Αυξάνουν τις πιθανότητες άνοιας
Οι επιστήμονες του Mount Sinai, στη Νέα Υόρκη, εστιάσθηκαν σε μια ομάδα ουσιών που ονομάζονται τελικά προϊόντα προχωρημένης γλυκοζυλίωσης (AGEs)


Ο περιορισμός της κατανάλωσης ψητών και τηγανητών τροφίμων μπορεί να ελαττώνει τον κίνδυνο άνοιας, σύμφωνα με μία νέα μελέτη. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε ποντίκια και σε μικρό αριθμό εθελοντών, και τα ευρήματά της δεν μπορούν να θεωρηθούν οριστικά. Ωστόσο, συσχέτισε ουσίες που αναπτύσσονται στα ζωικής προελεύσεως τρόφιμα (όπως το κρέας και τα αβγά) όταν τα τηγανίζουμε ή τα ψήνουμε πολύ, με ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της νόσου Αλτσχάιμερ. Οι ερευνητές, με επικεφαλής την ελληνικής καταγωγής δρα Έλεν Βλασσάρα, καθηγήτρια Ιατρικής, Γηριατρικής, Παρηγορητικής Φροντίδας & Πειραματικού Διαβήτη στην Ιατρική Σχολή Mount Sinai, εκτιμούν ότι η μείωση της κατανάλωσης τέτοιων προϊόντων, ενδεχομένως συμβάλλει στην πρόληψη της άνοιας και ίσως μπορεί να αποκαταστήσει έως έναν βαθμό τη μνήμη που έχει χαθεί.

Υψηλές θερμοκρασίες
Οι επιστήμονες του Mount Sinai, στη Νέα Υόρκη, εστιάσθηκαν σε μια ομάδα ουσιών που ονομάζονται τελικά προϊόντα προχωρημένης γλυκοζυλίωσης (AGEs). Οι ουσίες αυτές σχηματίζονται όταν εκτίθενται σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες τα λίπη, οι πρωτεΐνες και η ζάχαρη, γι’ αυτό και εκτός από τα ψητά και τηγανητά κρέατα, αβγά και τυριά ανευρίσκονται επίσης σε κέικ, μπισκότα και γλυκίσματα που απαιτούν ψήσιμο στον φούρνο. Ωστόσο, τα επίπεδά τους είναι εξαιρετικά υψηλά στο μπέικον, τα λουκάνικα, τις πίτσες και τα μπέργκερ που τηγανίζονται ή ψήνονται στα κάρβουνα και στον φούρνο σε σημείο που να «καρβουνιάζουν». Αντιθέτως, το βράσιμο δεν οδηγεί στην ανάπτυξή τους. Η γλυκοζυλίωση είναι μία χημική αντίδραση κατά την οποία τα μόρια των σακχάρων ενώνονται με αυτά των πρωτεϊνών, δημιουργώντας ουσίες που μπορεί να βλάψουν τη λειτουργία των κυττάρων.

Προγενέστερες μελέτες έχουν δείξει ότι η γλυκοζυλίωση ελαττώνει τους προστατευτικούς μηχανισμούς του οργανισμού που ρυθμίζουν τη φλεγμονή, ενώ τα τελικά προϊόντα της έχουν σχετισθεί σε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του προστάτη και παχυσαρκίας.

Η μελέτη
Όπως εξηγούν οι ερευνητές του Mount Sinai στην επιθεώρηση «Proceedings of the National Academy of Sciences» (PNAS), αξιολόγησαν τις νοητικές λειτουργίες ποντικιών που τρέφονταν με τρόφιμα με υψηλή περιεκτικότητα σε AGEs, η οποία αντιστοιχεί σε αυτήν που περιέχει η δυτικού τύπου, ανθυγιεινή διατροφή. Τα ευρήματά τους τα συνέκριναν με άλλη ομάδα ποντικιών, τα οποία τρέφονταν με τρόφιμα που περιείχαν τη μισή ποσότητα των AGEs. Οι θερμίδες που έτρωγαν τα ζώα και στις ίδιες ομάδες ήταν οι ίδιες. Όπως έδειξε η έρευνα, όσα έτρωγαν πάρα πολλά AGEs παρουσίασαν καθώς μεγάλωναν προβλήματα μνήμης, μάθησης και συντονισμού των κινήσεων. Ο οργανισμός τους παρήγαγε επίσης μικρότερες ποσότητες μιας αντιγηραντικής πρωτεΐνης, ενώ στον εγκέφαλό τους συσσωρεύτηκε βήτα-αμυλοειδής πρωτεΐνη. Η πρωτεΐνη αυτή είναι γνωστό ότι συσσωρεύεται στον εγκέφαλο και δημιουργεί «πλάκες», που αποτελούν χαρακτηριστικό «σημάδι» της νόσου Αλτσχάιμερ.

Προτίμηση στο βράσιμο
Τα αποτελέσματα σε μικρή ομάδα εθελοντών, ηλικίας άνω των 60 ετών, ήταν εξίσου εντυπωσιακά, καθώς και σε αυτούς η υπερκατανάλωση των AGEs συσχετίσθηκε με προοδευτική έκπτωση των νοητικών λειτουργιών. Η δρ Βλασσάρα συνιστά να αποφεύγουμε το ψήσιμο και το τηγάνισμα των τροφίμων και να προτιμούμε το βράσιμο και το μαγείρεμα στον ατμό.

