Ο Στρατής Χατζηλάρκου και ο Παναγιώτης Κλείτου επιμένουν παραδοσιακά
Ένας υποδηματοποιός κι ένας κηροποιός στην παλιά Λευκωσία, μας αποδεικνύουν ότι η τέχνη είναι η ψυχή
του χειροποίητου
ΜΕ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ για παπούτσια ο ένας, με τάματα για κεριά και κέρινα ομοιώματα ο άλλος, υπηρετούν την παράδοση του παλιού, καλού τεχνίτη που εξέλιπε στις μέρες μας
Σε ένα παλιό κτίριο του 1919, στην οδό Αισχύλου στην παλιά Λευκωσία, ο 56χρονος Στρατής Χατζηλάρκου, 56 χρονών, πρόσφυγας από τον Άγιο Γεώργιο Κερύνειας, πατέρας τριών γιων 19, 17 και 13 χρονών, συνεχίζει εδώ και 40 σχεδόν χρόνια τη σκληρή -και ποιοτική- δουλειά της φίρμας «Gregory’s shoe-shop», που δημιούργησε ο πατέρας του Γρηγόρης, αρχικά στην Κερύνεια και στη συνέχεια, μετά την εισβολή και την προσφυγιά, σε αυτό το μικρό, ταπεινό υποδηματοποιείο.
Χειροποίητα δερμάτινα παπούτσια και μπότες, λίγες ζώνες και γυναικείες τσάντες, όλα κατά παραγγελία πελατών που επιμένουν στην αυθεντικότητα, είναι το επάγγελμά του, που έχει προφανώς παρελθόν, αλλά όχι και μέλλον, με την έντονη βιομηχανοποίηση και τη μαζική εργοστασιακή παραγωγή στον κλάδο.
«Δουλεύω το ίδιο σύστημα με τον πατέρα μου και δεν το άλλαξα σε μοντέρνα μορφή», μας είπε ο Στρατής, ένας από τους τελευταίους και μοναχικούς «ιππότες» στη δουλειά αυτή, που απαιτεί βέβαια γνώση του αντικειμένου, υπομονή, επιμονή και δύσκολα ωράρια, «γέννημαν ήλιου, βούττημαν ήλιου», όπως το έθεσε ο ίδιος. «Επεξεργάζομαι», πρόσθεσε, «το πραγματικό δερμάτινο παπούτσι, με τα αυθεντικά υλικά και δεν έκανα βιοτεχνία παραγωγής, με πλαστικό. Η οικονομική κρίση με επηρέασε φυσικά κι εμένα, γιατί έπεσε κατά 50% η δουλειά, αλλά συνεχίζω, με την ελπίδα ότι θα βελτιωθεί η κατάσταση».
Μας ανέφερε ότι οι πιο τακτικοί πελάτες του είναι μέλη κυπριακών συγκροτημάτων χορού που παραγγέλνουν παραδοσιακές, χωριάτικες μπότες, όπως και άντρες των Ηνωμένων Εθνών, «που θέλουν καλό, χειροποίητο hand made παπούτσι. Μην ξεχνάτε ότι πιο παλιά είχαμε showroom στο ξενοδοχείο Λήδρα Πάλας, που ελέγχεται από την ΟΥΝΦΙΚΥΠ».
Φτιάχνει επίσης κατά παραγγελία παπούτσια «γαμπρικά», για νεαρούς Κύπριους που πρόκειται να παντρευτούν και προτιμούν χειροποίητα. «Προχθές ήρθε από τη Λεμεσό ένας γαμπρός και μου έκανε παραγγελία για τη μέρα του γάμου του, αφού δεν βρήκε άλλον παραδοσιακό παπουτσή στην πόλη του», μας πληροφόρησε.
