Αντί να την μεταφέρουν στον προορισμό της, την έδειραν και την βίασαν
Συγκλονισμό και αποτροπιασμό προκαλούν τα γεγονότα της υπόθεσης βιασμού Βιετναμέζας από δυο Ρουμάνους, οι οποίοι κρίθηκαν ένοχοι από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας


Ένοχους πέραν πάσης αμφιβολίας έκρινε το τριμελές Κακουργιοδικείο Λευκωσίας με τους δικαστές Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Ε. Εφραίμ και Χ. Χαραλάμπους, τους δυο Ρουμάνους Costel Viorel Moca και Andrei Tarita, για την απαγωγή και το βιασμό γυναίκας από το Βιετνάμ στις 2.6.2013 στην Αλάμπρα. Στη διαδικασία που έγινε την Τρίτη, οι δικαστές ανακοίνωσαν ότι στις 14 του μηνός το Δικαστήριο θα συνέλθει εκ νέου για να αγορεύσει η υπεράσπιση των ενόχων για σκοπούς μετριασμού της ποινής, η οποία θα ανακοινωθεί σε άλλη συνεδρία.

Σύμφωνα με το λεκτικό της απόφασης, στις 2.6.13 και περί ώρα 21:30 προσήλθε σε Αστυνομικό Σταθμό η παραπονούμενη, από το Βιετνάμ, συνοδευόμενη από συγγενικό πρόσωπο της Ελληνοκύπριας εργοδότριας της, και κατήγγειλε ότι την ίδια μέρα και περί ώρα 17:00, η οικιακή βοηθός έπεσε θύμα βιασμού από δύο άγνωστα της πρόσωπα, στην Αλάμπρα. Επειδή η συνεννόηση με την παραπονούμενη ήταν δύσκολη, γιατί ξέρει πολύ λίγες ελληνικές λέξεις, κλήθηκε στον αστυνομικό σταθμό φίλη της, επίσης, από το Βιετνάμ, για να μιλήσουν προκαταρκτικά για το τι είχε γίνει. Η φίλη αυτή είναι το άτομο στο οποίο η παραπονούμενη είχε κάνει και το κατ’ ισχυρισμόν άμεσο παράπονο της.

Το ωτοστόπ
Μετά την αξιολόγηση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού, το Δικαστήριο κατέληξε στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα της συγκλονιστικής αυτής υπόθεσης: Η παραπονούμενη, ήλθε στην Κύπρο από το Βιετνάμ στις 30.11.10 για να εργαστεί ως οικιακή βοηθός. Κατά το 2012 άρχισε να εργάζεται σε Ελληνοκύπρια στο χωριό Πυργά. Τις Κυριακές δεν έβγαινε έξω από το σπίτι των εργοδοτών της και κυρίως απέφευγε να μπαίνει σε αυτοκίνητο, γιατί κάθε φορά που έμπαινε σε αυτοκίνητο ένιωθε ζάλη και τάση για εμετό. Στις 2.6.13 όμως, κανόνισε να συναντήσει στη Λευκωσία μια φίλη της, την οποία δεν είχε δει για αρκετό καιρό και να αγοράσει κάποια πράγματα. Μετά τις 3:00 μ.μ. ο φίλος της φίλης της, ένας Κύπριος, την μετέφερε με αυτοκίνητο στο Πέρα Χωριό και στη συνέχεια ένας άλλος φίλος της στην μετέφερε με το αυτοκίνητό του και την άφησε μπροστά από υπεραγορά.

Γύρω στις 4:30 μ.μ., η παραπονούμενη τηλεφώνησε ξανά στον φίλο της για να πάει να την πάρει από το Πέρα Χωριό, αλλά εκείνος, επειδή δεν μπορούσε, της είπε να πάρει το λεωφορείο. Μετά απ’ αυτό η παραπονούμενη ξεκίνησε να περπατά με κατεύθυνση τη Λάρνακα για περίπου 10-15 λεπτά. Ενώ περπατούσε, σταμάτησαν κάποια αυτοκίνητα για να την πάρουν, αλλά αυτή αρνήθηκε λόγω φόβου. Σταμάτησε, επίσης, ένα αυτοκίνητο με κατεύθυνση από Λευκωσία-Λάρνακα που είχε μέσα δύο νεαρούς άνδρες και, αφού την ρώτησαν πού πήγαινε και αυτή τους είπε στα Πυργά, έδειξε εμπιστοσύνη, μπήκε μέσα και κάθισε στα πίσω καθίσματα. Οι άνδρες αυτοί, οι οποίοι ήταν οι κατηγορούμενοι, μιλούσαν μία γλώσσα που η παραπονούμενη δεν μπορούσε να καταλάβει (Ρουμάνικα), αλλά ήταν σίγουρη ότι δεν ήταν Ελληνικά.