Η μεσογειακή διατροφή προστατεύει τους διαβητικούς από την κατάθλιψη
Η μεσογειακή διατροφή μπορεί να μειώνει τον κίνδυνο εκδηλώσεως κατάθλιψης στα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη, ιδίως όταν περιέχει ξηρούς καρπούς, αναφέρουν Ισπανοί ερευνητές. Οι ερευνητές από 11 ισπανικά πανεπιστημιακά νοσοκομεία παρακολούθησαν επί 5,4 χρόνια την πορεία της υγείας 3.923 ανδρών και γυναικών, ηλικίας 55 έως 80 ετών, που διέτρεχαν αυξημένο κίνδυνο να εκδηλώσουν καρδιοπάθεια επειδή είχαν διάφορους παράγοντες κινδύνου. Το 51% των εθελοντών έπασχαν από σακχαρώδη διαβήτη, ενώ πολλοί άλλοι ήταν καπνιστές ή είχαν αυξημένα επίπεδα λιπιδίων (λ.χ. χοληστερόλης) στο αίμα. Οι εθελοντές χωρίσθηκαν σε τρεις ομάδες, με βάση ισάριθμα διαιτολόγια. Τα δύο από αυτά βασίζονταν στις επιταγές της μεσογειακής διατροφής, ενώ το τρίτο ήταν ένα λίγων λιπαρών διαιτολόγιο.

Το ένα από τα μεσογειακά διαιτολόγια ήταν εμπλουτισμένο με 30 γραμμάρια ανάμικτων ξηρών καρπών την ημέρα (15 γραμμάρια καρύδια, 7,5 γραμμάρια φουντούκια και 7,5 γραμμάρια αμύγδαλα). Στη διάρκεια της τριετίας, 224 από τους εθελοντές διαγνώσθηκαν με κατάθλιψη. Όπως έδειξε η ανάλυση των στοιχείων, και οι δύο τύποι μεσογειακής διατροφής μείωναν τον κίνδυνο κατάθλιψης, αλλά όχι τόσο πολύ ώστε να θεωρηθεί η επίδρασή τους στατιστικά σημαντική. Εντούτοις, η εμπλουτισμένη με ξηρούς καρπούς μεσογειακή διατροφή φάνηκε να μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο κατάθλιψης στους πάσχοντες από διαβήτη: η μείωση έφτανε το 41% και θεωρήθηκε στατιστικά σημαντική από τους ερευνητές. Η κατάθλιψη προσβάλλει 151 εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο και κοστίζει πολλά χρόνια υγιούς ζωής στους πάσχοντες. Η νέα μελέτη δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «BMC Medicine».

Οι ευεργετικές ιδιότητες της κινόα
Η κινόα είναι ένας θάμνος που καλλιεργείται για τους φαγώσιμους σπόρους του. Η επιστημονική του ονομασία είναι Chenopodium quinoa και ανήκει στα ψευδοδημητριακά. Έχει στενή συγγένεια με είδη όπως τα παντζάρια και το σπανάκι. Η κινόα προέρχεται από τη Νότια Αμερική και είχε μεγάλη διατροφική σημασία για τους προ-Κολόμβιους πολιτισμούς των Άνδεων. Ήταν η δεύτερη κύρια τροφή μετά την πατάτα και ακολουθείτο από το καλαμπόκι. Σήμερα χαίρει υψηλής εκτίμησης για τη διατροφική του αξία και τα Ηνωμένα Έθνη το έχουν κατατάξει ως υπερτροφή. Μάλιστα, ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO) έχει επίσημα χαρακτηρίσει το έτος 2013 ως «Διεθνές Έτος της Κινόα», η οποία έχει πλέον αναγνωριστεί από τον FAO ως τρόφιμο με «υψηλή θρεπτική αξία», «εντυπωσιακή βιοποικιλότητα», και με σημαντικό ρόλο για την επίτευξη της ασφάλειας των τροφίμων παγκοσμίως.

H περιεκτικότητά της σε πρωτεΐνες είναι πολύ υψηλή (14%), αλλά το σημαντικότερο είναι ότι η κινόα δείχνει ότι αποτελεί πηγή πλήρους πρωτεΐνης, σε αντίθεση με την πλειοψηφία των φυτικών τροφών. Σε αντίθεση με το ρύζι ή το σιτάρι, τα οποία έχουν χαμηλή περιεκτικότητα σε λυσίνη (κυρίως) και ισολευκίνη, η κινόα περιέχει ισορροπημένη περιεκτικότητα σε απαραίτητα αμινοξέα για τους ανθρώπους, κάνοντάς την ασυνήθιστα πλήρες είδος διατροφής. Επιπλέον, είναι μια καλή πηγή διαιτητικών ινών και φωσφόρου και έχει υψηλή περιεκτικότητα σε μαγνήσιο και σίδηρο. Η κινόα είναι επίσης καλή πηγή ασβεστίου, και ως εκ τούτου είναι χρήσιμη για χορτοφάγους και για όσους έχουν δυσανεξία στη λακτόζη.