Συνιστάται σε ασθενείς που έχουν τη νόσο τουλάχιστον πέντε χρόνια
Για την αντιμετώπιση της νόσου υπάρχουν ειδικά φάρμακα, ενώ οι επεμβατικές μέθοδοι έχουν υψηλά ποσοστά αποτελεσματικότητας, εφ’ όσον έχει γίνει σωστή επιλογή του ασθενούς


Ελπίδες για καλύτερη ποιότητα ζωής επί τουλάχιστον μία επιπλέον δεκαετία δίνουν στους πάσχοντες από νόσο του Πάρκινσον οι σύγχρονες χειρουργικές θεραπείες. Ωστόσο, δεν είναι όλοι οι ασθενείς κατάλληλοι υποψήφιοι γι’ αυτές, ούτε ωφελούνται όλοι εξίσου. Η νόσος του Πάρκινσον είναι μία αργά εξελισσόμενη, εκφυλιστική ασθένεια του εγκεφάλου, η οποία είναι περισσότερο γνωστή για τα κινητικά προβλήματα που προκαλεί, και ιδίως για το τρέμουλο που εκδηλώνεται σε δύο στους τρεις πάσχοντες (το κινητικό σύμπτωμα, πάντως, που όλοι οι ασθενείς εκδηλώνουν είναι οι αργές κινήσεις).

Για την αντιμετώπιση της νόσου υπάρχουν ειδικά φάρμακα, τα οποία όσο νωρίτερα στην πορεία της νόσου χορηγηθούν, τόσο πιο αποτελεσματικά είναι. Εκτός από αυτά, υπάρχουν και ορισμένες παρεμβατικές θεραπείες, όπως η τοποθέτηση αντλίας συνεχούς έγχυσης φαρμάκων και η ηλεκτρική διέγερση του εγκεφάλου (Deep Brain Stimulation - DBS), που συνίσταται στη χειρουργική τοποθέτηση ειδικού «βηματοδότη».

«Οι επεμβατικές μέθοδοι για τη νόσο του Πάρκινσον έχουν υψηλά ποσοστά αποτελεσματικότητας, εφ’ όσον έχει γίνει σωστή επιλογή του ασθενούς, επιτυχημένη εμφύτευση των ειδικών ιατρικών συσκευών και σωστή ρύθμισή τους», λέει ο νευρολόγος Παναγιώτης Ζήκος, υπεύθυνος του ειδικού Ιατρείου Νόσου Πάρκινσον & Συναφών Διαταραχών στο 251 Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας και πρόεδρος της ελληνικής εταιρείας εθελοντών και ασθενών με νόσο Πάρκινσον «Επίκουρος Κίνηση».

Στην περίπτωση του DBS, λ.χ., «παρατηρείται βελτίωση κατά μέσον όρο 73% στα κινητικά συμπτώματα και μείωση κατά 58% στη φαρμακευτική αγωγή», συνεχίζει. «Οι βελτιώσεις αυτές διαρκούν επί τουλάχιστον 10 χρόνια, αλλά είναι διαφορετικές σε κάθε άτομο, διότι κάθε ασθενής βρίσκεται σε διαφορετικό στάδιο όταν χειρουργείται και έχει ποικιλία συμπτωμάτων». Οι επεμβάσεις δεν γίνονται σε τελικού σταδίου ασθενείς, αλλά νωρίτερα, ώστε να επιτυγχάνεται η ανεξαρτητοποίησή τους.

Έτσι, κατάλληλοι υποψήφιοι μπορεί να είναι όσοι έχουν τουλάχιστον πέντε χρόνια Πάρκινσον και σημαντικές διακυμάνσεις στην κινητικότητά τους, οι οποίοι παίρνουν φάρμακα τέσσερις ή περισσότερες φορές την ημέρα και δεν πάσχουν από ψυχικά νοσήματα ή σοβαρή άνοια. Επιπλέον, η διέγερση του εγκεφάλου εφαρμόζεται σε ασθενείς ηλικίας έως 70 ετών (δεν υπάρχει ανάλογος περιορισμός για την τοποθέτηση αντλίας).