Την χτύπησαν και τη βίασαν
Μετά από περίπου δέκα λεπτά ο οδηγός του αυτοκινήτου, ο κατηγορούμενος 1, Costel, έστριψε δεξιά προς χωματόδρομο και πέρασε από μια γέφυρα. Όταν έστριψαν η παραπονούμενη τους ρώτησε πού πάνε, αλλά της είπαν να μην ανησυχεί. Ύστερα από μερικά λεπτά έφτασαν σε ένα δάσος και σταμάτησε το αυτοκίνητο. Η παραπονούμενη τότε προσπάθησε να βγει από το αυτοκίνητο για να τρέξει, αλλά ο ανοιχτόχρωμος άντρας, ο κατηγορούμενος 2, Andrei, την εμπόδισε κλείνοντάς της την πόρτα. Βγήκε από το αυτοκίνητο και ο οδηγός. Η παραπονούμενη δεν μπορούσε να τρέξει επειδή φοβόταν. Τους είπε να την αφήσουν γιατί ήταν πολύ μεγάλη γι’ αυτούς. Ωστόσο εκείνοι την έσπρωξαν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και ο ένας απ’ αυτούς, ο Andrei, τη χαστούκισε στο πρόσωπο.

Ο Costel κατέβασε το παντελόνι του, έβγαλε το γεννητικό του όργανο και έσπρωξε το κεφάλι της παραπονούμενης κάτω, για να του κάνει στοματικό έρωτα, όπως και έγινε. Την ίδια ώρα ο Andrei ήρθε από την πλευρά του αυτοκινήτου και μεταξύ τους οι δύο άρχισαν να συζητούν έντονα, χωρίς η παραπονούμενη να αντιλαμβάνεται για ποιο πράγμα. Ο Andrei την έσπρωξε προς το κάθισμα και προσπάθησε να της αφαιρέσει το παντελόνι. Λόγω του ότι η παραπονούμενη ήταν φοβισμένη δεν έκανε οτιδήποτε για να αντισταθεί, εκτός από του να τους ικετεύει και να τους παρακαλεί να την αφήσουν. Ο Costel της κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχο μέχρι τα γόνατα και την ανάγκασε να τα αφαιρέσει εντελώς. Νιώθοντας φόβο δεν μπορούσε να κάνει τίποτα και δεν αντιστάθηκε. Έτσι ο Costel τη βίασε και μετά από αυτόν, τη βίασε και ο Andrei.

Έκλαιγε και τους ικέτευε
ΟΠΩΣ αναφέρουν οι δικαστές στην απόφασή τους, καθ’ όλη τη διάρκεια του επίδικου συμβάντος η παραπονούμενη έκλαιγε και ικέτευε τους δυο κατηγορούμενους να την αφήσουν ελεύθερη. Όταν έκλαιγε πολύ και φώναζε, οι κατηγορούμενοι έβαζαν το χέρι τους μπροστά από το στόμα της για να την σταματήσουν. Όταν οι δύο άνδρες προέβαιναν στις πιο πάνω ενέργειες το τηλέφωνο της κτύπησε και αυτοί το έκλεισαν. Όταν τέλειωσαν, την έβγαλαν έξω από το αυτοκίνητο και αυτή φόρεσε τα ρούχα της και στη συνέχεια την έσπρωξαν πάλι πίσω στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν οδηγώντας προς τον δρόμο. Τους είχε πει ότι ήθελε να φύγει περπατώντας και ότι θα τηλεφωνήσει στην εργοδότρια της να έλθει να την παραλάβει, αλλά αυτοί δεν την άφησαν να πάει πεζή

 Την έβαλαν στο αυτοκίνητο και την πήγαν ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο. Αφού πέρασαν τη γέφυρα, σταμάτησαν και την άφησαν να φύγει, επιστρέφοντας της το κινητό της τηλέφωνο. Αποτελεί επίσης εύρημα του δικαστηρίου ότι από την ημέρα που έγινε ο βιασμός και μετά η παραπονούμενη ένιωθε πολύ άσχημα, δεν μπορούσε να κοιμηθεί το βράδυ με αυτά που της συνέβησαν, ενώ πριν από το συμβάν αυτό δεν είχε τέτοιου είδους προβλήματα. «Μέχρι τώρα εξακολουθεί να νιώθει πολύ άσχημα και είναι πραγματικά πολύ δύσκολο γι’ αυτή να ξεχάσει τα πάντα».