Ατιμώρητη η ιατρική αμέλεια, λόγω έλλειψης μαρτυριών

Η στοιχειοθέτηση ποινικών αδικημάτων στις πλείστες υποθέσεις ιατρικών λαθών θεωρείται πολύ δύσκολη έως αδύνατη, συμπεραίνει έρευνα

ΘΑΝΑΤΟΙ βρεφών και μητέρων οι πιο σοβαρές υποθέσεις


Δεν στοιχειοθετούνται ποινικά αδικήματα στις πλείστες υποθέσεις που αφορούν ιατρική αμέλεια ή παράλειψη, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Κωνστάντειου Κέντρου Εγκληματολογίας και Δικανικών Επιστημών σε δικηγορικά γραφεία της Κύπρου, λόγω έλλειψης μαρτυριών, οι οποίες αναζητούνται, κυρίως, στο συναδελφικό περιβάλλον των γιατρών ή νοσηλευτών που εμπλέκονται στις υποθέσεις. «Επιβάλλεται σε δημόσια και ιδιωτικά νοσηλευτήρια ο άγραφος νόμος της σιωπής», δηλώνει στη «Σημερινή» ο Εγκληματολόγος - Επικεφαλής του Κέντρου, Δρ. Κωνσταντίνος Χρ. Κωνσταντινίδης, για να προσθέσει:

«Έτσι στις υποθέσεις, όπως μας ανέφεραν δικηγόροι, δεν είναι εφικτή η απόδειξη στο δικαστήριο για διάπραξη ποινικών αδικημάτων από μέλη του ιατρικού ή νοσηλευτικού προσωπικού σε βάρος ασθενών». Τα ευρήματα της έρευνας και γενικότερα το θέμα της ιατρικής ανευθυνότητας στην Κύπρο θα βρεθούν στο επίκεντρο συνεδρίου που θα πραγματοποιηθεί στις 4 Ιουνίου, στο Κωνστάντειον Κέντρο στη Λευκωσία.

Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι πιο σοβαρές υποθέσεις ιατρικής αμέλειας στην Κύπρο, σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη, αφορούν λάθη στον τομέα της γυναικολογίας, όπως θάνατοι βρεφών και μητέρων κατά την κύηση ή τη γέννα και μόνιμες σοβαρές βλάβες σε μητέρες και βρέφη.

Γιατροί που πιθανόν να διέπραξαν αδικήματα εξακολουθούν να ασκούν το επάγγελμα, χωρίς καμία κύρωση πειθαρχική ή ποινική, λέγει ο κ. Κωνσταντινίδης. «Πολλές είναι οι περιπτώσεις στις οποίες ο ασθενής που έχει υποστεί μία προσωρινή ή μόνιμη ζημιά κατά τη διάρκεια μίας χειρουργικής επέμβασης ή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, απευθύνεται σε άλλο γιατρό, για να διαπιστώσει το λάθος ή την αμέλεια του προηγούμενου γιατρού. Ο ασθενής προσφεύγει στη Δικαιοσύνη, η οποία μόνο με αξιόπιστες μαρτυρίες και ακράδαντα στοιχεία θα μπορέσει να επιβάλει ποινές».

Δεν αξιοποιούνται οι ιατροδικαστές

Ο εγκληματολόγος επισημαίνει ότι αρκετοί δικηγόροι στην Κύπρο, που αναλαμβάνουν την υπεράσπιση παραπονούμενων ασθενών, δεν αξιοποιούν -ως εναλλακτική της έλλειψης μαρτυριών- την εμπειρογνωμοσύνη ανεξάρτητων ιατροδικαστών. «Οι περισσότεροι δικηγόροι φαίνεται πως δεν έχουν αντιληφθεί ακόμη τη χρησιμότητα του ανεξάρτητου ιατροδικαστή, ο οποίος με πόρισμά του μπορεί να ενισχύσει την υπόθεση». Η τακτική αυτή εφαρμόζεται αποτελεσματικά σε άλλες χώρες.

«Καλό θα ήταν εάν οι δικηγόροι στρέφονταν περισσότερο στο Δικανικό στοιχείο, το οποίο θα μπορούσε να ενισχύσει τις υποθέσεις τους, με τις εμπειρογνώμονες μαρτυρίες ιατροδικαστών για ζώντα ή νεκρά άτομα, όπως γίνεται σε αντίστοιχες υποθέσεις σε Διεθνή Δικαστήρια. Σίγουρα λάθη γίνονται, γιατί είμαστε άνθρωποι. Αν όμως το λάθος οφείλεται σε αμέλεια και ανευθυνότητα του γιατρού, τότε αυτό συνεπάγει έγκλημα, που δεν πρέπει να μένει ατιμώρητο», καταλήγει ο κ. Κωνσταντινίδης.

