Τι καταδεικνύει η Δημογραφική Έκθεση για το 2012
Η Έκθεση παρουσιάζει, μεταξύ άλλων, την εξέλιξη του πληθυσμού και διαχρονικά στοιχεία για τη γεννητικότητα, θνησιμότητα, γάμους, διαζύγια και μετανάστευση
ΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟ των ηλικιωμένων από το 10,8% το 1992 ανήλθε το 2012 στο 13,2%
Στοιχεία που επιβεβαιώνουν για άλλη μια φορά την ολοένα και εντονότερη γήρανση του πληθυσμού στην Κύπρο, έδωσε χθες η Στατιστική Υπηρεσία, παρουσιάζοντας τη «Δημογραφική Έκθεση» για το 2012. Η έκθεση παρουσιάζει μεταξύ άλλων την εξέλιξη του πληθυσμού και διαχρονικά στοιχεία για τη γεννητικότητα, θνησιμότητα, γάμους, διαζύγια και μετανάστευση. Βάσει των στοιχείων, πέραν της γήρανσης του πληθυσμού, φαίνεται πως ένεκα και της οικονομικής κρίσης αυξήθηκαν τα διαζύγια, ενώ μειώθηκαν οι γάμοι.
Η Έκθεση
Σύμφωνα με τη «Δημογραφική Έκθεση», ο πληθυσμός στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου υπολογίζεται σε 865,9 χιλιάδες στο τέλος του 2012 σε σύγκριση με 862 χιλιάδες τον προηγούμενο χρόνο, δηλαδή σημείωσε αύξηση 0,5%. Από τις 862 χιλιάδες, οι 688,1 χιλιάδες είναι Ελληνοκύπριοι και αντιπροσωπεύουν το 74,5%, ενώ οι ξένοι υπήκοοι υπολογίζεται πως ανέρχονταν στις 177,8 χιλιάδες και αντιπροσώπευαν το 25,5% του πληθυσμού. Πέραν του πληθυσμού που διαμένει στο έδαφος που ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία εκτιμάται ότι το 2012 διέμεναν στις κατεχόμενες περιοχές 90,6 χιλιάδες Τουρκοκύπριοι και 160-170 χιλιάδες Τούρκοι έποικοι.
Η ηλικιακή κατανομή
Βάσει, εξάλλου, των ίδιων στοιχείων, από τις 865,9 χιλιάδες πολιτών που διέμεναν το 2012 στην Κύπρο, εκτιμάται ότι το ποσοστό των παιδιών ηλικίας κάτω των 15 ετών ανερχόταν στο 16,2% του συνολικού πληθυσμού, ενώ το ποσοστό των ηλικιωμένων ατόμων άνω των 65 ετών υπολογίζεται πως ανερχόταν στο 13,2%, σε σύγκριση με 25,4% και 11% αντίστοιχα το 1992 και 25% και 10,8% το 1982. Δηλαδή, σημειώνεται σταδιακή αύξηση του ποσοστού των ηλικιωμένων, ενδεικτικό της τάσης γήρανσης του πληθυσμού. Επίσης, αυξήθηκε το ποσοστό προσώπων ηλικίας 45-64 χρονών σε 24,5%, σε σχέση με 19,3% το 1992 και 17,6% το 1982, που καταδεικνύει κάποια γήρανση και του πληθυσμού στις εργάσιμες ηλικίες.
Το ποσοστό γεννητικότητας
Κι ενώ η γήρανση του πληθυσμού παρουσιάζει εξελικτική τάση, ο αριθμός των γεννήσεων το 2012 ήταν 10.161 σε σύγκριση με 9.622 τον προηγούμενο χρόνο. Το συνολικό ποσοστό γονιμότητας, που εκφράζει τον μέσο αριθμό παιδιών κατά γυναίκα, υπολογίστηκε σε 1,39 το 2012 και παραμένει από το 1995 κάτω από το 2,10 που χρειάζεται για να εξασφαλίζεται αναπλήρωση του πληθυσμού. Μάλιστα, η Κύπρος έχει και μιαν από τις χαμηλότερες αναλογίες εξώγαμων παιδιών στην Ευρώπη και η γεννητικότητα παρουσιάζεται σχεδόν αποκλειστικά στα πλαίσια του γάμου.
Παράλληλα, κατά το 2012 αυξήθηκε ο αριθμός των θανάτων αφού ανήλθε στις 5.665 σε σύγκριση με 5.504 το 2011, ενώ το αντίστοιχο ακαθάριστο ποσοστό θνησιμότητας παρέμεινε στο 6,6 για κάθε χίλιους θανάτους. Σε ό,τι αφορά την παιδική θνησιμότητα, βάσει υπολογισμών, φαίνεται πως έχει φτάσει σε χαμηλά επίπεδα και υπολογίζεται σε 3,5 θανάτους βρεφών σε κάθε χίλιες γεννήσεις το 2012. Ταυτόχρονα, η προσδοκώμενη διάρκεια ζωής κατά τη γέννηση υπολογίστηκε σε 79,0 χρόνια για τους άνδρες και 82,9 χρόνια για τις γυναίκες για την περίοδο 2010/11.
Οι γάμοι και τα διαζύγια
Εξάλλου, από τα όσα αναφέρει η Στατιστική Υπηρεσία, ο πληθυσμός της Κύπρου φαίνεται πως έχει επηρεαστεί κι από την οικονομική κρίση, αφού μειώνονται οι γάμοι και αυξάνονται τα διαζύγια. Βάσει σχετικών στοιχείων, το 2012 ο αριθμός των γάμων μειώθηκε σε 12.918 από 13.248 το 2011. Οι εκκλησιαστικοί γάμοι μειώθηκαν σε 3.705 το 2012 από 4.025 το 2011 και οι πολιτικοί γάμοι επίσης μειώθηκαν από 9.223 το 2011 σε 9.213 το 2012.
Μάλιστα, ο μεγαλύτερος αριθμός πολιτικών γάμων τελέστηκε από άτομα που δεν διαμένουν στη χώρα μας, αλλά επέλεξαν την Κύπρο για να τελέσουν τον γάμο τους, συνδυάζοντας, ταυτόχρονα, και το ταξίδι του μήνα του μέλιτος. Σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία, από τους 9.213 πολιτικούς γάμους, οι 7.112 τελέστηκαν από ξένους. Έτσι, ο συνολικός αριθμός γάμων Κυπρίων ανέρχεται σε 5.806. Επίσης, κατά το 2012 ο αριθμός των διαζυγίων έφθασε τα 2.036 σε σύγκριση με 1.934 το 2011. Από τα ζευγάρια που χώρισαν, μάλιστα, το 40,8% δεν είχε εξαρτώμενα τέκνα, το 26,7% είχε ένα, 19,5% δύο και 5,7% είχαν τρία ή και περισσότερα παιδιά. Η διάμεση διάρκεια γάμου υπολογίστηκε στα εννέα χρόνια.




