαλιά, κοντά στην Πόλη Χρυσοχούς. Μας είπε ότι στην εντός των τειχών Αμμόχωστο, ζουν περίπου 1.300 άνθρωποι, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι Τουρκοκύπριοι που γεννήθηκαν εδώ ή που μεταφέρθηκαν από τη Λεμεσό και την Πάφο, κατά την ανταλλαγή πληθυσμών το 1975 - ένας μεγάλος αριθμός Τουρκοκυπρίων από την Πάφο διαμένουν, μετά το 1974, στο Κάτω Βαρώσι και στον δρόμο της Δερύνειας, και άλλοι στη Μόρφου.

Ο Μεχμέτ Εμίν, για χρόνια επιστάτης των αχθοφόρων στο λιμάνι Αμμοχώστου, ανήκει στην παλιά γενιά Τουρκοκυπρίων με άριστη γνώση της ελληνικής -εννοείται σε κυπριακή διάλεκτο- και με θετική διάθεση για την προοπτική μιας λύσης αμοιβαία αποδεκτής. Έχει όμως κι αυτός τις αμφιβολίες του, λόγω της παρατεταμένης -για σαράντα χρόνια- αβεβαιότητας.

«Ελπίζουμε να βρεθεί μια λύση να ευχαριστηθούν και οι δύο πλευρές», είπε και πρόσθεσε: «Αυτό εξαρτάται από εμάς τους Κυπραίους και όχι από τους ξένους, την Τουρκία ή την Ελλάδα. Αν θέλουμε, μπορούμε να ξαναζήσουμε όπως τον παλιό καιρό. Όμως οι νέοι σκέφτονται διαφορετικά»...

Ο Μεχμέτ πιστεύει ότι «οι απλοί άνθρωποι θέλουν ν' ανοίξει το Βαρώσι, ν' ανοίξουν δουλειές και για Έλληνες και για Τούρκους, να μην έχει ανεργία. Αλλά, όλα εξαρτώνται από την Τουρκία. Μέχρι τώρα δεν ήθελε να προχωρήσει σε λύση. Τώρα όμως που ο Ερντογάν έγινε Πρόεδρος και παραμέρισε τους στρατιωτικούς, νομίζω μπορεί κάτι να γίνει και να υπάρξουν χειρονομίες καλής θέλησης. Μια από αυτές μπορεί να είναι το άνοιγμα της κλειστής περιοχής της Αμμοχώστου».

Λέμπα, Κόκκινα, Σουηδία, Ελβετία

Ένα προσωπικό τραύμα, που ακόμα προσπαθεί να επουλώσει, ταυτισμένο με την ελληνοτουρκική σύγκρουση στο νησί τη δεκαετία 1960, κουβαλά ο 70χρονος μεταφραστής και δάσκαλος της τουρκικής γλώσσας Χασάν Μουσταφά, από το πρώην τουρκοκυπριακό χωριό Λέμπα της Πάφου, εδώ και δεκαετίες μετανάστης στη Σουηδία. Παρόλο τούτο, δεν έχασε το χαμόγελο και την αισιοδοξία του. Τον συναντήσαμε σε καφετερία της παλιάς Αμμοχώστου, μαζί με τον 33χρονο γιο του Άρθουρ, διευθυντή θεάτρου.

Τον ρώτησα πώς αποφάσισε, αρχικά, να μεταναστεύσει στη Σουηδία. «Αν έχανες τον πατέρα και τον νεότερο αδελφό σου, τι θα έκανες;», μου είπε και με πληροφόρησε ότι τον Ιανουάριο 1964, στη διάρκεια των διακοινοτικών ταραχών, νεαροί Ελληνοκύπριοι γειτονικών χωριών, «παιδιά όχι μεγαλύτερα από 17 χρονών», όπως παρατήρησε, δολοφόνησαν τον 50χρονο τότε πατέρα του και τον 17χρονο αδελφό του στο περιβόλι, δίπλα στο σπίτι της πολυμελούς οικογένειας, που είχαν συνολικά έξι παιδιά.