Ανάγκη επικοινωνίας γιατρών - συγγενών

Η στοιχειοθέτηση ποινικών αδικημάτων για αμέλεια σε βάρος μελών του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού είναι όντως δύσκολη, δηλώνει στη «Σ» η Πρόεδρος της Παγκύπριας Συντεχνίας Κυβερνητικών Ιατρών (ΠΑΣΥΚΙ), Μάρω Κοντού, διότι, όπως εξηγεί, η ιατρική χρειάζεται αποδείξεις. «Πρέπει να αποδειχτεί παραβίαση του ιατρικού πρωτοκόλλου και να υπάρχουν αξιόπιστες και άμεσες μαρτυρίες», αναφέρει, για να διευκρινίσει. «Δεν σημαίνει, όμως, επειδή η στοιχειοθέτηση των υποθέσεων είναι δύσκολη, πως διαπράττονται συνεχώς ιατρικά λάθη».

Σημειώνει ότι, «ο κάθε συγγενής που χάνει ένα αγαπημένο πρόσωπο στο νοσοκομείο, νιώθει ότι υπάρχουν ευθύνες. Οι γιατροί οφείλουν να πληροφορούν τους συγγενείς επαρκώς για τα γεγονότα, ώστε να τους πείθουν ότι έγινε ό,τι μπορούσε να γίνει».

Η πρόεδρος της συντεχνίας διαπιστώνει, παράλληλα, έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ γιατρών και συγγενών-ασθενών. «Πρέπει να τους παροτρύνουν να αναζητούν δεύτερες και τρίτες γνώμες για την περίπτωσή τους, ώστε να εξαλείφεται η αμφιβολία για την ορθότητα της διάγνωσης ή της θεραπείας που ακολουθεί ο πρώτος γιατρός», προσθέτει η κ. Κοντού.

Ιατρική αμέλεια και νομοθεσία

ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΟΣ στην έννοια της ιατρικής αμέλειας, ο εγκληματολόγος Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης σημειώνει ότι αυτή αφορά τα λάθη και τις παραλείψεις των επαγγελματιών υγείας σε βάρος του ασθενούς. «Εννοούμε τις πράξεις που συνεπάγονται απόκλιση, προσθήκη ή παράλειψη έναντι των κανόνων, των καθορισμένων πρακτικών και των πρωτοκόλλων της επιστήμης της ιατρικής. Εννοούμε ενέργειες που αποτελούν απειλή για την ασφάλεια, την υγεία ή ακόμα και τη ζωή του ασθενούς», αναφέρει ο εγκληματολόγος, για να προσθέσει:

«Η αμέλεια αυτή κατά της ασφάλειας, της υγείας ή/και της ζωής ενός ατόμου, του ασθενούς ή/και όχι (στην περίπτωση γυναικολογίας στα νεογέννητα βρέφη), δεν αφορά μόνο τους ιατρούς αλλά και τους νοσηλευτές, όπως επίσης και τα ίδια τα κρατικά ή ιδιωτικά νοσηλευτήρια, νοσοκομεία και κλινικές. Τόσο οι γιατροί όσο και οι νοσηλευτές είναι άνθρωποι, και είναι παράλογο να πιστέψουμε πως σε καμία περίπτωση δεν κάνουν λάθη».

Η ιατρική ευθύνη στην Κύπρο, σύμφωνα με τον εγκληματολόγο, χωρίζεται στις κατηγορίες:

1) Ποινική Ευθύνη (Criminal liability).
2) Ευθύνη που πηγάζει από συμβατική υποχρέωση (Contractual liability).
3) Αστική Ευθύνη (Tortious liability).
4) Πειθαρχική Ευθύνη (Disciplinary liability).

«Ποινική ευθύνη έχει ο γιατρός που με τις πράξεις ή τις παραλείψεις του παραβιάζει μια ή περισσότερες διατάξεις του Ποινικού Δικαίου και διαχωρίζεται στις περιπτώσεις, όπου η θεραπεία ή νοσηλεία επιφέρει τον θάνατο ενός ασθενούς, ή εκεί όπου η θεραπεία ή νοσηλεία έχει θέσει σε κίνδυνο την ανθρώπινη ζωή. Οι πρόνοιες των άρθρων 210 και 236(ε) του Ποινικού Κώδικα, όπου προνοείται η επιβολή ποινής φυλάκισης μέχρι τέσσερα χρόνια ή η επιβολή προστίμου μέχρι €4.272,00 και ποινή φυλάκισης μέχρι δύο χρόνια και/ή ποινή προστίμου μέχρι €2.563,00, αντιστοίχως, τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής», αναφέρει ο κ. Κωνσταντινίδης.