ΥΓΕΙΑ-ΙΑΤΡΙΚΗ
Η υπέρταση συμβάλλει σε περίπου 9,4 εκατ. θανάτους παγκοσμίως
Δεν κινδυνεύουν όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο από την υπέρταση, μία πάθηση που συμβάλλει σε περίπου 9,4 εκατ. θανάτους παγκοσμίως κάθε χρόνο. Η αυξημένη συστολική («μεγάλη») και η αυξημένη διαστολική («μικρή») αρτηριακή πίεση έχουν διαφορετικές καρδιαγγειακές επιπτώσεις, ανάλογα και με την ηλικία του ασθενούς, σύμφωνα με μια νέα μεγάλη επιστημονική έρευνα, με επικεφαλής την Ελληνίδα επιδημιολόγο που ζει και εργάζεται στη Βρετανία, δρα Ελένη Ραψομανίκη, του Ινστιτούτου Ερευνών Υγείας Farr του Λονδίνου και του Τμήματος Επιδημιολογίας & Δημόσιας Υγείας του University College του Λονδίνου (UCL).
Είναι η πρώτη μελέτη που συσχετίζει τις συνέπειες της αρτηριακής πίεσης με 12 διαφορετικές καρδιαγγειακές παθήσεις, σε διάφορες ηλικιακές ομάδες. Οι ερευνητές, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο διεθνούς κύρους ιατρικό περιοδικό «The Lancet», ανέλυσαν στατιστικά στοιχεία για 1,25 εκατ. ανθρώπους και πρόκειται να κάνουν σχετική παρουσίαση σε διεθνές συνέδριο της Ευρωπαϊκής και της Διεθνούς Εταιρείας Υπέρτασης, που θα πραγματοποιηθεί στην Αθήνα στις 13-16 Ιουνίου.
Οι 1,25 εκατ. άνθρωποι ήταν ηλικίας άνω των 30 ετών και παρακολουθήθηκαν κατά μέσο όρο επί μία πενταετία. Από αυτούς, το ένα πέμπτο περίπου έπαιρναν φάρμακα για τη μείωση της υπέρτασης. Σε οποιαδήποτε ηλικιακή ομάδα, τον μικρότερο κίνδυνο καρδιαγγειακής πάθησης είχαν άτομα με συστολική πίεση 9 έως 11,4 και διαστολική 6 έως 7. Η έρευνα αποκαλύπτει ότι οι άνθρωποι με την υψηλότερη συστολική πίεση (ο μεγαλύτερος αριθμός στις μετρήσεις της πίεσης) κινδυνεύουν περισσότερο από αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο, καθώς και από σταθερή στηθάγχη, ενώ αυτοί με συστηματικά υψηλότερη διαστολική πίεση (η μικρότερη μέτρηση) κινδυνεύουν πιο πολύ από ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής της καρδιάς.
«Τα ευρήματά μας δεν επιβεβαιώνουν την ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι τόσο η συστολική, όσο και η διαστολική πίεση έχουν παρόμοιες επιπτώσεις για όλες τις καρδιαγγειακές παθήσεις και σε όλες τις ηλικίες», δήλωσε η δρ Ραψομανίκη. Η έρευνα δείχνει ότι, παρά τις προόδους της σύγχρονης φαρμακευτικής θεραπείας, το βάρος της υπέρτασης παραμένει σημαντικό. Για παράδειγμα, ένας 30χρονος με υπέρταση (συστολική πίεση άνω του 14 και διαστολική άνω του 9) έχει κίνδυνο 63% να εμφανίσει κάποια καρδιαγγειακή πάθηση στη ζωή του, έναντι πιθανότητας 46% ενός ατόμου με φυσιολογική πίεση, ενώ αναπτύσσει κάποια καρδιαγγειακή πάθηση πέντε χρόνια νωρίτερα από κάποιον με κανονική πίεση. «Με τόσο υψηλό κίνδυνο, είναι ύψιστη η ανάγκη για νέες στρατηγικές μείωσης της αρτηριακής πίεσης», ανέφερε η δρ Ραψομανίκη, η οποία γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε στη Βρετανία, όπου ειδικεύτηκε στη βιοστατιστική και επιδημιολογία στο Κολέγιο Μπίρκμπεκ του Λονδίνου. Στην έρευνα συμμετείχε και ο ελληνικής καταγωγής Σπύρος Δεναξάς, επίσης από το Ινστιτούτο Farr και το πανεπιστήμιο UCL.
Ο «φωτεινός» ύπνος μας κάνει παχύσαρκους
ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ που συνηθίζουν να κοιμούνται με αναμμένο φως στην κρεβατοκάμαρά τους ή μπαίνει πάρα πολύ φως απ' έξω (π.χ. από τον δρόμο), έχουν αυξημένη πιθανότητα να βάλουν παραπάνω κιλά, σύμφωνα με μια νέα μεγάλη βρετανική επιστημονική έρευνα, που συσχετίζει τον «φωτεινό» ύπνο με την παχυσαρκία. Οι ερευνητές, με επικεφαλής την Έμιλι ΜακΦάντεν του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και τον καθηγητή Άντονι Σουέρντλοου του Ινστιτούτου Ερευνών για τον Καρκίνο του Λονδίνου, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο αμερικανικό περιοδικό επιδημιολογίας «American Journal of Epidemiology», μελέτησαν στοιχεία για 113.000 γυναίκες σχετικά με τις νυχτερινές συνήθειές τους. Οι γυναίκες ταξινομήθηκαν σε ομάδες ανάλογα με το πόσο φωτεινό ήταν το δωμάτιό τους την ώρα του ύπνου τους (αρκετά για να διαβάσει κανείς, αρκετά για να διακρίνει κανείς μόνο το χέρι του, τελείως σκοτεινά κλπ).