Ο ίδιος ο Χασάν και ο μεγαλύτερος αδελφός του έλειπαν εκείνο το διάστημα για σπουδές στην Τουρκία. Το χωριό εγκαταλείφθηκε τότε από τους κατοίκους του, οι περισσότεροι από τους οποίους κατέφυγαν στην πόλη της Πάφου. «Για δύο χρόνια ζούσαμε στα βουνά σαν κατσίκια… και δεν είχαμε τίποτα». Τον Αύγουστο εκείνης της χρονιάς, ο Χασάν επέστρεψε από την Τουρκία και συμμετείχε στις μάχες των Κοκκίνων στην Τηλλυρία. Στη συνέχεια αποφάσισε να φύγει στη Σουηδία. Εκεί παντρεύτηκε με Πολωνέζα και απέκτησαν δύο γιους, τον 33χρονο Άρθουρ και τον 37χρονο Σερντάρ.

-Τι σκέφτεσαι για τα γεγονότα των Κοκκίνων;

-Δεν ξέρω... Δεν νιώθω καλά για όλα αυτά…. Οι Έλληνες και οι Τούρκοι θα μπορούσαν να συμφωνήσουν να ανήκουν σε ένα κράτος στο νησί.

-Νομίζεις είναι δυνατό να επανενωθεί η Κύπρος και να ζήσουν μαζί Έλληνες και Τούρκοι;

-Όχι. Και το ίδιο πιστεύουν όλοι, σε αυτήν την πλευρά. Δεν ζω εδώ, αλλά διαβάζω εφημερίδες… Όλοι οι ηγέτες μας, που εδώ και σαράντα χρόνια συζητούν για λύση του Κυπριακού, υπαναχωρούν συνεχώς από αυτά που συμφωνούν στο τραπέζι των συνομιλιών, λένε άλλα των άλλων και πάλι ξεκινούν από την αρχή… ποιο το νόημα σε όλα αυτά; Και έτσι δεν εμπιστεύομαι κανέναν. Μου αρέσει το μοντέλο της Ελβετίας, με τα καντόνια της, όπου ζουν γερμανόφωνοι, γαλλόφωνοι και ιταλόφωνοι, ειρηνικά, με αρμονία, για αιώνες. Αυτό θα μπορούσε να γίνει κι εδώ... Μια κοινή κυβέρνηση, με δύο διαφορετικά και ξεχωριστά μεταξύ τους, καντόνια.

Εμείς μαύρο, εσείς άσπρο

Σε ένα καφενείο της εντός των τειχών Αμμοχώστου, συναντήσαμε τον 30χρονο ηλεκτρολόγο Λουτφί Αμπάταϊ και τον 80χρονο συνταξιούχο Μουσταφά Οτουνζέλ. Παρά τη διαφορά ηλικίας, οι απόψεις τους συγκλίνουν σε πολλά. Μας μίλησαν και οι δύο στα ελληνικά. Ο νεαρός Λουτφί εργάστηκε για 8 χρόνια στην Αραδίππου, σε Ελληνοκύπριο εργοδότη. «Δεν με κόφτει η πολιτική, δεν με κόφτει τι γίνεται και τι θα γίνει στο Κυπριακό.
Ποτέ δεν ψήφισα μέχρι τώρα, και δεν με νοιάζει να χωρίζω τον κόσμο σε άσπρους, σε μαύρους, σε μουσουλμάνους, σε χριστιανούς. Ο κόσμος είναι κόσμος…».

Ο Μουσταφά είναι γέννημα θρέμμα Αμμοχώστου, αλλά από 23 χρονών έζησε μετανάστης στην Αγγλία και στην Αυστραλία. Το 1974 βρισκόταν στην Αυστραλία. «Εγώ δεν ξέρω τίποτε, δεν ανακατωνόμουν και ποτέ δεν μου άρεσε η πολιτική. Πολλοί θέλουν να μείνουν όπως είναι τα πράγματα. Πάντως οι Τουρκοκύπριοι, όποια συμφωνία και να γίνει για την Κύπρο, θέλουν την Τουρκία να εγγυάται την ασφάλειά τους. Δεν έχουν εμπιστοσύνη στους Ελληνοκυπρίους».

Μαζί του συμφωνεί και ο 74χρονος Χασάν Νιαζί από το Λευκόνοικο, κάτοικος Αμμοχώστου από το 1961, όπως μας ανέφερε. Ήταν για χρόνια υπάλληλος στη CYTA. «Δεν πιστεύω ότι θα γίνει λύση. Έτσι θα μείνουν τα πράγματα. Γιατί; Γιατί αυτό που βλέπουμε εμείς μαύρο, εσείς το βλέπετε άσπρο. Τους πολιτικούς που κυβερνούν κι εμάς κι εσάς, δεν τους συμφέρει να συμφωνήσουμε. Τους συμφέρει να μείνουν έτσι τα πράγματα...».

