Kι όμως, η χρονιά αυτή θα έπρεπε, ήδη, να μας είχε προσγειώσει

«Με τους φίλους μου έχω καθιερώσει ένα πόιντ σύστεμ. Μετά από ένα άθροισμα αρνητικών πόντων, τους κόβω»

ΒΙΩΝΟΥΜΕ καθημερινά ιστορίες ανθρώπων που, από τη μια μέρα στην άλλη, βρίσκονται εκτός του «κυκλώματος», εκτός του κατεστημένου, εκτός των… ισχυρών θέσεων και των ελκυστικών αξιωμάτων…


Την περασμένη βδομάδα συνάντησα μια φίλη αγαπημένη, ένα από τα πρώην δυνατά στελέχη του χρηματοπιστωτικού τομέα. Μια έντονη προσωπικότητα, μια γυναίκα ειλικρινής με καθαρό μέτωπο, ένας άνθρωπος ευαίσθητος, μεγαλωμένη με τις αρχές της οικογένειας και της πατρίδας. Δούλεψε σκληρά χωρίς να έχει τις πλάτες κανενός, πέρασε από διάφορα σκαλοπάτια, έφθασε σε ψηλές θέσεις ιεραρχίας, άλλοτε καταποντίστηκε γιατί δεν ήταν ο άνθρωπος του κατεστημένου, του βολέματος και άλλοτε αναβαθμίστηκε γιατί έπρεπε κάποιος να κάμει τη δουλειά με μεθοδικότητα και υπευθυνότητα.

Ήξερε τις δυνάμεις της, τα προσόντα της, τις δυνατότητές της. Ποτέ δεν πτοήθηκε, δεν λύγισε, δεν προσκύνησε. Μάλλον υποβαθμίστηκε αρκετές φορές γιατί δεν ήταν ο «άνθρωπος» των δυνατών της παρέας που καταλήστευαν το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Το κουμπί της εξόδου

Απογοητευμένη από όλα όσα έβλεπε αλλά δεν μπορούσε να αλλάξει, δυστυχισμένη από τις εξελίξεις μετά το «κούρεμα», τις ατασθαλίες και τις διαπλοκές, αποφάσισε να πατήσει το κουμπί της εξόδου. Από τη μια μέρα στην άλλη βρέθηκε εκτός, μακριά από ένα σαθρό, αρρωστημένο και ξεχαρβαλωμένο σύστημα, που συνεχίζει να συντηρείται και να κατασπαταλιέται από τα όρνεα.

Η απόφασή της ήταν συνειδητή, δεν λήφθηκε εν βρασμώ ψυχής, ούτε ήταν αποτέλεσμα υποβάθμισής της. Ήταν από τους ανθρώπους που θα συνέχιζαν να προσφέρουν από οποιαδήποτε θέση.

Η έξοδός της ήταν γι΄ αυτήν τους πρώτες μήνες μια πρωτόγνωρη εμπειρία, που δεν ήξερε πώς να τη διαχειριστεί. Έπρεπε να συνηθίσει να ζει σε άλλους ρυθμούς, σε έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό. Οι πόρτες των ανθρώπων που ευεργέτησε έκλεισαν ερμητικά, οι «φίλοι» την ξέχασαν, οι γνωστοί δεν την τρέλαιναν στα τηλέφωνα για να τους εξυπηρετήσει. Η γαλήνη και η ηρεμία που τη συνόδευαν αμέσως μετά τη φυγή, μετατράπηκε σε έναν μεγάλο εφιάλτη. Έπρεπε να προσγειωθεί ανώμαλα στο σκληρό και αδυσώπητο «παιγνίδι» της ελεύθερης απασχόλησης.

«Ίσως να έκανα λάθος»

Όσες πόρτες άνοιγαν, την έβλεπαν με καχυποψία, επειδή ήξεραν ότι αξίζει περισσότερο από αυτούς. Άλλοι την έκαναν να αισθάνεται ότι βρίσκεται σε μειονεκτική θέση, τσαλάκωσαν την αυτοπεποίθησή της και την έβαλαν στη λανθασμένη πορεία να σκεφτεί ότι «ίσως να έκανα λάθος». Εκείνο το πάτημα του κουμπιού, για πολλούς, πιθανότατα να της κατέστρεψε τη ζωή.

Όμως, στην πραγματικότητα τής άνοιξε τον δρόμο προς την ελευθερία, την ψυχική ηρεμία και τη γαλήνη, την αποστασιοποίηση από την ψεύτικη ηδονή της εξουσίας και της καριέρας. Ακόμη κι αν οι καρποί αργούν να ωριμάσουν…

Τέτοιες ιστορίες βιώνουμε πια, σχεδόν καθημερινά, από ανθρώπους που, από τη μια μέρα στην άλλη, βρίσκονται εκτός του «κυκλώματος», εκτός του κατεστημένου, εκτός των… ισχυρών θέσεων και των ελκυστικών αξιωμάτων.

Για πρώτη φορά στη ζωή τους αντιλαμβάνονται ότι οι φιλίες ήταν κίβδηλες, οι κολλητοί ψεύτικοι, και οι γνωστοί ήθελαν μόνο να εξυπηρετηθούν, την κατάλληλη στιγμή, από έναν άνθρωπο που γνώριζαν. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.

