Ο καθένας θα τις πληρώσει όπως τα «κόκκινα δάνεια»
Η κρίση βγάζει στην επιφάνεια όλους τους συμβιβασμούς μας
ΚΟΣΜΟΣ πολύς έχει πάθει πανικό φοβούμενος όχι μόνο για τα … δώρα που έχασε, ούτε από τις σκέψεις ότι μπορεί να χάσει και άλλα. Φοβάται από το βασανιστικό μότο «τι θα πει η κοινωνία;»
Τα μηνύματα στο κινητό είναι καταιγιστικά, έρχονται το ένα μετά το άλλο, για να σταματήσουν τον ειρμό των σκέψεων, να διαταράξουν την ηρεμία του μυαλού μου και να τεντώσουν το, καταπονημένο από την κούραση, κορμί μου. Κάποτε τα βάζω με αυτόν που ανακάλυψε τα κινητά και που κατάφερε να κόψει την προσωπική επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων. Δυστυχώς για μένα, μπήκα κι εγώ -χωρίς να το θέλω- σε αυτό το παιγνίδι των μηνυμάτων όχι επειδή το αποφάσισα αλλά επειδή μου το επέβαλε το σύστημα και οι γύρω μου, που θέλουν σώνει και καλά να κόβουν την ανθρώπινη επικοινωνία για να γλιτώνουν χρόνο.
Ξέρω από πριν ότι τα μηνύματα που πάνε και έρχονται στο κινητό μου και τις περισσότερες φορές βαριέμαι να απαντήσω -ίσως περνώ τη φάση μου- στέλλονται από ανθρώπους που θέλουν να αδειάσουν την ψυχή τους από την οργή, τον θυμό και τη στεναχώρια για όσα τους έφερε πρώτα η κρίση και μετά το κούρεμα. Ομολογώ πως δυσκολεύομαι να λέω όχι στις κολλητές μου, να απορρίπτω γνωστούς και φίλους που επιζητούν μια καλή κουβέντα, ή μάλλον κάποιον που να ξέρει να ακούει, για να αδειάσουν όλα όσα έχουν στο μυαλό τους, αποκαμωμένοι από τη μιζέρια στην οποία θεωρούν ότι ζουν.
Τα όριά μου
Κι εγώ πλέον άρχισα και νιώθω ότι τα όριά μου παραβιάζονται από τρίτους, που θέλουν να με βάλουν σώνει και καλά στη δική τους μιζέρια, κατήφεια και στις αρνητικές σκέψεις που περνούν σαν βολίδα από μπροστά τους. Και, στη φάση που βρίσκομαι, το τελευταίο που θα ήθελα είναι να βομβαρδίζομαι από τις ανώφελες συζητήσεις για κούρεμα καταθέσεων, κούρεμα μισθών, απώλειες θέσεων και όλα όσα έβγαλε στη φόρα η κρίση, το Μνημόνιο και ούτω καθεξής. Σαν το ηφαίστειο που εξερράγη μια μέρα χωρίς να το περιμένει κανείς και η λάβα του χύθηκε μέσα στις πόλεις, σκορπώντας τον θάνατο.
Σκέφτομαι πως κανένας απολύτως δεν έχει το δικαίωμα να μου διαταράσσει την ψυχική μου γαλήνη, που κατάφερα να ισορροπήσω βλέποντας τη ζωή μέσα από έναν διαφορετικό φακό, αποδεχόμενη ότι, από τη στιγμή που δεν καταφέραμε να σταματήσουμε τη λαίλαπα της κρίσης, επιβάλλεται να συμμαζέψουμε δυνάμεις και συναισθήματα και να γυρίσουμε σελίδα.
Ίσως από μια μεγάλη ανάγκη να στέκομαι στα πόδια μου και να το παλεύω, θυμάμαι συχνά μια φράση ενός πολύ δικού μου ανθρώπου, ότι «ο Θεός μάς δίνει όσα αντέχουμε».
Πώς θα μας δουν οι φίλοι;
Αναγνωρίζω ότι πολύς κόσμος έχει πάθει πανικό φοβούμενος όχι μόνο για τα … δώρα που έχασε -που θεωρεί ότι έχασε- αλλά από τις σκέψεις ότι μπορεί να χάσει και άλλα. Ουσιαστικά, όμως, εκείνο που χάνεται δεν είναι μόνο όλα όσα μαζεύτηκαν με διάφορους τρόπους μια ζωή ή αυτό που κληρονομήθηκε ή ακόμη αυτά που κλάπηκαν, αλλά εκείνο το βασανιστικό μότο «τι θα πει η κοινωνία;», «πώς θα μας δουν οι φίλοι και οι συγγενείς μας τώρα;».
Πράγματι, όταν αποφασίζω να απαντήσω στα μηνύματα των φίλων και γνωστών ή να σηκώσω το τηλέφωνο κάποια στιγμή, ξέροντας από πριν τι ακολουθεί, τι κουβαλούν μέσα τους, μη γνωρίζοντας ότι εγώ δεν μπορώ να φορτωθώ και τα δικά τους, αντιλαμβάνομαι πως για εκείνους τα σημαντικά και μοναδικά θέματα είναι οι οικονομικές και κοινωνικές τους απώλειες.