Στη συνέχεια συσχετίστηκαν οι απαντήσεις τους με διάφορους δείκτες παχυσαρκίας, όπως ο δείκτης σωματικής μάζας (αναλογία βάρους προς ύψος), η περιφέρεια της μέσης και η αναλογία μέσης-γοφών. Η συσχέτιση έδειξε ότι όσο πιο φωτεινό ήταν το δωμάτιο στο οποίο κοιμόταν μια γυναίκα, τόσο πιο υπέρβαρη ή παχύσαρκη ήταν. Οι ερευνητές διευκρίνισαν ότι η μελέτη τους αναδεικνύει μεν μια συσχέτιση ανάμεσα στην έκθεση στο φως τα βράδια και στην τάση για πάχος, χωρίς όμως να μπορεί να αποδείξει ότι ο πρώτος παράγων όντως αποτελεί την αιτία για τον δεύτερο. Όπως είπε ο Σουέρντλου, «προς το παρόν υπάρχουν ανεπαρκή στοιχεία ότι αν κανείς σκοτεινιάσει το δωμάτιό του, αυτό θα έχει ως συνέπεια να αδυνατίσει». Τόνισε όμως ότι τα ευρήματα είναι ενδιαφέροντα και χρειάζονται περαιτέρω μελέτη.
Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι το νυχτερινό φως αποδιοργανώνει το βιολογικό «ρολόι» του ανθρώπου, που έχει ρυθμιστεί έτσι ώστε κανείς να είναι ενεργός τη μέρα και αδρανής τις νύχτες. Το τεχνητό φως (με το οποίο π.χ. εργάζονται οι άνθρωποι σε νυχτερινές βάρδιες) έχει αποδειχτεί ότι προκαλεί ορμονικές, μεταβολικές και άλλες αλλαγές στον οργανισμό. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τους επιστήμονες, δεν βλάπτει να προσπαθήσει κανείς να κάνει πιο σκοτεινή την κρεβατοκάμαρά του, μήπως έτσι χάσει μερικά κιλά! Ας έχει υπόψη του ότι μερικά ξυπνητήρια βγάζουν αρκετό φως, όπως και ορισμένες ηλεκτρικές συσκευές σε κατάσταση αναμονής.
Πονάνε περισσότερο από τις γυναίκες οι άντρες
ΕΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΣΟΒΑΡΗΣ ΜΟΡΦΗΣ ΕΓΧΕΙΡΗΣΗ
ΟΙ ΑΝΔΡΕΣ νιώθουν μεγαλύτερους πόνους σε σχέση με τις γυναίκες, έπειτα από μία σοβαρή εγχείρηση, σύμφωνα μία νέα γερμανο-αυστριακή επιστημονική έρευνα. Αντίθετα, όταν η χειρουργική επέμβαση είναι λιγότερο σοβαρή, όπως στο πλαίσιο μιας βιοψίας, τότε οι γυναίκες είναι που αναφέρουν ότι πονάνε περισσότερο. Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον δρα Ανδρέας Σάντνερ-Κίσλινγκ του Ιατρικού Πανεπιστημίου στο Γκρατς της Αυστρίας, οι οποίοι ανακοίνωσαν τα ευρήματά τους στο διεθνές αναισθησιολογικό συνέδριο «Euroanaesthesia» στη Στοκχόλμη, μελέτησαν τις περιπτώσεις περίπου 10.200 ασθενών, οι οποίοι σε διάστημα μιας τετραετίας είχαν κάνει εγχείρηση στην καρδιά ή στην κοιλιά τους, σε κάποιο γερμανικό πανεπιστημιακό νοσοκομείο, σύμφωνα με το BBC.
Το συμπέρασμα ήταν ότι οι άνδρες έχουν γενικά πιο δυνατούς μετεγχειρητικούς πόνους απ' ό,τι οι γυναίκες μετά από σοβαρή εγχείρηση, ενώ τα πράγματα αντιστρέφονται στις λιγότερο σημαντικές εγχειρήσεις, μετά τις οποίες οι γυναίκες νιώθουν συνήθως μεγαλύτερες ενοχλήσεις. Οι διαφορές του πόνου ανάμεσα στα δύο φύλα παραμένουν ένα επίμαχο ζήτημα από επιστημονική άποψη, τόσο σε πειραματικό, όσο και σε κλινικό επίπεδο. Οι διαφορετικές ορμόνες μπορεί να παίζουν ρόλο, καθώς η ανδρική τεστοστερόνη μπορεί να μειώσει τον πόνο, ενώ το «κατώφλι» του πόνου για μια γυναίκα μεταβάλλεται ανάλογα με τη φάση του εμμηνοροϊκού κύκλου της. Περιβαλλοντικοί, ψυχολογικοί και πολιτισμικοί παράγοντες επίσης παίζουν τον δικό τους ρόλο. Για παράδειγμα, έχει δειχθεί ότι οι άνδρες γίνονται πιο ανθεκτικοί στον πόνο, όταν τους κάνει την εξέταση μία ελκυστική νοσοκόμα ή γιατρός. Από την άλλη, οι γυναίκες είναι πιο επιρρεπείς να εμφανίσουν χρόνιους πόνους κάποια στιγμή στη ζωή τους.