Έχει και στη μικρή, σκονισμένη βιτρίνα του δείγματα της δουλειάς του, «αλλά πολύ αραιά, του φέρνει πελάτες», όπως παρατήρησε. Πρόσθεσε ότι «η καλή δουλειά είναι ο πάγκος και όχι η βιτρίνα, όπου μπορείς να πουλήσεις μόνο 2-3 ζευγάρια τον χρόνο». Μας δείχνει στη βιτρίνα ένα ζευγάρι ψηλές γυναικείες μπότες που έφτιαξε κατά παραγγελία για μια Αμερικανίδα πελάτισσα, «για να τις πάρει στην Αμερική».
Όπως μας ενημέρωσε ο κ. Χατζηλάρκου, «οι πελάτες έρχονται με βάση το καλό όνομα του μαγαζιού». Πρόσθεσε ότι «πολλοί βρίσκουν μοντέλα παπουτσιών από το διαδίκτυο, που μπορεί να είναι ακριβά και δεν θέλουν να το ρισκάρουν να τα αγοράσουν, γιατί φοβούνται ότι δεν θα είναι καλής ποιότητας ή δεν θα ταιριάζουν στο πόδι τους… έτσι με προτιμούν εμένα. Μου φέρνουν σχέδιο του παπουτσιού σε χαρτί, σε φωτογραφία, που το σχεδιάζω στο κατάλληλο καλαπόδι, αφού μετρήσω τις διαστάσεις του ποδιού του πελάτη και συνεχίζω κόβοντας το δέρμα που διαλέγει ο πελάτης, στο χρώμα που θέλει - μαύρο, καφέ, ή σε άλλο χρώμα. Συνήθως φτιάχνω ένα ζευγάρι παπούτσια τη μέρα, δηλαδή τέσσερα-πέντε ζευγάρια τη βδομάδα, που τα τελειώνω όλα μαζί, κάθε Σάββατο. Η παραγγελία γίνεται για 2-3 βδομάδες και όταν είναι έτοιμο το παπούτσι, τηλεφωνώ στον πελάτη και έρχεται και το παραλαμβάνει».
Ο Στρατής Χατζηλάρκου θα μετακινηθεί σύντομα από τον συγκεκριμένο χώρο. «Ελπίζω ότι οι πελάτες μου θα έρθουν να με βρουν εκεί που θα πάω. Ο πατέρας μου έλεγε ότι η τέχνη είναι η ψυχή και ότι όταν πεθάνει αυτή, θα πεθάνουν όλα. Νιώθω ότι έχω ακόμα την ψυχή να συνεχίσω, κι αυτό θα κάνω ασφαλώς».
Κηροποιός μιας γενιάς
Σε ένα στενάχωρο παράπηγμα, φτιαγμένο από τούβλα και τσίγκους, χωρίς ηλεκτρική εγκατάσταση, σε μια πάροδο κοντά στην Αρχιεπισκοπή, ο 84χρονος κηροποιός Παναγιώτης Κλείτου από τον «παλιό», όπως μας είπε, Άγιο Δομέτιο, έχει το εργαστήρι του τα τελευταία 4 χρόνια. Τα προηγούμενα 36 χρόνια στεγαζόταν σε γειτονικό υποστατικό. «Τη δουλειά την κάνω καμιά ώρα το πρωί και μετά κάθομαι και περιμένω πελάτες… αν πουλήσω, πούλησα… αν όχι, πάω σπίτι μου.... Τώρα που μπαίνει το καλοκαίρι, δυσκολεύουν τα πράγματα, γιατί η ζέστη γίνεται ανυπόφορη, με το ζεστό κερί και την τσίγκινη στέγη… προτιμώ τον χειμώνα για τη δουλειά μου…».