Οι κατάλληλοι ασθενείς
Ενώ, όμως, έως πρότινος η ηλεκτρική διέγερση του εγκεφάλου εφαρμοζόταν κυρίως σε ασθενείς που είχε επηρεαστεί έντονα η ζωή τους από τις διακυμάνσεις στην κινητικότητά τους, μία σημαντική μελέτη που δημοσιεύθηκε πέρυσι στο έγκυρο ιατρικό περιοδικό «New England Journal of Medicine» άλλαξε τα δεδομένα της επιλογής των ασθενών, λέει ο κ. Ζήκος. «Στη μελέτη “EarlyStim Study” φάνηκε ότι η τοποθέτηση νευροδιεγέρτη μπορεί να προταθεί πια και σε ασθενείς με υπερκινησίες και συχνές διακυμάνσεις της κινητικότητας σε πρωιμότερα στάδια της νόσου», εξηγεί. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι η κατάλληλη στιγμή για να γίνει η εμφύτευση του νευροδιεγέρτη, όπως λέγεται η συσκευή που τοποθετείται στον εγκέφαλο, είναι όταν ο ασθενής έχει μεν σοβαρή δυσκολία, αλλά όχι αδυναμία διεκπεραίωσης των καθημερινών δραστηριοτήτων εξαιτίας των υπερκινησιών ή/και συχνών διακυμάνσεων στην κινητικότητα.

Έτσι, «ο τυπικός υποψήφιος ασθενής είναι 65 ετών, πάσχει από Πάρκινσον εδώ και 7 χρόνια, παίρνει τέσσερις φορές την ημέρα μεγάλη δόση ντοπαμίνης και παράλληλα παίρνει δύο ή τρία άλλα ντοπαμινεργικά φάρμακα και είναι ξύπνιος 17 ώρες, εκ των οποίων τις τρεις είναι ακίνητος, δύο ώρες έχει υπερκινησία και 12 ώρες έχει καλή ή μέτρια κίνηση», εξηγεί ο κ. Ζήκος. Οι ασθενείς αυτοί «πρέπει να εξεταστούν από διεπιστημονική ομάδα, ώστε να επιλεγεί η καταλληλότερη μέθοδος που θα βελτιώσει την ποιότητα της ζωής τους με τον μικρότερο δυνατό κίνδυνο. Στη βασική ομάδα συμμετέχουν εξειδικευμένος νευρολόγος, νευροψυχολόγος, νευροχειρουργός και ψυχίατρος», προσθέτει.

Πώς γίνεται η τοποθέτηση
Ο νευροδιεγέρτης που χρησιμοποιείται στην DBS είναι μία συσκευή που μοιάζει με βηματοδότη. Διαθέτει ένα πολύ λεπτό ηλεκτρόδιο, που τοποθετείται σε συγκεκριμένο τμήμα του εγκεφάλου το οποίο είναι υπεύθυνο για την κίνηση (το τμήμα αυτό λέγεται υποθαλαμικός πυρήνας) και ένα «κουτάκι» που εμφυτεύεται στο θωρακικό τοίχωμα.