Τώρα γιατί να στηρίξουν, να βοηθήσουν, να εξυπηρετήσουν; Γιατί να δώσουν ένα χέρι βοήθειας σε έναν φίλο, σε έναν άνθρωπο από τον οποίον κάποτε ευεργετήθηκαν;

Η αγαπητή φίλη είναι πρωτάρα. Θα πάθει και θα μάθει, θα ζήσει και θα διαγράψει πολλούς και πολλές από την ατζέντα της. Θα πέσει αλλά θα σηκωθεί, γιατί επιβάλλεται να ξανασηκωθεί. Θα κλάψει και θα πονέσει όταν βλέπει τον προϋπολογισμό της να μειώνεται, την ασφάλειά της να μετατρέπεται σε ανασφάλεια, τους… φίλους να της υπόσχονται κάθε στήριξη αλλά να περιμένει ακόμη. Πόσω μάλλον όταν μέσα της ξέρει ποια είναι, ποιες είναι οι δυνάμεις της και πως, ό,τι κι αν αγγίξει, θα το φέρει σε πέρας.

Τα μικρά και ασήμαντα

Όλη αυτή η αλλαγή, όλη αυτή η επαναστατική αλλαγή στην επαγγελματική της ζωή, στη σίγουρη ζωή ενός ανθρώπου που ξυπνούσε το πρωί και πήγαινε στη δουλειά του και πάλι από την αρχή, θα τη φέρει πιο κοντά στον πραγματικό της εαυτό. Θα ζήσει την ηρεμία και τη γαλήνη του ανθρώπου που εκτιμά την κάθε μέρα για τα μικρά, τα ασήμαντα για τους πολλούς, θα αντιληφθεί πως η ζωή δεν είναι ένας καθημερινός Γολγοθάς για να υλοποιούμε τους στόχους που μας θέτουν οι Διευθυντές και οι προϊστάμενοι, αυτοί που ανέχθηκαν ή συμμετείχαν στις αποφάσεις της καταστροφής. Αυτοί που βρίζουν, αλλά υποκλίνονται στον Γερούν που τα λέει έξω από τα δόντια.

Θα διαβάσει τον Γιάννη Ξανθούλη και θα κλάψει με τα λόγια του αλλά, ταυτόχρονα, θα νιώσει μια μεγάλη αίσθηση ηρεμίας και θα συμφωνήσει με αυτά που γράφει: «Με τους φίλους μου έχω καθιερώσει ένα πόιντ σύστεμ. Μετά από ένα άθροισμα αρνητικών πόντων, τους κόβω».

Αυτός ο χρόνος θα είναι δύσκολος για πολλούς. Γι’ άλλους ήταν και πέρσι, ήταν και πρόπερσι. Αξεπέραστα δύσκολο να αποδεχθούν ότι, από τη μια μέρα στην άλλη, έμειναν χωρίς δουλειά, ότι όλες οι πόρτες είναι κλειστές και ότι οι άνθρωποι που τους θεωρούσαν φίλους αγαπημένους, δεν κοιτάζουν να τους δουν. Τι έχουν να ωφεληθούν πλέον από αυτούς;

Να ανοίξουμε τα φτερά μας…

Kι όμως, η χρονιά αυτή, όπως και η χρονιά τού «κουρέματος», θα έπρεπε ήδη να μας είχε προσγειώσει, να μας είχε κάνει να πιστέψουμε ότι δεν είμαστε άτρωτοι, ότι όλα είναι πρόσκαιρα και μηδαμινά. Και ότι κάποια στιγμή στη ζωή μας αναγκαζόμαστε να πούμε το μεγάλο όχι και να ανοίξουμε τα φτερά μας για τόπους που δεν ξέραμε καν πως υπάρχουν, εγκαταλείποντας τα λάφυρα μιας ολόκληρης ζωής.

Ο Τάσος έφυγε και η Κύπρος τον έκλαψε για την εντιμότητα, την ηθική, τον άψογο χαρακτήρα του και τα πνευματικά του στολίδια. Μια καλή φίλη παλεύει με τον καρκίνο, δίνει καθημερινές μάχες για να κρατηθεί στη ζωή. Είναι δυνατή και σκέφτεται θετικά. Ο νεαρός φοιτητής έπαθε ξαφνικά κατάθλιψη γιατί ακολούθησε μια πορεία που του επέβαλαν οι γονείς και οι παππούδες και όχι ο ίδιος.

Όλο και περισσότεροι άνθρωποι ζουν με τα βασικά. Η Μαρίνα επισκέπτεται συχνά την Κένυα και διαπιστώνει, από πρώτο χέρι, ότι υπάρχουν παιδιά κακοποιημένα, παιδιά που πεινούν, παιδιά έρημα και μόνα μέσα στους δρόμους. Παιδιά που πρέπει κάποιος να κάμει κάτι γι’ αυτά, όσο ασήμαντο κι αν θεωρεί πως είναι αυτό. Όπως την αποστολή με τους οδοντίατρους που φεύγει για να εξετάσει όσα πιο πολλά παιδιά μπορεί, προσφέροντας εθελοντική εργασία.

«Μια αστραπή η ζωή μας … μα προλαβαίνουμε», είπε ο Καζαντζάκης και εγώ θα πρόσθετα «μια μεγάλη και δύσκολη αναπνοή που οφείλουμε να την κρατήσουμε, για να καταφέρουμε να τη βγάλουμε όρθιοι, έντιμοι, ζωντανοί μέχρι το τέλος».