Η χρήση κανονικής γλώσσας προς το παιδί βοηθά στην ανάπτυξη του εγκεφάλου
Το να μιλάμε στα μωρά έχει τόσο μεγάλη σημασία, ώστε τα παιδιά που προέρχονται από λιγότερο προνομιακό κοινωνικό περιβάλλον, τείνουν να έχουν χειρότερες σχολικές επιδόσεις
Η χρήση μεγάλων και σύνθετων προτάσεων, αντί της «μωρουδιακής» γλώσσας, βοηθούν στην ανάπτυξη του εγκεφάλου του παιδιού από τα πρώτα χρόνια της ζωής του, ενώ ταυτόχρονα ενισχύουν και τους δεσμούς με τους γονείς του, επισημαίνουν Αμερικανοί ψυχολόγοι. Μπορεί όταν οι γονείς μιλάνε στο μωρό τους τραγουδιστά και «μωρουδίστικα» να κερδίζουν την προσοχή του, όμως ο καλύτερος τρόπος εκπαίδευσης του παιδιού είναι να του απευθύνονται ως ενήλικα, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το λεξιλόγιο και τη δομή των προτάσεων, υποστηρίζουν ψυχολόγοι. «Δεν συνδέεται με το πόσο πολύ του μιλάτε, αλλά με το τι του λέτε. Ο λόγος πρέπει να είναι πλούσιος και σύνθετος», εξηγεί η Έρικα Χοφ, ψυχολόγος στο πανεπιστήμιο Florida Atlantic.
Ο ρόλος του περιβάλλοντος
Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι το να μιλάμε στα μωρά έχει τόσο μεγάλη σημασία, ώστε τα παιδιά που προέρχονται από λιγότερο προνομιακό κοινωνικό περιβάλλον, όπου ο λόγος δεν είναι αρκετά ανεπτυγμένος, τείνουν να έχουν χειρότερες σχολικές επιδόσεις. Οι επιδόσεις στις τυποποιημένες γλωσσικές ασκήσεις στις οποίες υποβάλλονται παιδιά από γονείς χαμηλού εισοδήματος και περιορισμένης μόρφωσης μόλις φθάσουν στην ηλικία των πέντε ετών, είναι αντίστοιχες τρίχρονων προνομιούχων παιδιών. Αυτές οι διαφορές μπορούν να εντοπιστούν και στον εγκέφαλο, υποστηρίζει η νευρολόγος και παιδίατρος του πανεπιστημίου Columbia Κίμπερλι Νομπλ.
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος αναπτύσσεται με ταχύτατους ρυθμούς τα πρώτα χρόνια της ζωής. Μέχρι την ηλικία των τριών ετών, το παιδί έχει σχηματίσει ένα τρισεκατομμύριο νευρικές συνδέσεις, οι σύνδεσμοι μεταξύ των κυττάρων που ευθύνονται για όλες τις εγκεφαλικές λειτουργίες: Από την απομνημόνευση των στίχων ενός τραγουδιού μέχρι την κίνηση να πιάσεις ένα ξύλο.
Η Νομπλ και οι συνεργάτες της συνέκριναν τους εγκεφάλους παιδιών χαμηλού κοινωνικο-οικονομικού επιπέδου με εκείνους παιδιών από γονείς με μεγάλη ακαδημαϊκή μόρφωση και υψηλόμισθους. Ενώ δεν εντόπισαν διαφορές στα γνωστικά συστήματα που συνδέονται με τις κοινωνικές δεξιότητες και τη μνήμη, οι μεγαλύτερες ανισότητες βρίσκονταν στις εγκεφαλικές δομές που συνδέονται με την ανάπτυξη της γλωσσικής ικανότητας.
Διαφορές από νωρίς
Η Αν Φέρναλντ, ψυχολόγος του πανεπιστημίου Stanford, διαπίστωσε ότι οι διαφορές στις γλωσσικές ικανότητες μπορεί να παρατηρηθούν ήδη από την ηλικία των 18 μηνών. Μέχρι τα δεύτερα γενέθλια του παιδιού, το χάσμα (μεταξύ των δύο κατηγοριών) έχει διευρυνθεί ήδη κατά έξι μήνες. Η Φέρναλτ και οι συνεργάτες της κατέγραψαν τα καθημερινά ακούσματα μίας ομάδας ισπανόφωνων παιδιών από οικογένειες με χαμηλό εισόδημα. Διαπίστωσαν ότι τα παιδιά δεν κέρδιζαν τίποτα από το να ακούν απλώς τους γονείς ή εκείνους που τα φρόντιζαν να μιλούν μεταξύ τους, αλλά το αληθινό κέρδος παρετηρείτο όταν οι γονείς απευθύνονταν στα παιδιά τους.
Η Φέρναλντ είπε στους δημοσιογράφους ότι είναι πολύ σημαντικό οι γονείς χαμηλού εισοδήματος να μάθουν να μιλούν στα παιδιά τους και πρόσθεσε ότι «υπάρχουν πολλές απόψεις για το αν πρέπει ή δεν πρέπει να μιλάμε στα παιδιά μας, σε κάποιους πολιτισμούς δεν πρέπει». Ένα πιλοτικό πρόγραμμα που εφαρμόζει η ίδια στο Σαν Χοσέ, σύμφωνα με το οποίο οι λατινοαμερικάνες μητέρες μαθαίνουν να μιλούν στα παιδιά τους, έχει αποφέρει σημαντικά αποτελέσματα. «Μέχρι τα δύο τους χρόνια, τα παιδιά από μητέρες που ασχολούνται περισσότερο αναπτύσσουν πλουσιότερο λεξιλόγιο και επεξεργάζονται πιο αποτελεσματικά τον προφορικό λόγο», δήλωσε, όπως μεταδίδει το ΑΜΠΕ.
