Οι αιματολογικές εξετάσεις τούς έστειλαν στα δικαστήρια
Το Ανώτατο διέταξε να παραμεριστεί η πρωτόδικη απόφαση, βάσει της οποίας απορρίφθηκε αίτημα προσβολής της εκούσιας αναγνώρισης τέκνου
Την έφεση Ελληνοκύπριου κατά της πρωτόδικης απόφασης, βάσει της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά του να αναγνωριστεί πως δεν είναι ο φυσικός και βιολογικός πατέρας του υιού της εφεσίβλητης, ενέκρινε το Ανώτατο Δικαστήριο. Διέταξε, συγκεκριμένα, την επανεκδίκαση της αίτησης από την ίδια δικαστή. Με αίτησή του στο Οικογενειακό Δικαστήριο ο εφεσείων ζητούσε την προσβολή της εκούσιας αναγνώρισης στην οποία προέβη, προτού διαπιστώσει μέσω αιματολογικών εξετάσεων πως το παιδί, καρπός εξώγαμης σχέσης, δεν ήταν δικό του.
Υπό πίεση η εκούσια αναγνώριση
Τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, τα οποία οδήγησαν τον εφεσείοντα στην καταχώρηση της άνω αίτησης είναι περιληπτικά τ’ ακόλουθα: «Ο εφεσείων, μεταξύ Ιανουαρίου 2008 και μέχρι και Μάιο 2009, διατηρούσε εξωσυζυγικές σχέσεις με την εφεσίβλητη. Η τελευταία, την 20ή Ιανουαρίου 2009 γέννησε ένα αγόρι. Τρεις μήνες περίπου αργότερα, σύμφωνα με το περιεχόμενο της απόφασης, ο εφεσείων με τη συναίνεση της εφεσίβλητης (μητέρας) προέβη σε εκούσια αναγνώριση του μικρού αγοριού.
Λίγο αργότερα, λόγω των αμφιβολιών που διατηρούσε ο εφεσείων αναφορικά με το κατά πόσον ο ανήλικος ήταν γνήσιο τέκνο του, κάλεσε την εφεσίβλητη και τον ανήλικο σε αιματολογικές εξετάσεις. Τελικά αυτό έγινε κατορθωτό την 11η Ιουνίου 2010. Η γενετική εξέταση απέκλεισε τον εφεσείοντα από βιολογικό πατέρα του ανηλίκου υπό αναφοράν. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του εφεσείοντα, ''η εκούσια αναγνώριση έγινε κάτω από έντονες απειλές και πίεση που υπέστη απο την εφεσίβλητη, που είχαν ως αποτέλεσμα να μην ενεργήσει ως ένας μέσος συνετός άνθρωπος''».
Το πρωτόδικο δικαστήριο, στηριζόμενο στα άρθρα 17(4) και 18 τού περί Τέκνων Νόμου του1991, απέρριψε την αίτηση του εφεσείοντα που είχε σκοπό την προσβολή της εκούσιας αναγνώρισης του παιδιού.
Καλύπτεται από τη Σύμβαση
Ο εφεσείων βάσισε την έφεσή του κατά την πρωτόδικης απόφασης στην ελληνική σχετική νομολογία, όπου αναγνωρίζεται το δικαίωμα προσβολής της εκούσιας αναγνώρισης «λόγω πλάνης ή απάτης για την πατρότητα, καθώς και απειλής». Περαιτέρω, παρέπεμψε στο άρθρο 4 της Σύμβασης επί της Νομικής Καταστάσεων Εξώγαμων Τέκνων, την οποία υπέγραψε και κύρωσε η Κυπριακή Δημοκρατία με νόμο. Το άρθρο 4 της Σύμβασης προβλέπει ως ακολούθως: «Η εκούσια αγνώρισις της πατρότητος δεν δύναται να καταπολεμήται ή να αμφισβητήται καθ’ ον τρόπον προβλέπει το εσωτερικόν δίκαιον διά τας τοιαύτας διαδικασίας, εκτός εάν το πρόσωπον το οποίον επιδιώκει να προβή εις αναγνώρισιν ή το οποίον έχει προβεί εις την αναγνώρισιν του τέκνου δεν είναι ο βιολογικός τούτου πατήρ».
Επανεκδίκαση του αιτήματος
Το Ανώτατο αποφάνθηκε ότι ο «εφεσείων καλύπτεται από το άρθρο 4 της Σύμβασης», η οποία «έχει αυξημένη ισχύ και προβάδισμα έναντι του εσωτερικού δικαίου». Επομένως, ο «εφεσείων νομιμοποιείται στην προσβολή της εκούσιας αναγνώρισης του εξώγαμου τέκνου, που γεννήθηκε, από την εφεσίβλητη, ως ο μη βιολογικός πατέρας του. Η σύμβαση ισχύει και για αναγνωρίσεις που έγιναν στην Κύπρο και όχι μόνο σε ξένες χώρες. Δεν υπάρχει οτιδήποτε στη Σύμβαση που να το απαγορεύει αυτό».
«Για τους πιο πάνω λόγους», σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου, «η έφεση επιτυγχάνει, χωρίς έξοδα. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται και διατάσσεται η επανεκδίκαση της αίτησης για προσβολή της εκούσιας αναγνώρισης του τέκνου, από την ίδια δικαστή».