Οι σχέσεις τους; Για τους περισσότερους δεν υπάρχουν, ή υπάρχουν μόνο για τα «πρέπει» και τα μάτια της κοινωνίας. Πρέπει να τελειώσεις το σχολείο με άριστα, πρέπει να περάσεις στα καλύτερα πανεπιστήμια της Αγγλίας, πρέπει να τελειώσεις τις σπουδές σου με άριστα και πρέπει να κάνεις μεταπτυχιακό με διάκριση. Μετά αρχίζουν τα άλλα μεγάλα πρέπει. Πρέπει να βρεις σίγουρη δουλειά με καλό μισθό, να κάνεις έναν καλό γάμο και πριν τα τριάντα ή το πολύ τριανταπέντε να κάνεις παιδιά, μπας και περάσεις στην εμμηνόπαυση και δεν τα καταφέρεις! Πρέπει και πρέπει που στριφογυρίζουν στα μυαλά τους μέχρι να τα τινάξουν στον αέρα, ή μέχρι να πάθουν το καρδιακό ή το εγκεφαλικό και από τα πρέπει της κοινωνίας περνάνε στα πρέπει των γιατρών, που ποτέ δεν τα τηρούν.
Ζωές κουρεμένες
Μια μίζερη και προσποιητή κοινωνία ανθρώπων που κοιμούνται σε ξεχωριστά δωμάτια, έχουν διπλές ζωές, ζουν στο παρασκήνιο πρωτάκουστες ιστορίες, που σοκάρουν τη δήθεν καλή και ευυπόληπτη κοινωνία. Ζωές κουρεμένες, δυστυχισμένες, σκλαβωμένες με το άπιαστο όνειρο να περνά συχνά από το μυαλό τους και να λένε «αν ήμουν πιο νέα, θα γινόμουν σχεδιάστρια μόδας» ή «αν ήμουν πιο νέος, θα γύριζα τον κόσμο με το ποδήλατο».
Χάνονται στις κλειστές ζωές της δήθεν παραδοσιακής και συντηρητικής κοινωνίας, που χώνεται πίσω από τις κλειστές πόρτες για να εκτονώνει τις επιθυμίες της, τις διαθέσεις της και πιστεύει ότι μπορεί να πληρώνει τα πάντα με τα ευρώ. Μιας κοινωνίας που, αντί να κοιτά το σπίτι της, κοιτά πίσω από τις κλειδαρότρυπες των άλλων και, αντί να μετρά εκείνα που έχει, θέλει καλύτερα από εκείνα που έχει ο γείτονας. Μια κοινωνία που καταφέρνει επιμελώς να διαχειρίζεται τα συναισθήματά της, να χειραγωγεί τις επιθυμίες της και να σταματά κάθε σκέψη που θα τη βγάλει από τα δεδομένα της, τη γνωστή και πεπατημένη.
Οι άνδρες σέρνονται από γυναίκες που παρεξήγησαν τον ρόλο τους, και χάθηκαν μεταξύ της πατροπαράδοτης ανδροκρατούμενης κοινωνίας και της φεμινιστικής κοινωνίας, χωρίς να τολμούν να βάλουν τη γυναικεία σφραγίδα τους στον σύγχρονο κόσμο. Αν τολμούσαν, σίγουρα η κοινωνία θα ήταν καλύτερη. Οι γυναίκες, τάχατες το ισχυρό φύλο, σέρνονται στα πατώματα από άνδρες που δεν τους έμεινε ίχνος σεβασμού για τη σύντροφο και την οικογένειά τους, γιατί παντρεύτηκαν τη δουλειά τους ή την βρίσκουν αλλού. Που αυτομαστιγώνονται αλλά και μαστιγώνουν όλα όσα τους χαρίζει η ζωή, η οικογενειακή ζωή. Και εκεί που δίνω υπόσχεση στον εαυτό μου να σταματήσει να ρίχνεται στη μάχη για τη… σωτηρία των ανθρώπων -εμένα ποιος θα με σώσει;- σκέφτομαι πως ο καθένας κάνει τις επιλογές του και έχει υποχρέωση να αναλάβει το ρίσκο ή να τις αποδεχθεί.
Τα πρέπει και τα πρέπει
Η ΚΡΙΣΗ βγάζει στην επιφάνεια, σαν τη θάλασσα που ξεβράζει κάποια θαλάσσια χελώνα, όλα όσα βρίσκονται στοιβαγμένα μέσα μας, ξεχασμένα στη λήθη του παρελθόντος, όλα αυτά για τα οποία συμβιβαστήκαμε στο παρελθόν. Σχέσεις συμφέροντος για τα πρέπει της κοινωνίας, σχέσεις σιωπής για το καλό των παιδιών, καλές σχέσεις με τους συναδέλφους για να μην έχουμε προβλήματα στη δουλειά. Όλα αυτά κάποια στιγμή έρχονται για να πνίξουν εκείνους που δεν έχουν ούτε το θάρρος ούτε την τόλμη και σίγουρα, αναγνωρίζω, ούτε το κουράγιο και την οικονομική άνεση για να προχωρήσουν μπροστά.
Για τον καθένα οι επιλογές του έχουν κόστος και τελικό λογαριασμό, κι αν δεν μπορέσουν να τον διαχειριστούν, θα περάσουν, όπως τα δάνεια, στα μη εξυπηρετούμενα. Τότε η… δόση δεν θα μπορεί να πληρωθεί, το… σπίτι θα κατασχεθεί και ο δανειολήπτης, ο κύριος ή η κυρία θα κινδυνεύσουν να τα χάσουν όλα. Ίσως να είναι καιρός να αφουγκραστούμε τη μικρή φωνή μέσα μας, που όπως λέει και ο ασυμβίβαστος Νίκος Καζαντζάκης, «η ευτυχία χρειάζεται καθαρή συνείδηση, αγάπη με πάθος σε ένα οτιδήποτε στη ζωή μας και τέλος να μην πληγώσουμε ανθρώπινη καρδιά».