Δίγλωσση εκπαίδευση
Από την πλευρά της, η Χοφ επισημαίνει ότι ενώ οι ισπανόφωνοι γονείς μπορεί να θέλουν να προετοιμάσουν τα παιδιά τους για το σχολείο μιλώντας τους στα αγγλικά, είναι συνήθως προτιμότερο να τους μιλούν στη μητρική τους γλώσσα. Μία μελέτη που παρουσίασε η ίδια, δείχνει ότι όταν οι ίδιοι οι γονείς δεν γνωρίζουν πολύ καλά μία δεύτερη γλώσσα, δεν μπορούν και να τη διδάξουν στα παιδιά τους. Αντίθετα, καταλήγουν να περιορίζουν τη συνολική γλωσσική ανάπτυξη των παιδιών τους, αφού δεν καταφέρνουν να τα εκθέσουν στη χρήση πιο σύνθετου λόγου. Οι γονείς που επιθυμούν να αποκτήσουν τα παιδιά τους δίγλωσση εκπαίδευση, πρέπει να γνωρίζουν ότι «η εκμάθηση δύο γλωσσών είναι κάτι το εξαιρετικό, αλλά πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι δεν γίνεται εύκολα. Δεν μαθαίνει κάποιος το ίδιο γρήγορα δύο γλώσσες όσο μαθαίνει μία», επισημαίνει η Χοφ.
7 πράγματα που δεν ξέραμε για τα παιδιά του χειμώνα
1.Τα μωρά του χειμώνα συνήθως προέρχονται από λιγότερο προνομιούχες κοινωνικά οικογένειες. Σύμφωνα με στατιστική έρευνα που πραγματοποίησαν οικονομολόγοι από το Πανεπιστήμιο της Notre Dame (συγκρίνοντας στοιχεία των πιστοποιητικών γεννήσεως από το 1989-2001), το ποσοστό των παιδιών που γεννιούνται από ανύπαντρες μητέρες, έφηβες μητέρες, και μητέρες που δεν είχαν ολοκληρώσει το γυμνάσιο κορυφώνεται τον Ιανουάριο κάθε έτους.
2. Τα παιδιά του χειμώνα είναι πιο υγιή. Σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, τα παιδιά που γεννήθηκαν τους χειμερινούς μήνες γίνονται πιο δυνατά από τα υπόλοιπα. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι ο λόγος για τον οποίο συμβαίνει αυτό είναι ότι οι μητέρες τους διανύουν το μεγαλύτερο μέρος της εγκυμοσύνης τους κατά τους καλοκαιρινούς και φθινοπωρινούς μήνες, και έτσι τρέφονται καλύτερα, αφού τότε τα φρέσκα φρούτα και λαχανικά περιέχουν περισσότερες βιταμίνες.
3. Τα παιδιά του χειμώνα έχουν περισσότερες πιθανότητες να γεννηθούν πρόωρα. Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησαν επιστήμονες του Princeton εξετάζοντας τα δεδομένα του Ευρωπαϊκού Προγράμματος Γεννητικότητας Vital Statistics Natality, τα μωρά που γεννιούνται κατά τη διάρκεια του χειμώνα έχουν 10% περισσότερες πιθανότητες να γεννηθούν πρόωρα. Ένας από τους μεγαλύτερους παράγοντες κινδύνου φαίνεται πως είναι η γρίπη που τον χειμώνα βρίσκεται στο αποκορύφωμά της.
4. Τα παιδιά του χειμώνα έχουν καλύτερη όραση. Όπως υποστηρίζουν επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ, το γεγονός ότι δεν εκτίθενται κατά τη νεογνική ηλικία στο έντονο ηλιακό φως έχει ως αποτέλεσμα τα παιδιά αυτά να έχουν καλύτερη όραση και λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξουν αργότερα στη ζωή τους μυωπία.
5. Τα παιδιά του χειμώνα είναι πιο ευάλωτα σε τροφικές αλλεργίες. Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε στο ιατρικό περιοδικό «Annals of Allergy», αυτό πιθανώς συμβαίνει επειδή συχνά παρουσιάζουν έλλειψη της βιταμίνης D, η οποία συντίθεται με τη βοήθεια της ηλιακής ακτινοβολίας.
6. Τα παιδιά του χειμώνα είναι μεγαλύτερα από τα παιδιά που γεννιούνται καλοκαίρι. Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποιήθηκε από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, τα παιδιά που γεννήθηκαν κατά τους χειμερινούς μήνες τείνουν να είναι πιο βαριά, πιο ψηλά και με μεγαλύτερη περίμετρο κεφαλιού από τους συνομηλίκους τους.
7. Τα παιδιά του χειμώνα είναι πιο ήρεμα. Όπως μας πληροφορούν επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Queensland, που πραγματοποίησαν έρευνα σχετική με τη συμπεριφορά των νηπίων, κατέληξαν ότι τα παιδιά που γεννήθηκαν χειμώνα έχουν λιγότερα νεύρα και είναι σαφώς πιο υπάκουα από τους συνομήλικούς τους που γεννήθηκαν καλοκαίρι.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