Με υλικό την παραφίνη
Ο μάστρε-Παναγιώτης μάς δείχνει πώς φτιάχνει τα κεριά του, συνήθως μικρά, που αγοράζουν πελάτες για την εκκλησία. Το υλικό της δουλειάς του είναι η παραφίνη, ουσία που προέρχεται από το πετρέλαιο και που πωλείται σε καλούπια. «Λιώνουμε την παραφίνη στο καζάνι, βάζουμε χρώμα να χρωματίσουμε τα κεριά και βουτούμε τα τελάρα». Προηγουμένως, τυλίγει την κλωστή πάνω στο τελάρο, με το χέρι, αφού το εργαστήρι δεν διαθέτει ηλεκτρισμό. Μας εξηγεί ότι το κερί στο καζάνι βράζει με γκάζι και άμα λιώσει, το τοποθετεί σε δοχείο-δεξαμενή. Στη συνέχεια κόβει τα κεριά με μαχαίρι, τα χωρίζει από το σιδερένιο τελάρο, που μένει καθαρό για να το ξαναγεμίσει με κλωστή.
Εκτός από τα κεριά, που αγοράζονται από άτομα και οικογένειες για την εκκλησία, έχει και παραγγελίες για τάματα ευσεβών πελατών, σε αγίους. Πρόκειται συνήθως για κέρινα ομοιώματα παιδικών προσώπων, ποδιών ή χεριών, που «παράγει» από γύψινα καλούπια που έφτιαξε ο ίδιος. «Κάποιοι πελάτες τάζουν τα μωρά τους σε κάποιον άγιο, αν είναι λίγο άρρωστα, για να θεραπευτούν και έρχονται και μου παραγγέλνουν αυτά τα κέρινα ομοιώματα που παίρνουν στις εκκλησίες…».
Έμειναν ακόμα λίγοι μήνες…
Ο Παναγιώτης Κλείτου είναι κηροποιός εδώ και 74 χρόνια, από 10 χρονών παιδάκι, όπως μας είπε! «Ο πατέρας μου είχε 11 παιδιά, δέκα γιους και μια κόρη, και δεν μπορούσε να μας ζήσει. Εκείνα τα παλιά χρόνια, δεν υπήρχαν δουλειές και το μεροκάματο ήταν ενάμισι σελίνι, για να μαζέψουν ελιές ή να θερίσουν… Τα χρήματα δεν έφταναν για να τραφούν 11 παιδιά και οι γονείς μας… Έτσι, μόλις πηγαίναμε ένα-δυο χρόνια στο σχολείο και μαθαίναμε να γράφουμε το όνομά μας, ο πατέρας μας μάς έβγαζε από το σχολείο και μας έβρισκε δουλειά, συνήθως χειρωνακτική, για τεχνίτες. Εμένα με έστειλε στα κεριά, που εκείνο τον καιρό ήταν όλα χειροποίητα. Ήμασταν τέσσερις μιτσιοί και φτιάχναμε 4 κιλά κερί την ημέρα. Ένα κιλό φτιάχνει περίπου 300 μικρά κεριά. Τώρα όλα αυτά τέλειωσαν, υπάρχουν μεγάλες βιομηχανίες που μπορεί να βγάλουν παραγωγή 1500 κιλά τη μέρα…».
Ο μάστρε-Παναγιώτης έχει ένα γιο και μια κόρη, και τρία εγγόνια. «Πάντρεψα τώρα μια εγγονή μου, που είναι έγκυος, θα “πιάσω” και δισέγγονο, ενώ τον Οκτώβρη θα παντρέψω και την άλλη μου εγγονή»...
Μας είπε ότι είναι, ουσιαστικά, ο τελευταίος επαγγελματίας του είδους, τουλάχιστον της δικής του γενιάς. «Έχω πάρει τη σύνταξή μου, αλλά συνεχίζω να δουλεύω για να μην κάθομαι στην καρέκλα και να σκέφτομαι τι θα κάνω… τουλάχιστον έτσι, έρχομαι σε επαφή με κόσμο… Πάντως, στο τέλος του χρόνου θα τα παρατήσω, γιατί με πιέζει η σύζυγός μου, που είναι μόνη στο σπίτι όλη μέρα και θέλει να της κάνω παρέα…».
Τα ακίνητα της εβδομάδας




