Για εκείνους που δεν έμαθαν να μετρούν τη ζωή τους με τις στιγμές…

Αύριο, δεν υπάρχει αύριο. Το αύριο είναι γι’ αυτούς που χάνουν τη ζωή περιμένοντας, γιατί δεν έχουν χρόνο, δεν έχουν λεφτά, δεν έχουν φίλους, δεν έχουν δουλειά

ΟΙ ΜΕΡΕΣ είναι πολύ λίγες για να τις μετράς με τα αγαθά, είναι μετρημένες για να τις αναβάλλεις, είναι απίστευτα μοναχικές για να τις περνάς μόνος


Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία μέρα που είσαι με τους ανθρώπους που αγαπάς. Η τελευταία μέρα που αγκαλιάζεις τα παιδιά σου, φιλάς τον σύντροφό σου. Μπορεί να είναι η τελευταία μέρα που αγναντεύεις τη θάλασσα, γεύεσαι την αλμύρα της, ξαπλώνεις στον ήλιο. Παίζεις στην άμμο σαν το μικρό παιδί, φτιάχνεις πύργους, που θα τους πάρει μαζί του το κύμα. Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία μέρα που ακούς την αγαπημένη σου μουσική, χορεύεις τον χορό που λατρεύεις, διαβάζεις το αγαπημένο σου βιβλίο.

Μην αναβάλλεις για αύριο, μην αναβάλλεις για μετά, μετά από ένα χρόνο, πέντε, δέκα χρόνια, όταν γίνεις 55 χρονών, όταν πάρεις σύνταξη, όταν κερδίσεις περισσότερα, όταν πάρεις προαγωγή ή ακόμη όταν πάρεις αύξηση στον μισθό σου. Οι μέρες είναι πολύ λίγες για να τις μετράς με τα αγαθά, είναι μετρημένες για να τις αναβάλλεις, είναι απίστευτα μοναχικές για να τις περνάς μόνος.

Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία μέρα σου για να γράψεις ένα γράμμα στον φίλο σου, για να καλημερίσεις τον γείτονα, για να πεις μια καλή κουβέντα στην ηλικιωμένη που περνά έξω από το σπίτι σου.

Αποδοχή

Αν μπορούσα να ζω την κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία μου, θα έκανα τα παιδιά να πιστέψουν στον εαυτό τους, τους έφηβους να αποκτήσουν αυτοπεποίθηση, θα μάθαινα τους ανθρώπους να δίνουν και να παίρνουν, να ζητούν συγγνώμη και να λένε σε παρακαλώ, να χαμογελούν. Αν ζούσα την κάθε μέρα μου θα έγραφα θετικές σκέψεις και θα τις κολλούσα παντού, στο ψυγείο, στο γραφείο, στους τοίχους.

Θα αποδεχόμουν τον εαυτό μου και τους άλλους, δεν θα τους έκρινα για τις αποφάσεις και τις παραλείψεις τους. Θα έβλεπα μόνο τα καλά τους, σίγουρα όλοι μας κάποιο καλό έχουμε, θα τους άκουα και θα αφουγκραζόμουν ακόμη και εκείνα που δεν θέλουν να μου πουν.

Θα έφτιαχνα τη ζωή μου από την αρχή. Θα γινόμουν συγγραφέας και θα γύριζα τον κόσμο, ίσως και ψυχολόγος για να σκαλίζω τις ψυχές των ανθρώπων, ή ακόμη και μαέστρος μιας συμφωνικής ορχήστρας.

Όχι στα μην και τα πρέπει

Θα πέταγα στον κάλαθο όσα μου επιβάλλουν από μικρή, τα δεν και τα όχι, θα έφτιαχνα κάδρα με όλα τα μπράβο για να τα βλέπω και να αναπτερώνεται το ηθικό μου. Να παίρνω δύναμη και θάρρος.

Αύριο, δεν υπάρχει αύριο. Το αύριο είναι γι’ αυτούς που χάνουν τη ζωή περιμένοντας, γιατί δεν έχουν χρόνο, δεν έχουν λεφτά, δεν έχουν φίλους, δεν έχουν δουλειά. Κι όμως η ζωή τούς δίνει όλα τα καλά και δεν τα βλέπουν γύρω τους, ψάχνοντας απελπισμένοι να βρουν την ευτυχία στα ακριβά σπίτια, στα χρυσά κοσμήματα και τα μπιχλιμπίδια, στις λιμουζίνες που τις χρωστούν και κοντεύουν να τις χάσουν.

Μια ψεύτικη οπτασία

Το αύριο είναι μόνο μια ψεύτικη οπτασία για εκείνους που δεν έμαθαν να μετρούν τη ζωή τους με τις στιγμές αλλά να ζητούν τα πολλά και τα μεγάλα. Γι’ αυτούς που δεν είναι ικανοποιημένοι με τίποτα και κανέναν, που όταν ξεκουράζονται σκέφτονται την ατζέντα τού αύριο, μετρούν τον μισθό του άλλου χρόνου και παλεύουν με τις τύψεις τους για τον χρόνο που δεν βρήκαν για τους δικούς τους. Το αύριο είναι γι’ αυτούς που είναι τυφλοί και δεν βλέπουν τα μικρά και ασήμαντα, χάνουν την ουσία και δεν βλέπουν το μεγαλείο της ανθρώπινης φύσης. Αυτοί που αναβάλλουν, αργοπεθαίνουν μέσα στα πολυτελή αλλά άρρωστα γραφεία, στα σπίτια όπου ο ένας επικοινωνεί με τον άλλο με τις σημειώσεις ή τα μηνύματα από το κινητό και το ipad ή ακόμη που είναι στο ίδιο σπίτι και ζει ο καθένας τη ζωή του.