Στην αρχή της επεμβάσεως γίνεται στον ασθενή νάρκωση με μέθη, για να διανοιχτούν οι δύο οπές που απαιτούνται για να τοποθετηθεί το ηλεκτρόδιο στον εγκέφαλο. Μετά όμως ο ασθενής είναι ξύπνιος, ώστε να βλέπει ο νευρολόγος και ο χειρουργός πώς επηρεάζονται τα συμπτώματά του (το τρέμουλο, η δυσκαμψία και η βραδυκινησία), όταν διεγείρεται δοκιμαστικά ο υποθαλαμικός πυρήνας (οι γιατροί ζητούν από τον ασθενή να κάνει διάφορες κινήσεις με το χέρι και το πόδι του στη διάρκεια αυτών των δοκιμών). Την επόμενη μέρα από την τοποθέτηση ο ασθενής μπορεί να σηκωθεί από το κρεβάτι του, αλλά η συνολική διάρκεια της νοσηλείας μπορεί να φτάσει τις 15 ημέρες, διότι οι γιατροί πρέπει μεταξύ άλλων να εξατομικεύσουν τις ρυθμίσεις του νευροδιεγέρτη και να μειώσουν σταδιακά τη φαρμακευτική αγωγή του ασθενούς.

«Στόχος μας είναι να μπορεί ο ασθενής να κινείται αυτόνομα με άνεση, δίχως κινητικές διακυμάνσεις, όταν φύγει από το νοσοκομείο», επισημαίνει ο κ. Ζήκος. Μετά την επέμβαση και για χρονικό διάστημα έως 6 μήνες απαιτούνται ρυθμίσεις των παραμέτρων του νευροδιεγέρτη από τον γιατρό, αλλά σε εξωνοσοκομειακή βάση. Κάθε επίσκεψη για ρύθμιση του νευροδιεγέρτη διαρκεί περίπου 1-2 ώρες, ενώ μπορεί να γίνεται κάθε 10-15 ημέρες.

«Έπειτα από 6 μήνες προσεκτικών ρυθμίσεων, οι ασθενείς μπορούν να αναμένουν ότι θα νιώθουν συνεχώς όπως την καλύτερη ώρα της ημέρας τους πριν από την εγχείρηση», λέει ο κ. Ζήκος. Αν, όμως, επί αρκετό καιρό μετά την επέμβαση (έως και 2 χρόνια) ο ασθενής αισθάνεται ότι δεν είχε τη βελτίωση που προσδοκούσε, θα πρέπει να το συζητήσει με τον νευρολόγο του για να επανεξεταστούν όλα τα βήματα της διαδικασίας, καταλήγει.

Τα στάδια της εγχείρησης
1. Ο ασθενής ναρκώνεται (μέθη) στην αρχή της επέμβασης για να διανοιχθούν δύο οπές στο κεφάλι και να τοποθετηθεί το ηλεκτρόδιο του νευροδιεγέρτη.

2. Ο ασθενής ξυπνάει για να ενεργοποιηθεί το ηλεκτρόδιο και να ελεγχθεί αν η ηλεκτρική διέγερση (είναι ανώδυνη) αμβλύνει τα κινητικά συμπτώματά του (ακολουθεί εντολές του νευρολόγου και κινεί τα χέρια και τα πόδια του)

3. Γίνεται πάλι νάρκωση στον ασθενή, για να περάσει το καλώδιο του νευροδιεγέρτη κάτω από το δέρμα του έως τον θώρακα, όπου τοποθετείται η μπαταρία

Διάρκεια ζωής μπαταρίας
Η ΜΠΑΤΑΡΙΑ του νευροδιεγέρτη μπορεί να είναι δύο ειδών: απλή και επαναφορτιζόμενη. Η απλή μπαταρία διαρκεί 3-5 χρόνια και μετά γίνεται αλλαγή, ενώ η επαναφορτιζόμενη διαρκεί 10 χρόνια. Η επαναφόρτισή της γίνεται κάθε περίπου 10 μέρες, με μία ειδική ζώνη που φοράει ο ασθενής γύρω από τον θώρακά του και φορτίζει διαδερμικά την μπαταρία επί μία ώρα περίπου.
Η αλλαγή της μπαταρίας γίνεται με νάρκωση, με μικρή χειρουργική επέμβαση (διαρκεί περίπου 1 ώρα). Αν χρειαστεί αλλαγή και το καλώδιο, η επέμβαση διαρκεί 1,5 ώρα.

Πηγή: ΤΑ ΝΕΑ