Ειρηνικά, αλλά ξεχωριστά…

Επιφυλακτικός από την αρχή που τον προσέγγισα ήταν ο νεαρός έποικος με το όνομα Τόμας. Δεν μου είπε το επίθετό του. «Μην ανησυχείς για το επίθετό μου», σχολίασε. «Γράψε απλά, Τόμας». Λίγο πιο περα ήταν η γυναίκα και τα δυο παιδιά τους, 5 και 3 χρονών. Δεν δέχτηκε να τον φωτογραφίσω με τη μικρή του κόρη. Ούτε να μου μιλήσει, αρχικά. «Μίλα στον ιδιοκτήτη του καταστήματος», με προέτρεψε. Στη δική μου επιμονή, με πληροφόρησε ότι γεννήθηκε στην Τουρκία και ότι τον έφεραν οι γονείς του στην Κύπρο, όταν ήταν 3 χρονών. Τώρα ζει στην Αγγλία.

-Είναι, πιστεύεις, δυνατόν για Έλληνες και Τούρκους να ζήσουν ειρηνικά με συμφωνία;

-Ναι, γιατί όχι; Μπορούμε να μοιραστούμε τα πάντα. Άνθρωποι είμαστε. Αλλά να ζούμε ξεχωριστά είναι καλύτερα. Ειρηνικά, αλλά ξεχωριστά.

-Πιστεύεις ότι είναι αδύνατο να ζήσουμε όπως πριν από το 1974;

-Δεν νομίζω. Υπήρξε πόλεμος. Εσείς, τα παιδιά σας μετά το 1974 τα μαθαίνετε ότι οι Τούρκοι είναι κακοί και βάρβαροι. Αλλά εμείς, ποτέ δεν λέμε στα παιδιά μας ότι οι Έλληνες είναι κακοί. Βεβαίως… όλα καταλήγουν στην οικονομία. Τα οικονομικά συμφέροντα είναι το παν και μπορούν να καθορίσουν την ειρήνη στην Κύπρο. Αν ο τόπος ευημερεί και η οικονομία πάει καλά, δεν υπάρχει πόλεμος, ούτε συρράξεις και φιλονικίες. Όμως, ξεχωριστά.

Μετά τη λήξη της συνομιλίας μας και ενώ απομακρυνόμουν από κοντά του, ο Τόμας μου φώναξε το σύνθημα του Κεμάλ Ατατούρκ «Ειρήνη στην πατρίδα, ειρήνη στον κόσμο»...

Φέτος αποφάσισε κατεχόμενα

Ο Ιταλός Zan Paolo Gallina, που παραθερίζει στην κατεχόμενη Αμμόχωστο με τη Ρωσίδα γυναίκα του Άννα, μας είπε ότι «προτιμά να περνά τις διακοπές του στην ελληνική πλευρά, όπου έχει φίλους στο Παραλίμνι», αλλά φέτος αποφάσισε διαφορετικά. Τον προσεγγίσαμε ενώ βρισκόταν κάτω απ' την ομπρέλα του, στη χρυσή αμμουδιά του ξενοδοχείου «Κωνστάντια», που οι Τούρκοι επαναλειτούργησαν με την ονομασία «Παλμ Μπιτς».

Παρατήρησε ότι «είναι σοκαριστικό και απίστευτο να βλέπουμε μπροστά μας αυτήν την πόλη φάντασμα και αυτά τα ερείπια των ξενοδοχείων... Πριν από λίγο, κάποιοι τουρίστες πήγαν στην άκρη της παραλίας να φωτογραφήσουν την κλειστή πόλη και κατέβηκαν Τούρκοι στρατιώτες από το φυλάκιο και τους απομάκρυναν. Διάβασα στο Ιντερνέτ ότι στη δεκαετία 1960 μέχρι το 1974, ήταν το καλύτερο τουριστικό μέρος της Ευρώπης».

Η κουβέντα με τον Zan Paolo τελειώνει, με τον Ιταλό να μας κάνει ερωτήσεις, αντί να απαντά στις δικές μας. «Δεν καταλαβαίνω… γιατί οι Τούρκοι κρατούν κλειστή την πόλη; Οι Έλληνες από τη μια πλευρά, έχετε σχέσεις με τους Τούρκους από την άλλη;».