Το αύριο είναι γι’ αυτούς που χάνουν τις στιγμές της γέννησης των παιδιών τους, που μεγαλώνουν χωρίς να είναι δίπλα τους και ικανοποιούνται με τη φράση «μπορεί να λείπω πολλές ώρες, αλλά περνούμε ποιοτικό χρόνο με τα παιδιά». Και τα παιδιά γίνονται έφηβοι, πάνε για σπουδές και εκείνοι δεν ξέρουν πώς σκέφτονται, ποιοι είναι οι κολλητοί τους, ποιες οι απόψεις τους για τη ζωή, τι είδους μουσική ακούνε. Τους στέλλουν κάθε μήνα όσα τους ζητήσουν και ακόμη περισσότερα, για να νιώθουν ασφαλή στην ξενιτειά, αλλά δεν ενδιαφέρονται ποτέ πώς ζουν, τι κάνουν, αν έχουν φίλους ή εάν έχουν τις ανησυχίες και τα προβλήματά τους.

Δικαιούσαι

Κι όμως η ζωή είναι αλλιώς. Δικαιούσαι να λες πάντα αυτό που θες, χωρίς να φοβάσαι πως θα σε κρίνουν ή θα σε χλευάσουν. Δικαιούσαι να σκάζεις στα γέλια χωρίς να νιώθεις πως θα ενοχλήσεις τον γείτονα, να ονειρεύεσαι το καλύτερο και να ζεις το τώρα.

Η ζωή είναι μια παράσταση. Καλή ή κακή. Οι κομπάρσοι είμαστε όλοι εμείς, που παίζουμε τον ρόλο μας άριστα, πολύ καλά, ακόμη και μέτρια. Μπορεί και κάτω από τη βάση. Για τον εαυτό μας και μόνο μπορούμε να αλλάξουμε τους ρόλους μας, να ρίξουμε τις ψεύτικες μάσκες, να αποδεχτούμε και να πιστέψουμε ότι μπορούμε να κάνουμε εκείνα που θέλουμε. Δικαιούμαστε. Όλα βρίσκονται στο μυαλό μας. Ακόμη κι αν είμαστε αδύνατοι, ακόμη κι αν δεν πιστεύουμε ότι θα τα καταφέρουμε, μπορούμε.

Κάποτε τα εγκαταλείπουμε

ΠΡΙΝ από δυο χρόνια, όταν άρχισε η κρίση να δείχνει τα δόντιά της, ένας συμμαθητής από τα χρόνια τού σχολείου, αποφάσισε να τινάξει στον αέρα μια λαμπρή καριέρα, να παρατήσει τα πάντα και να κάνει το ταξίδι που πάντοτε επιθυμούσε. Όλοι τον τρέλαναν από τα όχι και τα δεν, τι κάνεις, έχεις μια δουλειά σίγουρη, θα τα τινάξεις όλα και θα φύγεις. Κανένας δεν σκέφτηκε πως ο άνθρωπος αυτός αργοπέθαινε σε μια δουλειά με αφάνταστες υποχρεώσεις, ξέμεινε από φίλους και τον εγκατέλειψε η σύντροφός του γιατί δεν μπορούσε να ακολουθήσει τους ρυθμούς τής ζωής του.

Κανένας δεν σκέφτηκε πως ήταν νέος άνθρωπος και είχε ανάγκη να παίρνει ανάσες για να μπορεί να συνεχίζει, να έχει χρόνο για τον εαυτό του και να δει τη ζωή με άλλο φακό. Ο φίλος παραιτήθηκε, άφησε τη σίγουρη δουλειά του, γύρισε τον κόσμο και βρήκε το όνειρό του στην ύπαιθρο της Αγγλίας. Γνώρισε μια κοπέλα με ένα μεγάλο αγρόκτημα και αποφάσισε να ζήσει εκεί. Συχνά τηλεφωνεί στους δικούς του και τους φίλους του, τους στέλνει κάρτες τα Χριστούγεννα, όπως κάνουν οι Άγγλοι, και τους λέει πόσο ευτυχισμένος είναι. Εκείνοι δεν πιστεύουν πως ο φίλος, ο γιος ή ο αδελφός τους μπορεί να ζήσει σε μια απομονωμένη αγροτική ζωή, μακριά από την τρέλα των έντονων ρυθμών, τα καταιγιστικά τηλεφωνήματα και τις απανωτές συσκέψεις. Για εκείνον ήταν το άπιαστο όνειρο, που βγήκε αληθινό. Για τους άλλους μια τρέλα, που θα περάσει σύντομα.

Δεν υπάρχει επιστροφή…

ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ότι κάποια μέρα θα προσγειωθεί και θα επιστρέψει πίσω για να συνεχίσει τη ζωή του από εκεί που την άφησε. Εκείνος ξέρει πως ποτέ δεν μπορεί να επιστρέψει γιατί ποτέ δεν πίστεψε σε ό,τι έκανε τόσα χρόνια και τον φυλάκιζε σε μια μίζερη και αποπνικτική ζωή, που οι άλλοι τον έκαναν να πιστεύει πως ήταν το βασίλειο του κόσμου. Τώρα έμαθε πως δεν υπήρξε ποτέ για εκείνον ευτυχισμένη ζωή. Τώρα ξέρει πως όλη η ζωή του είναι τούτες οι ευτυχισμένες μέρες, για εκείνον είναι όλες ευτυχισμένες μέρες!